Στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε την κατοχύρωση της δημοσιονομικής σταθερότητας στον καταστατικό νόμο της χώρας, ενώ η ολοκληρωμένη πρόταση της Νέας Δημοκρατίας θα κατατεθεί τον Μάρτιο, με στόχο να ξεκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία τον Απρίλιο.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, υπογράμμισε ότι η ρήτρα σταθερότητας στο Σύνταγμα εγγυάται σοβαρή πολιτική για τις μελλοντικές γενιές. Αναφέρθηκε στο παράδειγμα της Γερμανίας, όπου η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί θεμέλιο για επενδύσεις, ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας, και τόνισε ότι η χώρα πρέπει να αξιοποιήσει παρόμοιες πρακτικές για να αποφύγει τα λάθη του παρελθόντος.
Η Γερμανία καθιέρωσε το 2009 το φρένο χρέους (Schuldenbremse) στο Σύνταγμά της, περιορίζοντας το διαρθρωτικό έλλειμμα του προϋπολογισμού στο 0,35% του ΑΕΠ.
Η διάταξη παρέχει ευελιξία για περιόδους ύφεσης ή χαμηλής ανάπτυξης και επιτρέπει προσωρινές εξαιρέσεις σε έκτακτες ανάγκες, όπως φυσικές καταστροφές ή η πανδημία του 2020.
Η ρήτρα έχει τροποποιηθεί πρόσφατα για ειδικά ταμεία, όπως η άμυνα και οι επενδύσεις σε υποδομές, με στόχο τη στήριξη της ανάπτυξης χωρίς να θίγεται η δημοσιονομική ισορροπία.
Παράλληλα, η Ελβετία εισήγαγε το 2003 αντίστοιχη συνταγματική διάταξη, συμβατή με τους κανόνες της Ευρωζώνης και το Fiscal Compact, που ορίζει μεσοπρόθεσμους στόχους διαρθρωτικού ελλείμματος έως 0,5% του ΑΕΠ, διασφαλίζοντας βιώσιμο χρέος και εμπιστοσύνη στις αγορές.
Τα αποτελέσματα των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων είναι εντυπωσιακά. Στη Γερμανία, το δημόσιο χρέος μειώθηκε από το 80% του ΑΕΠ μετά την κρίση του 2008/2009 σε περίπου 60% το 2019, ενώ η Ελβετία πέτυχε μείωση από 58% το 2003 σε μόλις 37% του ΑΕΠ το 2025. Οι δύο χώρες θεωρούνται πρότυπα για τη διαχείριση του χρέους, σε αντίθεση με άλλες μεγάλες οικονομίες όπως οι ΗΠΑ (πάνω από 120%), η Ιαπωνία (240%) και η Γαλλία (120%).
► Διαβάστε επίσης: Κρήτη: Μεγάλες έρευνες υδρογονανθράκων προ των πυλών - Υπογραφές συμβάσεων σε δύο εβδομάδες
Η συνταγματική κατοχύρωση περιορίζει τη δυνατότητα επεκτατικών πολιτικών κατά το δοκούν και θωρακίζει τη δημοσιονομική πολιτική από εκλογικούς κύκλους.
Η εμπειρία Γερμανίας και Ελβετίας δείχνει ότι η σταθερότητα όχι μόνο προστατεύει το μέλλον των παιδιών, αλλά ενισχύει και την αξιοπιστία της οικονομίας, δημιουργώντας ένα αξιόπιστο πλαίσιο για επενδύσεις και ανάπτυξη.
