Δύο νέοι άνθρωποι από δύο διαφορετικά σημεία του πλανήτη, με διαφορετικές ζωές, διαφορετικές εμπειρίες και έναν ολόκληρο ωκεανό να τους χωρίζει, χρειάστηκε να ταξιδέψουν χιλιάδες χιλιόμετρα για να συναντηθούν τυχαία στην Κρήτη. Ήταν Μάιος του 1985, όταν ο Αμερικανός Τσακ Πάπας και η Νταϊάν Γουέμπερ από τη Νότια Αφρική αντάλλαξαν ένα βλέμμα σε έναν ξενώνα νέων στον Άγιο Νικόλαο.
Εκείνο το βλέμμα έγινε ατελείωτες συζητήσεις στις κρητικές παραλίες, ένας αποχωρισμός, ένα σχεδόν απίθανο ραντεβού στην Αθήνα και τελικά μια κοινή ζωή. Σαράντα χρόνια αργότερα, παντρεμένοι, με δύο κόρες και πλέον μια εγγονή, επέστρεψαν στην Κρήτη, στον τόπο που ένωσε για πάντα τις ζωές τους.
Ο Τσακ Πάπας παραλίγο να μην πάει εκείνη την ημέρα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.
Ήταν ένα ζεστό και πολυσύχναστο πρωινό στην ελληνική πρωτεύουσα. Ο Τσακ περνούσε ανάμεσα στους τουρίστες που κινούνταν στα πλακόστρωτα δρομάκια. Κάθε τόσο σήκωνε το βλέμμα του προς τα εντυπωσιακά αρχαία μνημεία και ύστερα κοίταζε ξανά το ρολόι του.
Ο Τσακ υποσχέθηκε στην Νταϊάν ότι για πέντε συνεχόμενες ημέρες θα την περίμενε στα μαρμάρινα σκαλιά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, για μία ώρα κάθε μεσημέρι. Αν το ήθελε η μοίρα, θα τη συναντούσε εκεί
Είχε περάσει περίπου ένας μήνας από τότε που ο Αμερικανός είχε συμφωνήσει να ξανασυναντηθεί με τη συνταξιδιώτισσά του, Νταϊάν Γουέμπερ, η οποία ταξίδευε στην Ευρώπη έχοντας έρθει από τη Νότια Αφρική.
Ο Τσακ είχε σκεφτεί πολλές φορές την Νταϊάν μετά τις ημέρες που είχαν περάσει μαζί στην Κρήτη. Μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, οι δυο τους –και οι δύο τότε γύρω στα 20– είχαν μετατραπεί από δύο αγνώστους σε ανθρώπους που εκμυστηρεύονταν ο ένας στον άλλο τα πάντα και, τελικά, σε κάτι περισσότερο.
«Ταιριάξαμε αμέσως», λέει σήμερα ο Τσακ στο CNN Travel. «Ύστερα εκείνη έφυγε για την Τουρκία κι εγώ για ένα άλλο ελληνικό νησί. Της είπα ότι θα βρισκόμουν στην Αθήνα… και ότι, αν τύχαινε να βρίσκεται κι εκείνη κάπου κοντά, θα τη συναντούσα στο μουσείο, τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα – αν και ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι κανένας από τους δυο μας δεν θα τηρούσε αυτό το ραντεβού».
Ο Τσακ υποσχέθηκε στην Νταϊάν ότι για πέντε συνεχόμενες ημέρες θα την περίμενε στα μαρμάρινα σκαλιά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, για μία ώρα κάθε μεσημέρι. Αν το ήθελε η μοίρα, θα τη συναντούσε εκεί.
Για τέσσερις συνεχόμενες ημέρες, ο Τσακ πήγαινε στο μουσείο και καθόταν μόνος στα σκαλιά. Κανένα ίχνος της Νταϊάν. Κάθε φορά που το ρολόι έδειχνε μία το μεσημέρι, ένιωθε ένα τσίμπημα απογοήτευσης, το οποίο προσπαθούσε να διώξει από το μυαλό του.
Στη διάρκεια του ενός χρόνου που είχε αφήσει πίσω τη Μασαχουσέτη για να ταξιδέψει, είχε γνωρίσει πολλούς ανθρώπους –και είχε φλερτάρει με πολλές γυναίκες–, όμως η Νταϊάν ήταν διαφορετική.
