Η κυβέρνηση θέλει να επεκτείνει περαιτέρω και πέρα από τα 67 έτη τα όρια συνταξιοδότησης, καθώς οι “αγορές” επιβάλλουν παρόμοιες δυστοπικές “λύσεις” ανά τον κόσμο, ωστόσο αυτό δεν πρόκειται να γίνει το 2026, διότι θεωρείται ότι το πολιτικό κόστος που θα πληρώσει το κόμμα της Ν.Δ. θα είναι δυσβάστακτο.
Την ώρα πάντως που η συζήτηση στο Μαξίμου για την αύξηση των ορίων έχει “ανάψει”, υπάρχουν ακόμη μικρές ομάδες ασφαλισμένων που μπορούν να βγουν σε σύνταξη και πριν τα 62 χρόνια, παρά την καθολική αύξηση των ορίων και τις συνεχείς ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις που “κλείνουν τον δρόμο” σε όσους δεν έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους.
Όπως γράφει σε σχετικό ρεπορτάζ το Euro2day.gr, τέσσερις ομάδες ασφαλισμένων, που αριθμούν περίπου 25.000 με 30.000 άτομα, διατηρούν και το 2026 το δικαίωμα να συνταξιοδοτηθούν νωρίτερα, ακόμη και 7 χρόνια, από το γενικό όριο των 62 ετών.
Πρόκειται κατά κύριο λόγο για ασφαλισμένους πριν το 1993, οι οποίοι έχουν κατοχυρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τα μεταβατικά όρια ηλικίας. Η δυνατότητα αυτή αφορά μητέρες με ανήλικα τέκνα, γονείς δημόσιους υπαλλήλους, ασφαλισμένους σε ΔΕΚΟ και τράπεζες, τρίτεκνους, καθώς και εργαζόμενους στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Αν και τα μεταβατικά όρια επιβαρύνονται πλέον κατά έξι μήνες, παραμένουν σαφώς χαμηλότερα από το γενικό όριο των 62 ετών.
Αναλυτικά, παρά το γεγονός ότι το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης έχει πλέον διαμορφωθεί στα 62 έτη με 40 χρόνια ασφάλισης ή στα 67 έτη με λιγότερα, το 2026 εξακολουθεί να αποτελεί έτος- “κλειδί” για χιλιάδες ασφαλισμένους που διατηρούν δικαίωμα εξόδου πριν από το 62ο έτος, ακόμη και έως επτά χρόνια νωρίτερα.
Μητέρες με ανήλικα
Σημαντική κατηγορία είναι οι μητέρες ασφαλισμένες στο ΙΚΑ που είχαν συμπληρώσει 5.500 ημέρες ασφάλισης με ανήλικο τέκνο τα έτη 2010, 2011 ή 2012. Όσες από αυτές συμπλήρωσαν κρίσιμα ηλικιακά όρια (50ό, 52ο ή 55ο έτος) έως το 2018, μπορούν ακόμη και το 2026 να αποχωρήσουν με μειωμένη ή πλήρη σύνταξη σε ηλικίες από 58,5 έως 61 ετών, ανάλογα με το έτος θεμελίωσης.
Για τις ίδιες ασφαλισμένες, αν τα όρια ηλικίας συμπληρώνονται μετά το 2019, η έξοδος μεταφέρεται υποχρεωτικά στα 62.
ΔΕΚΟ - τράπεζες και Δημόσιο
Αντίστοιχα “παράθυρα” διατηρούν μητέρες ασφαλισμένες σε ταμεία ΔΕΚΟ και τραπεζών, οι οποίες είχαν συμπληρώσει 25ετία με ανήλικο τέκνο το 2010-2012 και έφτασαν τα προβλεπόμενα ηλικιακά όρια έως το 2018. Οι ασφαλισμένες αυτές μπορούν να αποχωρήσουν με πλήρη σύνταξη σε ηλικίες από 58,5 έως 61 ετών, ακόμη και αν συμπληρώνουν το σχετικό όριο εντός του 2026.
Στο Δημόσιο, γονείς με ανήλικο τέκνο και 25ετία το 2011 ή το 2012, που συμπλήρωσαν τα ηλικιακά όρια των 52 ή 55 ετών έως το 2018, διατηρούν δικαίωμα εξόδου πριν από τα 62, με πλήρη σύνταξη, σε ηλικίες που ξεκινούν από τα 58 έτη και 5 μήνες.
Τρίτεκνοι και μειωμένη σύνταξη
Ιδιαίτερη μεταχείριση προβλέπεται και για τρίτεκνους δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι με 21 ή 23 έτη ασφάλισης το 2011-2012 και συμπλήρωση κρίσιμων ηλικιών έως το 2018, μπορούν να συνταξιοδοτηθούν το 2026 ακόμη και πριν από τα 60.
