Η παραδοσιακή διαδρομή της ζωής στον ανεπτυγμένο κόσμο, με σπουδές στη νεότητα, εργασία στη μέση ηλικία και συνταξιοδότηση γύρω στα 60-65, πλέον δεν ισχύει όπως παλιά. Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι συνεχίζουν να εργάζονται πολύ πέρα από το «παραδοσιακό τέλος» της επαγγελματικής ζωής.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου 16-17% των ατόμων άνω των 65 παραμένουν ενεργοί στο εργατικό δυναμικό, με τις γυναίκες να αντιπροσωπεύουν το 11% και τους άνδρες το 23%. Αυτή η τάση έχει οδηγήσει σε μια νέα έννοια του εργασιακού κύκλου: την «μετασυνταξιοδοτική εργασία», όπου η δραστηριότητα δεν σταματά, αλλά μετασχηματίζεται.
Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ILO) επιβεβαιώνει ότι η επέκταση της εργασίας σε μεγαλύτερες ηλικίες δεν αποτελεί τυχαίο φαινόμενο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έως το 2020, η συμμετοχή των εργαζομένων άνω των 55 ετών αυξήθηκε από 10,9% σε 16,3% παγκοσμίως. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην καλύτερη υγεία, στο μακρύτερο προσδόκιμο ζωής και στη σταδιακή αποδυνάμωση των παραδοσιακών συνταξιοδοτικών συστημάτων, που ωθούν πολλούς να συνεχίζουν να εργάζονται για οικονομική ασφάλεια.
Η αναλογία εξάρτησης, δηλαδή η σχέση των παιδιών και των ηλικιωμένων με τον ενεργό πληθυσμό, αυξάνεται δραματικά. Το 2010 ήταν περίπου 52,5% και προβλέπεται να φτάσει σχεδόν το 65,7% μέχρι το τέλος του αιώνα. Με άλλα λόγια, όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι θα πρέπει να στηρίζουν όλο και περισσότερους ηλικιωμένους, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για συνεχιζόμενη εργασία σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Η εργασία μετά τα 65 δεν είναι μόνο οικονομική ανάγκη. Παρέχει κοινωνικό ρόλο, ρυθμό στην καθημερινότητα, σχέσεις και αίσθημα σκοπού.
Στις χώρες του ΟΟΣΑ, η συμμετοχή των ατόμων 55-64 στο εργατικό δυναμικό αυξήθηκε κατά 8% μέσα σε μία δεκαετία, ενώ η πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης ανέβηκε κατά περίπου 2,5 χρόνια κατά μέσο όρο. Στην Ιαπωνία, το 25% των ατόμων άνω των 65 εργάζονται ακόμη, ενώ στις ΗΠΑ το ποσοστό φτάνει 18-19%.
Η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας ηλικίας 55-64 παρουσιάζει ιδιαίτερη αύξηση, φτάνοντας 12,3%, σε σχέση με μόλις 1,7% για τους άνδρες. Αυτό αντικατοπτρίζει την μακροχρόνια κοινωνική μεταβολή της μεγαλύτερης παρουσίας των γυναικών στον εργασιακό χώρο από τη δεκαετία του 1970.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο, τα ποσοστά παραμονής μετά τα 65 είναι χαμηλότερα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο μόλις 3,8%, στην Ισπανία 1,3%, λόγω διαφορετικών συνταξιοδοτικών δομών και πολιτισμικών αντιλήψεων. Η ανεργία μεταξύ ηλικιωμένων παραμένει χαμηλή, περίπου 1,4%, αλλά η μακροχρόνια ανεργία αποτελεί κίνδυνο, καθώς οι επιχειρήσεις προτιμούν νεότερους εργαζόμενους.
► Διαβάστε επίσης: Κατώτατος μισθός: Οι γεωπολιτικές εντάσεις περιορίζουν τις αυξήσεις το 2026;
Η ουσιαστική αλλαγή της εποχής μας δεν είναι μόνο ότι εργαζόμαστε περισσότερο, αλλά ότι η ίδια η έννοια της ηλικίας μετασχηματίζεται. Η δεκαετία των εξήντα δεν σηματοδοτεί πλέον το τέλος της παραγωγικής ζωής, αλλά συχνά την αρχή μιας νέας φάσης επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας.