«Κάναμε βαθιές συζητήσεις για τη ζωή», λέει. «Συζητήσεις που δεν είχα κάνει με κανέναν άλλον όλους εκείνους τους μήνες που γνώριζα κόσμο».
Την τελευταία ημέρα του στην Αθήνα, ο Τσακ σκέφτηκε να μην πάει καθόλου στα σκαλιά του μουσείου. Κάτι, όμως, τον έκανε να συνεχίσει. Ήθελε να κρατήσει την υπόσχεσή του.
«Έτσι αποφάσισα να πάω στο μουσείο την ώρα που είχαμε συμφωνήσει, χωρίς να περιμένω ότι θα εμφανιστεί κανείς», θυμάται. «Έφτασα εκεί και περίμενα περίπου μία ώρα στα εξωτερικά σκαλιά».
Τα λεπτά περνούσαν και η Νταϊάν δεν φαινόταν πουθενά.

«Αυτό ήταν», σκέφτηκε ο Τσακ. «Δεν θα την ξαναδώ ποτέ».
Ήταν το 1985. Κινητά τηλέφωνα δεν υπήρχαν. Ο Τσακ δεν είχε κανένα στοιχείο επικοινωνίας της Νταϊάν. Αν εκείνη δεν εμφανιζόταν το μεσημέρι στα μαρμάρινα σκαλιά του μουσείου, δεν θα είχε κανέναν τρόπο να επικοινωνήσει μαζί της.
Όταν η ώρα της αναμονής πλησίαζε στο τέλος της, ο Τσακ είχε πλέον πείσει τον εαυτό του ότι δεν θα ερχόταν.
Ήταν έτοιμος να φύγει όταν ξαφνικά ένιωσε ένα άγγιγμα στον ώμο.
Πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, κάποιος τον είχε αγκαλιάσει από πίσω.
Ο Τσακ άρχισε να χαμογελά.
Γύρισε.
Και ήταν εκεί.
Η Νταϊάν.
«Ήταν εκείνη», λέει σήμερα. «Δεν μπορούσα να το πιστέψω».

Η γνωριμία στην Κρήτη
Την άνοιξη που ο Τσακ επισκέφθηκε την Κρήτη ήταν 26 ετών. Βρισκόταν σε μια περίοδο της ζωής του κατά την οποία αναζητούσε ακόμη τον δρόμο του και είχε έντονη επιθυμία να ταξιδέψει και να γνωρίσει τον κόσμο – και, κυρίως, την Ελλάδα.
Μόλις είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Αρχαιολογία και την Ανθρωπολογία και είχε αναπτύξει μεγάλο ενδιαφέρον για τον αρχαίο κόσμο. Παράλληλα, είχε και ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα: οι παππούδες και οι γιαγιάδες του, τόσο από την πλευρά του πατέρα του όσο και από εκείνη της μητέρας του, είχαν μεταναστεύσει από την Ελλάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1940.
Αφού έφτασε αεροπορικώς στην Αθήνα, ο Τσακ πήρε το πλοίο για την Κρήτη και κατευθύνθηκε σε μια μικρή πόλη, τον Άγιο Νικόλαο. Γοητεύτηκε από τις αμμώδεις παραλίες και τις γεμάτες ζωή ταβέρνες και αποφάσισε να μείνει εκεί για λίγο καιρό.
Η προσπάθειά του να βρει περιστασιακή δουλειά σε αρχαιολογικές ανασκαφές αποδείχθηκε δυσκολότερη απ' όσο περίμενε. Ωστόσο, απολάμβανε να εξερευνά μόνος του την περιοχή και τα βράδια να διασκεδάζει στους ξενώνες νέων.
Μια μέρα, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 25ης Μαΐου 1985, ο Τσακ έπινε μια μπίρα μαζί με μερικούς ακόμη ταξιδιώτες στον ξενώνα όπου έμενε, όταν πρόσεξε μια νεοφερμένη.
«Μπαίνει μέσα αυτή η ψηλή, ξανθιά κοπέλα… ψάχνοντας ένα μέρος για να μείνει», θυμάται. «Έριξε μια ματιά προς το μέρος μου και, όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά μας, ένιωσα μια σύνδεση που δεν είχα αισθανθεί ποτέ ξανά. Στην πραγματικότητα, δεν είπαμε σχεδόν τίποτα ο ένας στον άλλο».