Παράλληλα, “παλαιοί” ασφαλισμένοι στο Δημόσιο με 25ετία τα έτη 2011 ή 2012, που είχαν συμπληρώσει ηλικίες 56 ή 58 ετών έως το τέλος του 2022, διατηρούν δικαίωμα μειωμένης σύνταξης πριν από τα 62. Όσοι, όμως, συμπληρώνουν τα όρια αυτά από το 2023 και μετά, οδηγούνται υποχρεωτικά στο γενικό όριο.
Βαρέα και ανθυγιεινά
Τέλος, εργαζόμενοι στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να αποχωρήσουν ακόμη και από τα 55 ή τα 60 έτη, εφόσον έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ενσήμων, εκ των οποίων συγκεκριμένο μέρος σε καθεστώς βαρέων.
Σύμφωνα με ειδικούς της κοινωνικής ασφάλισης, ο κύκλος των μεταβατικών ορίων θα κλείσει οριστικά μέσα στην επόμενη τετραετία. Από εκεί και πέρα, για όλους θα ισχύουν τα γενικά όρια των 67 ετών για πλήρη σύνταξη και των 62 με μειωμένη, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ωστόσο, όσοι έχουν κατοχυρώσει δικαίωμα έως 31/12/2022 μπορούν να το ασκήσουν οποτεδήποτε στο μέλλον - ακόμη και με εξαγορά πλασματικών ετών - χωρίς να επηρεάζονται από τις αλλαγές που θα έρθουν μετά το 2030.
Θα αυξηθούν τα όρια ηλικίας
Η χώρα μας έχει μπει ήδη σε τροχιά αναπόφευκτων αλλαγών στο ασφαλιστικό, υπό την πίεση της επιταχυνόμενης γήρανσης του πληθυσμού, όπως αποτυπώνεται στους δημογραφικούς δείκτες της τελευταίας έκθεσης του ΟΟΣΑ για τις συντάξεις (Pensions at a Glance 2025). Ωστόσο, παρά τις ισχυρές συστάσεις του Οργανισμού για αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, η κυβέρνηση και η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας αποφάσισαν να βάλουν προσωρινά “φρένο” στις αλλαγές που αναμένονταν το νέο έτος κι έτσι, η πρώτη αύξηση των ορίων ηλικίας θα μετατεθεί για το 2030.
Αναλυτικά, η σύνδεση των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής άνω των 65 ετών - μηχανισμός που έχει θεσμοθετηθεί με το πρώτο μνημόνιο ήδη από το 2010 - μπαίνει εκ νέου στο συρτάρι, με την επανεξέταση να μετατίθεται για το 2029 και την όποια αύξηση να μεταφέρεται πλέον για το 2030.
Στην Ελλάδα, τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης είναι νομοθετικά συνδεδεμένα με το προσδόκιμο ζωής των ατόμων άνω των 65 ετών. Η πανδημία του COVID-19, ωστόσο, ανέκοψε την ανοδική πορεία του προσδόκιμου, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις για ενεργοποίηση του μηχανισμού αύξησης των ορίων το 2021 και το 2024.
Για το 2027, σύμφωνα με τις μελέτες που βρίσκονται σε εξέλιξη, το προσδόκιμο ζωής δε φαίνεται να έχει ακόμη ανακάμψει σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογεί αλλαγές στα όρια ηλικίας πέραν του 67ου έτους για πλήρη σύνταξη ή του 62ου με 40 έτη ασφάλισης. Έτσι, η απόφαση που επρόκειτο να ληφθεί στα τέλη του 2026 για εφαρμογή από 1/1/2027 μετατίθεται χρονικά.
Στελέχη του υπουργείου Εργασίας επιβεβαιώνουν ότι το 2026 δε θα εξεταστεί καμία αύξηση, ενώ η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Άννα Ευθυμίου, δήλωσε πρόσφατα ότι «δεν προκύπτει θέμα αναπροσαρμογής των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης», υπογραμμίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση που προηγήθηκε παρέχει επαρκές περιθώριο ασφαλείας. Το μήνυμα της κυβέρνησης είναι σαφές: δεν υπάρχει λόγος πανικού ή πρόωρων αιτήσεων λόγω φόβου.
Έτσι, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δε θα εξεταστεί το 2026 η σύνδεση των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής. Η σχετική αξιολόγηση μετατίθεται το αργότερο για το 2029. Εφόσον τότε διαπιστωθεί αύξηση του προσδόκιμου, τα νέα όρια θα ισχύσουν από 1/1/2030.
Η σύνδεση προσδόκιμου ζωής και ορίων ηλικίας εφαρμόζεται ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ως βασικό εργαλείο βιωσιμότητας των ασφαλιστικών συστημάτων. Η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που θεσμοθέτησε το μέτρο με τον Νόμο 3863/2010 (Λοβέρδου-Κουτρουμάνη), όμως δεν το έχει εφαρμόσει στην πράξη.
