Καθώς η φετινή ελαιοκομική περίοδος βρίσκεται λίγο πριν από το τέλος της, αποτυπώνεται σταδιακά η εικόνα της ελαιοσυγκομιδής στα περισσότερα παραγωγικά κέντρα της χώρας, μεταξύ των οποίων και στην Κρήτη. Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλαιότερα ρεπορτάζ, η παραγωγή ελαιολάδου αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, με το σοβαρότερο από αυτά να παραμένει η έλλειψη νερού και γενικότερα η κλιματική κρίση.
Ωστόσο, η Ελλάδα έχει και άλλου είδους ζητήματα, που αφορούν κυρίως το κέρδος που αποδίδει το προϊόν στους παραγωγούς.
Μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες τυποποίησης ελαιολάδου, δυστυχώς, ακόμα και τώρα καθορίζουν τις τιμές πώλησης, μιας και το προϊόν εξακολουθεί να φεύγει από τη χώρα μας χύμα και στο βυτίο για τις μεγάλες αγορές του εξωτερικού.
Έχοντας φτάσει πλέον η συγκομιδή στο 70%, το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι φέτος θα σημειωθεί νέα μείωση στις ποσότητες αλλά και στην ποιότητα ελαιολάδου και αυτό οφείλεται κυρίως στις μυκητολογικές προσβολές στα ελαιόδεντρα. Σε ό,τι αφορά τις τιμές, παρατηρείται μία σταθεροποιητική τάση, που αναμένεται να συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα. Ειδικότερα, μεσοσταθμικά οι τιμές κινούνται αυτή τη στιγμή στα 4,50-5 ευρώ το κιλό, απέχοντας όμως αρκετά από το “άλμα” που είχαν σημειώσει την περίοδο 2023-2024.
Στα Χανιά, σύμφωνα με το ypaithros.gr, η τιμή παραγωγού κυμαίνεται από 4,50 έως 4,80 ευρώ/κιλό, με το ΠΟΠ να πληρώνεται έως 4,90 ευρώ. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Χανίων δίνει τιμή 4,70 ευρώ, με πριμ 15 λεπτών για το ΠΟΠ λάδι. Όπως ανέφερε ο Νεκτάριος Παρασκάκης, υπεύθυνος δραστηριότητας ελαιολάδου στον Α.Σ. Χανίων, η αγορά εμφανίζει ουσιαστικά δύο διαφορετικές ταχύτητες, ενώ το τελευταίο διάστημα παρατηρείται στάση αναμονής τόσο από τους φορείς όσο και από τα ελαιουργεία.
Απουσιάζει, επίσης, το ιταλικό ενδιαφέρον για εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα, ενώ οι εγχώριοι τυποποιητές, έχοντας ήδη εξασφαλίσει ποσότητες καλών λαδιών, παρακολουθούν την εξέλιξη των τιμών. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ασυνήθιστα μεγάλη “ψαλίδα” - περίπου 70 λεπτών - μεταξύ έξτρα παρθένων ελαιολάδων οξύτητας 0,3 και 0,8.
Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, η φετινή χρονιά στην Κρήτη ξεχωρίζει όχι μόνο για τη μειωμένη παραγωγή, αλλά και για τη μετατόπιση μέρους της παραγωγής στην κατηγορία του παρθένου ελαιολάδου, λόγω αυξημένης οξύτητας.
Αγορά και διεθνείς εξελίξεις
Σε εμπορικό επίπεδο, η αγορά δείχνει σημάδια στασιμότητας, με τις νέες τιμές να αναμένονται από μέρα σε μέρα, μαζί με την επανεμφάνιση του ενδιαφέροντος των αγοραστών. Παρότι διαφαίνεται μια τάση αποκλιμάκωσης των τιμών, αυτή φαίνεται προς το παρόν να συγκρατείται, μετά την ανακοίνωση των στοιχείων του Δεκεμβρίου από την Ισπανία.
Βάσει αυτών, η παραγωγή της περιόδου 2025/2026 εκτιμάται μειωμένη κατά 182.875 τόνους σε σχέση με πέρυσι, την ώρα που οι πωλήσεις συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά. Από την πλευρά των παραγωγών, πάντως, τονίζεται ότι τα 5 ευρώ/κιλό αποτελούν κρίσιμο όριο βιωσιμότητας, λόγω του αυξημένου κόστους παραγωγής.
Η Ισπανία καθορίζει τις τιμές και η Ελλάδα προσαρμόζεται
Διαφωτιστική αναφορικά με τις διεθνείς εξελίξεις είναι μελέτη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία αναλύει τα εβδομαδιαία δεδομένα στις τιμές παραγωγού από Ιανουάριο 2020 έως Αύγουστο 2025 για τις τρεις χώρες που συγκεντρώνουν το 88% της ευρωπαϊκής παραγωγής, δηλαδή την Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα.
Η κατανομή της παραγωγής το 2024/25 ήταν:
Ισπανία: 56% (800-1.350 χιλιάδες τόνοι ετησίως).
Ιταλία: 21% (250-350 χιλιάδες τόνοι).
Ελλάδα: 11% (200-300 χιλιάδες τόνοι).
Το 2023/24, η ελληνική παραγωγή συρρικνώθηκε στις 175 χιλιάδες τόνους - σχεδόν στο μισό σε σχέση με τις 345 χιλιάδες τόνους του προηγούμενου έτους, όπως σημειώνει η μελέτη.
Χρησιμοποιώντας προηγμένα στατιστικά μοντέλα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μακροπρόθεσμα μόνο οι τιμές Ελλάδας-Ισπανίας κινούνται μαζί, ενώ η Ιταλία ακολουθεί δική της πορεία.
