annampithikotsi.jpg

Άννα Μπιθικώτση: Οι άγνωστες πλευρές της ζωής του πατέρα της που έγινε μύθος της ελληνικής μουσικής

Life
Άννα Μπιθικώτση: Οι άγνωστες πλευρές της ζωής του πατέρα της που έγινε μύθος της ελληνικής μουσικής

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Ανοίγω ένα παράθυρο ουρανού στο χθες κι ανασταίνεται η καρδιά μου και προβάλλει η μνήμη φλογισμένη και να ‘μαι γω πάλι παιδί, σαν το δοξάρι στο βιολί, μες των καιρών τη μουσική, να ζω την πρώτη μου ζωή, στο σπίτι μας εκείνο το πατρικό, που ‘χε ψυχή και βλέπω ξανά τη μάνα μου στο ένα και μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού μας…»

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για τους περισσότερους είναι ένας μύθος της ελληνικής μουσικής. Για την Άννα Μπιθικώτση ήταν ο πατέρας της. «Βαπτίστηκα στην κολυμβήθρα της μουσικής, της νεότερης μουσικής μας κληρονομιάς, που λέγεται Βαμβακάρης, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Τσιτσάνης. Όλοι αυτοί οι μεγάλοι πέρασαν μέσα από το πατρικό μου σπίτι κι αντί για παραμύθια, μεγάλωσα με τα τραγούδια τους, μέσα από τη φωνή του πατέρα» ανέφερε χαρακτηριστικά στην εκπομπή «Καλό Μεσημέρι» της Κρήτη TV και στην Χριστιάννα Σκούρα. «Για ολόκληρη την Ελλάδα είναι μύθος, είναι η φωνή του ελληνισμού. Για μένα, ήταν η φωνή μέσα στο σπίτι. Ήταν το χέρι που κρατούσα. Ήταν το βλέμμα που με σκέπαζε. Ήταν οι λέξεις ‘’παιδί μου’’, πριν φτάσει η φωνή του σε καρδιές και σπίτια. Και θέλω να ευχαριστήσω τον ελληνικό λαό, γιατί χάρις στην αγάπη του, τον ταξίδεψε στην αθανασία. Μπορεί να λείπει ο πατέρας, αλλά ο Μπιθικώτσης είναι εδώ!»

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της «Και πατέρας και μύθος – Γρηγόρης Μπιθικώτσης 1922-2005», η Άννα Μπιθικώτση παρουσιάζει πολλές άγνωστες πλευρές ενός καλλιτέχνη, του οποίου η αναγνώριση άργησε να έρθει κι η ζωή μέχρι τότε, κάθε άλλο παρά πλουσιοπάροχη ήταν. «Και βλέπω τον εαυτό μου παιδάκι, να κάθομαι στο περβάζι του πηγαδιού μας, να με κρατάει αγκαλιά, τότε που όλοι τον έλεγαν τρελό, γιατί εκείνος έλεγε: ‘’Εμένα μια μέρα θα με ξέρει όλη η Ελλάδα’’. Και κόβαμε την μπουκιά στα δυο για να χορτάσουμε. Έφτασε 40 χρόνων και κανένας δεν είχε αναγνωρίσει ακόμη την αξία του και τη φωνή του. Με τον Μίκη Θεοδωράκη είχαν γνωριστεί στη Μακρόνησο από το ’47 έως το ’49, που μοιράστηκαν το ίδιο αντίσκηνο κι ο ένας βοήθησε τον άλλο. Στη συνέχεια, χάθηκαν οι δρόμοι τους και το ’59 έρχεται ο Μίκης Θεοδωράκης στην Ελλάδα, για να επανεκδώσει σε δεύτερη εκτέλεση το έργο του Επιταφίου. Η πρώτη εκτέλεση ήταν με τη Νάνα Μούσχουρη. Κι έτσι, μέσα από το ‘’Τρελοκόριτσο’’, ακούει τον Μπιθικώτση, έρχεται, και … τραβάει η ζωή μας την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.»