Παρεμβλήθηκε βέβαια το τρίτο μνημόνιο, μέσω του οποίου έκλεισαν οριστικά όλες οι πόρτες πρόωρης - πριν από το 62ο έτος - συνταξιοδότησης και θεσπίστηκαν μεταβατικά όρια, προκειμένου η μετάβαση να είναι ομαλή για εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένους, που βάσει των τότε ορίων βρίσκονταν ένα βήμα πριν από τη συνταξιοδότηση.
Παρ’ όλα αυτά, ο ΟΟΣΑ στην πρόσφατη έκθεσή του για το ασφαλιστικό ήταν σαφής: η αύξηση των ορίων ηλικίας είναι αναπόφευκτη. Η Ελλάδα κατατάσσεται ήδη στις πιο “γερασμένες” χώρες του Οργανισμού και εκτιμάται ότι μέσα στα επόμενα χρόνια θα βρεθεί δεύτερη μετά την Ιταλία.
Η αναλογία ατόμων άνω των 65 ετών προς τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας αναμένεται να εκτοξευθεί στο 70 προς 100, από 39 προς 100 σήμερα. Στο ίδιο πλαίσιο, η πρόβλεψη του ΟΟΣΑ είναι ότι το όριο των 62 ετών για σύνταξη με 40 χρόνια ασφάλισης θα αυξηθεί στα 66 έτη έως το 2050.
Το “πάγωμα” έως το 2029 ευνοεί κυρίως τους σημερινούς 57άρηδες και 58άρηδες, οι οποίοι έως το 2030 θα έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας τους και, εφόσον διαθέτουν 40 χρόνια ασφάλισης, θα έχουν θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης χωρίς να επηρεαστούν από μελλοντικές αυξήσεις.
Αντίθετα, πιο “επίφοβη” κατηγορία θεωρούνται οι σημερινοί 50άρηδες και 55άρηδες, καθώς δεν θα έχουν φτάσει τα 62 έως το 2030 και είναι πιθανό να εγκλωβιστούν σε μία ή και δύο αυξήσεις ορίων ηλικίας, οδηγούμενοι ακόμη και στα 68-69 ή στα 64 με 40ετία.
Ιδιωτικός τομέας και Δημόσιο: Μεγαλώνει η “ψαλίδα” των συντάξεων
Η απαξίωση των μισθών του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα, συνεπεία των κυβερνητικών πολιτικών, αντικατοπτρίζεται πλέον όλο και πιο ορατά και στις συντάξεις. Κι αυτό καθώς διευρύνεται κάθε χρόνο η “ψαλίδα” στις νέες συντάξεις του Δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, καθώς στις πληρωμές του Δεκεμβρίου οι συντάξεις του Δημοσίου ήταν υψηλότερες κατά 532 ευρώ, έναντι των νέων συντάξεων που απονεμήθηκαν από τον ΕΦΚΑ σε συνταξιούχους προερχόμενων από ταμεία του ιδιωτικού τομέα (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ, κ.ά.). Ένα χρόνο πριν (Δεκέμβριος 2024), η διαφορά ήταν στα 485 ευρώ.
Η “ψαλίδα” στις νέες συντάξεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα άνοιξε κι άλλο και, όπως δείχνουν τα στοιχεία της τελευταίας έκθεσης “Ήλιος”, η απόσταση διευρύνεται.
Η μέση κύρια σύνταξη λόγω γήρατος για τους νέους συνταξιούχους του Δημοσίου, που πληρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025, διαμορφώθηκε στα 1.425 ευρώ μικτά, ενώ για τους συνταξιούχους που προέρχονται από ταμεία του ιδιωτικού τομέα η μέση κύρια σύνταξη γήρατος ανήλθε στα 893 ευρώ.
Οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος που προέρχονται από το Δημόσιο βγήκαν με υψηλότερη σύνταξη κατά 59,5% σε σχέση με τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα.
Το χάσμα στις συντάξεις έχει πολλές εξηγήσεις. Εν μέρει οφείλεται στο ότι οι περισσότεροι συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα βγαίνουν στη σύνταξη με λιγότερα από 40 χρόνια ασφάλισης, ενώ η πλειονότητα των συνταξιούχων λόγω γήρατος από το Δημόσιο πλησιάζουν στη 40ετία.
Ωστόσο, παράλληλα υφίστανται μεγάλες διαφορές στις συντάξιμες αποδοχές, οι οποίες κατά κανόνα είναι πιο σταθερά υψηλότερες στο Δημόσιο έναντι του ιδιωτικού τομέα. Οι υψηλότεροι μισθοί οδηγούν και σε μεγαλύτερη ανταποδοτική σύνταξη.