Όταν οι τιμές Ελλάδας-Ισπανίας αποκλίνουν, η Ελλάδα είναι αυτή που προσαρμόζεται για να επαναφέρει την ισορροπία. Η Ισπανία όχι.
Με απλά λόγια, η Ισπανία λειτουργεί ως ηγέτης τιμών (price leader), ενώ η Ελλάδα ακολουθεί. Όπως λένε οι ερευνητές, «συνολικά, η Ισπανία αναδεικνύεται ως η κορυφαία αγορά, οδηγώντας τις προσαρμογές σε ολόκληρη τη μεσογειακή περιοχή».
Η εξήγηση βρίσκεται στη δομή της παραγωγής. Η Ισπανία διαθέτει τεράστιες βιομηχανοποιημένες καλλιέργειες, που επιτρέπουν αποδοτική μηχανική συγκομιδή - κυρίως στην Ανδαλουσία, που παράγει το 80% του ισπανικού ελαιολάδου. Αντίθετα, η ελληνική παραγωγή χαρακτηρίζεται από εκατοντάδες χιλιάδες μικρούς παραγωγούς, που κατέχουν από λίγα δέντρα έκαστος.
Πώς η Ιταλία μετατρέπει το χύμα ελαιόλαδο σε premium brand
Η Ιταλία παίζει έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο. Ως δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός στην Ε.Ε. με 250-350 χιλιάδες τόνους ετησίως - έναντι 200-300 χιλιάδων της Ελλάδας - η μελέτη καταγράφει ότι είναι «ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς εμφιαλωμένου ελαιολάδου παγκοσμίως, με μερίδιο περίπου 30%».
Πώς το καταφέρνει; Είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ελαιολάδου στην Ε.Ε.
Τα εμπορικά δεδομένα για το 2023/24 που παραθέτει η μελέτη είναι εντυπωσιακά:
- 60% των ελληνικών εξαγωγών καταλήγει στην Ιταλία.
- 28% των ισπανικών εξαγωγών πηγαίνει στην Ιταλία.
- 73% των ιταλικών εισαγωγών προέρχεται από Ισπανία και Ελλάδα.
«Η Ιταλία εισάγει χύμα ελαιόλαδο κυρίως από Ισπανία, Ελλάδα και Τυνησία για ανάμειξη και εμφιάλωση», εξηγούν οι ερευνητές. «Οι χύμα εισαγωγές από Ισπανία και Ελλάδα εμφιαλώνονται ή/και αναμειγνύονται από μικρό αριθμό μεγάλων ιταλικών εταιρειών και διανέμονται παγκοσμίως».
Η ποιότητα της ελληνικής παραγωγής είναι ανώτερη: «Πάνω από 80% της ελληνικής παραγωγής είναι εξαιρετικά παρθένο», έναντι 60% της Ιταλίας και μόλις 34% της Ισπανίας. Όμως η Ελλάδα εξάγει πάνω από το μισό της παραγωγής της, με το 60% των εξαγωγών να καταλήγει χύμα στην Ιταλία, χάνοντας την προστιθέμενη αξία της εμφιάλωσης, του brand και της διανομής.
Το ράφι δεν κινείται ενιαία - Οι σχέσεις εξάρτησης των μεγάλων αλυσίδων
Η δεύτερη μελέτη εστιάζει στη λιανική αγορά. Οι ερευνητές εξέτασαν πώς οι τιμές των τεσσάρων αλυσίδων επηρεάζουν η μία την άλλη - και αν αυτή η επιρροή αλλάζει όταν οι τιμές είναι χαμηλές, μέτριες ή υψηλές.
Η ανάλυση επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν μακροπρόθεσμες σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων αλυσίδων. Όμως οι βραχυπρόθεσμες κινήσεις είναι πολύπλοκες και ασύμμετρες.
«Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν σημαντική ετερογένεια στην ανταγωνιστική ένταση τόσο εντός όσο και μεταξύ των λιανοπωλητών», σημειώνει η μελέτη.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Όταν εξετάζεται η πρώτη αλυσίδα:
- Η δεύτερη αλυσίδα την επηρεάζει σταθερά: όταν αυξάνει κατά 1 ευρώ, η πρώτη ακολουθεί με αύξηση 65 λεπτών.
- Η τέταρτη αλυσίδα έχει μεγάλη επιρροή όταν οι τιμές είναι χαμηλές (αύξηση 78 λεπτών για κάθε ευρώ), αλλά όχι στις υψηλές τιμές (μόλις 21 λεπτά).
Όταν εξετάζεται η δεύτερη αλυσίδα:
- Η τέταρτη αλυσίδα έχει την ισχυρότερη και σταθερότερη επιρροή σε όλα τα επίπεδα τιμών (από 54 έως 65 λεπτά για κάθε ευρώ).
- Η πρώτη αλυσίδα έχει πολύ μεγάλη επίδραση όταν οι τιμές είναι χαμηλές, αλλά μειώνεται στις μέτριες τιμές.
Για την τρίτη αλυσίδα:
- Η πρώτη αλυσίδα ασκεί ισχυρή και σταθερή επίδραση σε όλα τα επίπεδα τιμών.
- Η τέταρτη έχει αρνητική σχέση στις χαμηλές τιμές - όταν η μία ανεβαίνει, η άλλη κατεβαίνει.
Στο συμπέρασμά τους, οι ερευνητές είναι σαφείς: «Δεν υπάρχουν ενδείξεις συντονισμένης συμπεριφοράς». Αντίθετα, κάθε αλυσίδα παρακολουθεί διαφορετικούς ανταγωνιστές σε διαφορετικά επίπεδα τιμών.