Η νέα απόφαση μπορεί να περιορίσει τη χορήγηση νέων στεγαστικών δανείων, καθώς οι τράπεζες γίνονται πιο προσεκτικές απέναντι σε δανειολήπτες με λιγότερο σταθερά εισοδήματα. Η τάση αυτή μπορεί να μειώσει τη ροή νέων δανείων, να επηρεάσει τη ζήτηση κατοικιών και να οδηγήσει σε αυξημένα επιτόκια, προκειμένου οι τράπεζες να καλύψουν το πιθανό κόστος των ρυθμίσεων.
Παράλληλα, η δημιουργία χρηματοδοτικού κενού στις τιτλοποιήσεις μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερους πλειστηριασμούς και ρευστοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων, καθιστώντας τη διαχείριση των δανείων πιο πιεστική για τις τράπεζες και κοινωνικά πιο επιβαρυντική για τους δανειολήπτες.
Η αλλαγή βασικών χρηματοοικονομικών παραμέτρων μέσω δικαστικής απόφασης, ιδιαίτερα αν εφαρμοστεί αναδρομικά, αυξάνει την ανασφάλεια δικαίου.
Οι επενδυτές μπορεί να θεωρήσουν ότι οι κανόνες αλλάζουν απρόβλεπτα, επηρεάζοντας τη βιωσιμότητα τιτλοποιήσεων και την προσέλκυση νέων επενδύσεων.
Ο οίκος Moody's προειδοποιεί για μεσοπρόθεσμες προκλήσεις στη δομή και ποιότητα ενεργητικού των τραπεζών.
Παράλληλα, η απόφαση μπορεί να ενθαρρύνει τη στρατηγική αθέτηση δανείων, καθώς οι δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη ενδέχεται να αναμένουν παρόμοια μεταχείριση και σε άλλες κατηγορίες οφειλετών.
Αυτό απειλεί την κουλτούρα πληρωμών και την πιστοληπτική αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας, παρά την πρόοδο στην εξυγίανση των τραπεζικών χαρτοφυλακίων.
Η συγκεκριμένη απόφαση καθορίζει ότι ο εκτοκισμός γίνεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι του υπολοίπου κεφαλαίου, αποκλίνοντας από τη διεθνή πρακτική. Δεν υπάρχει ανάλογη δικαστική απόφαση σε άλλη χώρα, καθιστώντας την ελληνική περίπτωση μοναδική.
Η οριστική αποσαφήνιση θα κρίνει αν θα ισχύσει μόνο για το μέλλον ή και αναδρομικά και ποιες κατηγορίες δανείων καλύπτει.
Η προστασία πρώτης κατοικίας θεσπίστηκε το 2010 με τον ν. 3869/2010 («νόμος Κατσέλη») και τερματίστηκε οριστικά το 2019.
Ο νόμος παρουσίασε αδυναμίες, όπως έλλειψη άρσης τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου και αναστολή καταδιωκτικών μέτρων που εκτεινόταν για δεκαετίες.
Το 43% των αιτήσεων απορρίφθηκε για «δολιότητα», ενώ όσοι εντάχθηκαν είχαν αποπληρωμή έως το 80% της αντικειμενικής αξίας σε 20–35 χρόνια με έντοκες δόσεις.
Μέχρι το τέλος του 2024, περίπου 195.000 δανειολήπτες εντάχθηκαν στον νόμο Κατσέλη με συνολικό ποσό δανείων 6,1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 5,4 δισ. ευρώ βρίσκονται σε τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής».
► Διαβάστε επίσης: Άρειος Πάγος και νόμος Κατσέλη: Μια απόφαση που δε βολεύει όλους
Οι υπόλοιπες οφειλές παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών. Η απόφαση του Αρείου Πάγου έχει πολλαπλές επιπτώσεις, τόσο στις τράπεζες όσο και στους ίδιους τους δανειολήπτες, εντείνοντας την αβεβαιότητα και το οικονομικό και κοινωνικό βάρος για χιλιάδες νοικοκυριά, ενώ οι παράγοντες του υπουργείου Οικονομικών και της ΤτΕ προετοιμάζουν ήδη μέτρα αντιμετώπισης.