Η κ. Μπιθικώτση αναφερόμενη στο επίθετο που φέρει, σημείωσε πως ναι μεν μπορεί να σου ανοίξει πόρτες, ωστόσο για να μπορέσεις να έχεις μια συνέχεια, πρέπει να έχεις τη δική σου προσωπικότητα, τη δική σου «σπονδυλική στήλη», και να έχεις καταφέρει να ξεφύγεις από το βαρύ επίθετο. «Να είσαι η Άννα, που τυχαίνει να είναι η κόρη του Μπιθικώτση και να ‘χεις φτιάξει ένα δικό σου αστεράκι, αλλά αυτόφωτο. Και πιστεύω ότι τα έχω καταφέρει, γιατί δε μου άρεσε να κρατάω πατερίτσες, αλλά να στέκομαι στα δικά μου ποδάρια και το ‘λεγα και του πατέρα μου. Ήταν δύσκολος αυτός ο δρόμος, αλλά είμαι πεισματάρα και βάζω στόχους, γι’αυτό το μότο μου είναι ‘’όποιο αστέρι κοιτάς, θα το φτάσεις, αρκεί να το θέλεις εσύ’’.»

Ανατρέχοντας στα φτωχικά παιδικά χρόνια, είναι χαρακτηριστική η παιδική ευχή που ανέφερε. «Άνοιγε ο πατέρας μου το καπάκι από το πηγάδι της αυλής μας και μου έδινε πετρούλες και μου έλεγε: ‘’κάθε πέτρα που θα ρίχνεις, να ‘ναι και μια σου ευχή’’. Η πρώτη μου ευχή ήταν να φάω κάποτε μια ολόκληρη μπανάνα, γιατί ερχόμενος τα ξημερώματα με τα πόδια στο σπίτι, από το Περιστέρι στο Αιγάλεω, για 30 δραχμές νυχτοκάματο, έκοβε μια μπανάνα στη μέση κι έδινε μισή στην αδερφή μου και μισή σε μένα. Ήταν ακριβές οι μπανάνες. Δύσκολα τα χρόνια τότε. Έτσι λοιπόν, το όνειρό μου ήταν να φάω κάποτε μια ολόκληρη μπανάνα. Και τελικά αυτό έγινε, μέσα από τον Μίκη, που ήρθε κι άλλαξε τη ζωή μας.» Κι από το φτωχικό σπίτι, κατάφεραν να μετακομίσουν σε ένα μεγάλο, με όλες τις ανέσεις και με μια ντουλάπα – έκπληξη! «Μου λέει ο πατέρας: ‘’Αννούλα τι λες να έχει αυτή η ντουλάπα μέσα;’’ Κι ανοίγω κι ήταν γεμάτη καφάσια με μπανάνες! Αυτή η στιγμή θα μου μείνει αλησμόνητη.»

Και μπορεί με το πέρασμα του χρόνου οι ανέσεις να ήρθαν, αλλά όταν κάποια στιγμή ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ρώτησε την κόρη του Άννα αν ήταν ευτυχισμένη με όλα όσα της είχε προσφέρει, η απάντησή της ήταν: «Όχι όσο θα ‘θελα, γιατί μας λείπεις. Είναι το τίμημα της δόξας ακριβό!» Αυτό το κενό, η ίδια δε θέλησε να το βιώσουν και τα παιδιά της. «Έχω δυο κόρες και δύο εγγόνια. Έφτασαν 18 ετών οι κόρες μου και τότε άρχισα εγώ να εργάζομαι πάνω στον πολιτισμό. Να είμαι υπηρέτης του πολιτισμού. Γιατί δεν ήθελα να λείψω από τα παιδιά μου. Γιατί εμένα οι γονείς μου είχαν λείψει. Η μητέρα μου ακολουθούσε τον πατέρα στις περιοδείες και μεγαλώναμε με τη γιαγιά και τον παππού. Και μας έλειψε πάρα πολύ η οικογένεια. Κι ό,τι μου έλειψε, κοιτάω να τους το δίνω απλόχερα, γιατί ξέρω τι σημαίνει η απουσία

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News