Ένα ιστορικό κεφάλαιο για τη διεθνή βιομηχανία της μόδας φαίνεται πως φτάνει στο τέλος του, καθώς ο Στέφανο Γκαμπάνα αποχωρεί από τον οίκο Dolce & Gabbana, τον οποίο δημιούργησε μαζί με τον Ντομένικο Ντόλτσε πριν από περίπου 40 χρόνια στο Μιλάνο.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας εποχής για ένα brand που συνδέθηκε όσο λίγα με την έννοια της ιταλικής πολυτέλειας, της θεατρικότητας και της αισθησιακής θηλυκότητας.
Παρότι η αποχώρηση δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα από τον ίδιο τον σχεδιαστή ή τον οίκο, οικονομικά και εταιρικά στοιχεία που ήρθαν στο φως δείχνουν ότι ο Γκαμπάνα έχει αποσυρθεί από τη θέση του προέδρου ήδη από τον Δεκέμβριο, με τις διοικητικές αλλαγές να επιβεβαιώνουν τη μετατόπιση ισορροπιών μέσα στην εταιρεία.
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, το ποσοστό συμμετοχής του στον οίκο, που φτάνει περίπου το 40%, βρίσκεται σε φάση διαπραγμάτευσης, ενώ η εταιρεία προχωρά σε ευρύτερο οικονομικό επανασχεδιασμό.
Η Dolce & Gabbana, που έχει εξελιχθεί από έναν οίκο μόδας σε πολυεπίπεδη επιχειρηματική αυτοκρατορία με δραστηριότητες από την υψηλή ραπτική έως τα καλλυντικά, τα αρώματα και το real estate, εξετάζει παράλληλα κινήσεις όπως η πώληση περιουσιακών στοιχείων και η αναχρηματοδότηση δανεισμού εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της ρευστότητας και αναδιάρθρωσης του ομίλου.
Το δημιουργικό αποτύπωμα του ντουέτου παραμένει ωστόσο ανεξίτηλο. Από τις πρώτες συλλογές που άντλησαν έμπνευση από τη Σικελία και την ιταλική παράδοση, μέχρι τις εμβληματικές εμφανίσεις στο κόκκινο χαλί, ο οίκος καθιέρωσε μια αισθητική βασισμένη στη θηλυκότητα, τη δαντέλα, το μαύρο φόρεμα και τη δραματική σιλουέτα που αγκαλιάζει το σώμα.
Η διεθνής αναγνώριση ήρθε γρήγορα, όταν η Μαντόνα επέλεξε τους Dolce & Gabbana για τη δημιουργία κοστουμιών της παγκόσμιας περιοδείας της στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μετατρέποντας τον οίκο σε σύμβολο της ποπ κουλτούρας.
Στη συνέχεια, κορυφαία ονόματα όπως η Μπιγιόνσε, η Γουίτνεϊ Χιούστον και η Κάιλι Μινόγκ υιοθέτησαν δημιουργίες τους, ενισχύοντας τον παγκόσμιο χαρακτήρα του brand.
Παράλληλα, η Dolce & Gabbana εξελίχθηκε σε έναν οίκο εμπειριών, με τις επιδείξεις Alta Moda να μετατρέπουν την παρουσίαση κάθε συλλογής σε πολυήμερο θεατρικό γεγονός σε ιστορικές τοποθεσίες της Ιταλίας.
Ο οίκος δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στη μόδα, αλλά επεκτάθηκε δυναμικά σε αρώματα και καλλυντικά, δημιουργώντας προϊόντα-σύμβολα που ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την παγκόσμια ταυτότητά του.
Ωστόσο, η πορεία του brand δεν ήταν χωρίς αντιπαραθέσεις. Δημόσιες τοποθετήσεις και δηλώσεις των δημιουργών κατά καιρούς προκάλεσαν αντιδράσεις στον χώρο της μόδας και πέρα από αυτόν, φέρνοντας τον οίκο στο επίκεντρο συζητήσεων γύρω από κοινωνικά και πολιτισμικά ζητήματα.
Με την αποχώρηση του Στέφανο Γκαμπάνα, η Dolce & Gabbana εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου το δημιουργικό της DNA καλείται να συνυπάρξει με τις προκλήσεις της σύγχρονης βιομηχανίας πολυτελείας και των οικονομικών ανακατατάξεων που διαμορφώνουν τον παγκόσμιο χάρτη της μόδας.