Ένας δευτερεύων λόγος, όπως αναφέρει σχετικά το capital.gr, που οι συντάξεις του ιδιωτικού τομέα μένουν πίσω σε σχέση με τις συντάξεις του Δημοσίου, είναι ότι ένα σημαντικό ποσοστό από τους νέους συνταξιούχους του ΕΦΚΑ προέρχεται από τον ΟΑΕΕ, έχοντας καταβάλλει χαμηλότερες εισφορές σύνταξης έναντι των μισθωτών, για λιγότερα χρόνια ασφάλισης, ενώ αρκετοί επιλέγουν να αποπληρώνουν τα χρέη τους (ως 20.000 ευρώ) με παρακράτηση της οφειλής από τη σύνταξη. Οι περιπτώσεις αυτές κατεβάζουν και τον μέσο όρο των συντάξεων για το σύνολο των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα.
Η απόσταση πάντως ανάμεσα στις συντάξεις του Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα δε δείχνει να γεφυρώνεται, αλλά αντίθετα χρόνιο με τον χρόνο το χάσμα διευρύνεται. Όπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων των εκθέσεων “Ήλιος” για τον Δεκέμβριο του 2025 και τον Δεκέμβριο του 2024, ο λόγος που το χάσμα παραμένει και μεγαλώνει είναι επειδή οι συντάξεις του ιδιωτικού τομέα δεν είναι μόνον μικρότερες από τις συντάξεις του Δημοσίου, αλλά ακόμη και ο ρυθμός αύξησής τους υπολείπεται της αύξησης των συντάξεων του Δημοσίου.
Τον Δεκέμβριο του 2025 η μέση κύρια σύνταξη γήρατος που πληρώθηκαν οι νέοι συνταξιούχοι που προέρχονται από ταμεία του ιδιωτικού τομέα (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, κ.ά.) διαμορφώθηκε στα 893 ευρώ μικτά, από 835 ευρώ που ήταν ένα χρόνο πριν, δηλαδή στις πληρωμές των νέων συντάξεων τον Δεκέμβριο του 2024.
Μεταξύ Δεκεμβρίου 2024 και Δεκεμβρίου 2025 δηλαδή, η μέση σύνταξη γήρατος από τα Ταμεία του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε κατά 58 ευρώ ή κατά 6,9%.
Στις νέες συντάξεις του Δημοσίου τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, καθώς η μέση κύρια σύνταξη γήρατος που πληρώθηκαν οι νέοι συνταξιούχοι τον Δεκέμβριο του 2025 ανήλθε στα 1.425 ευρώ μικτά, ενώ τον Δεκέμβριο του 2024 είχε διαμορφωθεί στα 1.320 ευρώ. Η αύξηση δηλαδή μεταξύ Δεκεμβρίου 2025 και Δεκεμβρίου 2024 στη μέση σύνταξη γήρατος του Δημοσίου είναι 104 ευρώ ή κατά 7,9%.
Οι συγκρίσεις
Από τη σύγκριση των δύο περιόδων (Δεκέμβριος 2025-Δεκέμβριος 2024) προκύπτει ότι:
* Η μέση σύνταξη γήρατος του Δημοσίου αυξάνεται περισσότερο σε σχέση με τη μέση κύρια σύνταξη του ιδιωτικού τομέα (104 ευρώ η αύξηση στις νέες συντάξεις από το Δημόσιο σε ένα χρόνο, έναντι 58 ευρώ αύξησης για τον ιδιωτικό τομέα).
* Η διαφορά στις νέες συντάξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα διευρύνεται αργά και σταθερά, καθώς η αύξηση στις νέες συντάξεις του ιδιωτικού τομέα είναι η μισή από την αύξηση που παίρνουν οι νέοι συνταξιούχοι του Δημοσίου.
Κατά τ’ άλλα στην έκθεση επισημαίνεται ότι στο σύνολο των συνταξιούχων το 41,45% (οι 4 στους 10) λαμβάνουν κύρια σύνταξη γήρατος πάνω από 1.000 ευρώ και 59,55% (6 στους 10) έχουν κύρια σύνταξη κάτω από 1.000 ευρώ. Στο παρελθόν και πριν αρχίσουν να δίδονται αυξήσεις, το ποσοστό των συνταξιούχων που έπαιρναν κάτω από 1.000 ευρώ ξεπερνούσε το 65% (Δεκέμβριος 2020).
Η μέση κύρια σύνταξη γήρατος για το σύνολο των συνταξιούχων διαμορφώνεται στα 956,12 ευρώ μικτά, ενώ η μέση επικουρική σύνταξη γήρατος στα 221 ευρώ μικτά.
Το δε μέσο μηνιαίο εισόδημα από συντάξεις γήρατος (κύριες και επικουρικές) διαμορφώθηκε στα 1.122 ευρώ προ φόρου.