Η κοπέλα αυτή ήταν, φυσικά, η Νταϊάν.
Η ίδια θυμάται ότι εκείνη τη στιγμή ήταν κάπως αναστατωμένη. Ανησυχούσε μήπως ο ξενώνας έκλεινε τις πόρτες του για τη νύχτα και δεν προλάβαινε να μπει.
«Έφτασα εκεί λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, τρέχοντας», λέει σήμερα η Νταϊάν στο CNN Travel. «Οι Έλληνες τηρούσαν πραγματικά τον κανόνα ότι οι πόρτες κλείδωναν στις 12. Έφτασα στις 12 παρά πέντε και οι πόρτες ήταν ακόμη ανοιχτές. Εκείνος στεκόταν στην είσοδο μαζί με δύο κοπέλες και έναν Άγγλο… Έτσι γνωριστήκαμε για πρώτη φορά».
Η Νταϊάν θυμάται ακόμη τη στιγμή που το βλέμμα της συνάντησε εκείνο του Τσακ. Της κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον, αλλά ταυτόχρονα ήταν και επιφυλακτική απέναντί του.
Βλέποντάς τον περιστοιχισμένο από γυναίκες, υπέθεσε ότι μάλλον «νόμιζε πως ήταν Έλληνας θεός».
Η πρώτη της εντύπωση ήταν ότι ο Τσακ φλέρταρε με όλα τα κορίτσια σε κάθε ξενώνα νέων όπου πήγαινε. Γι' αυτό και δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην παρατεταμένη ανταλλαγή βλεμμάτων μεταξύ τους.
Υπήρχε, όμως, και κάτι ακόμη που την μπέρδευε.
Ενώ οι υπόλοιποι της παρέας ήταν φιλικοί και εκδηλωτικοί μαζί της, ο Τσακ ήταν, όπως τον θυμάται η ίδια, «συγκρατημένος, ψύχραιμος και λιγομίλητος».
Η Νταϊάν δεν ήξερε ακριβώς τι να σκεφτεί γι' αυτόν.
Άλλωστε, δεν είχε έρθει στην Ευρώπη αναζητώντας έναν έρωτα των διακοπών.
Είχε έρθει αναζητώντας μια διέξοδο.
Απόδραση στην Ελλάδα
Όπως ο Τσακ, έτσι και η Νταϊάν ήταν 26 ετών. Όμως, ενώ εκείνος απολάμβανε μια ανέμελη ζωή στη Μασαχουσέτη, γεμάτη νυχτερινή διασκέδαση και ταξίδια, η Νταϊάν είχε ήδη έρθει αντιμέτωπη με ορισμένες από τις πιο σκληρές πλευρές της ζωής στη Νότια Αφρική.
Τη δεκαετία του 1980, στη χώρα εξακολουθούσε να ισχύει το απαρτχάιντ – ένα σύστημα που εξασφάλιζε προνόμια στους λευκούς Νοτιοαφρικανούς, καταπιέζοντας συστηματικά τη μαύρη πλειονότητα.
Παρότι η Νταϊάν μεγάλωσε σε λευκή οικογένεια, όπως λέει η ίδια, δεν συμφωνούσε με το καθεστώς.
Την περίοδο που γνώρισε τον Τσακ, όμως, βίωνε και μια πολύ δύσκολη προσωπική δοκιμασία.
«Δυστυχώς, ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος της ζωής μου», λέει η Νταϊάν. «Ο σύντροφός μου εκείνη την εποχή είχε φύγει από τη ζωή. Αποφάσισα να τα αφήσω όλα και να ταξιδέψω, επειδή ένιωθα ότι είχα ανάγκη να ξεφύγω».
Μέσα στο πένθος της, η Νταϊάν έπεισε μια φίλη της να ταξιδέψουν μαζί και οι δύο γυναίκες πήραν το αεροπλάνο από τη Νότια Αφρική για την Ευρώπη.
Διέσχισαν την ευρωπαϊκή ήπειρο με ένα παλιό βρετανικό ασθενοφόρο, το οποίο είχαν μετατρέψει σε όχημα για τα ταξίδια τους. Για οκτώ μήνες περιπλανήθηκαν και γνώρισαν διαφορετικά μέρη της Ευρώπης, μέχρι που η φίλη της χρειάστηκε να επιστρέψει στην πατρίδα.
Το σχέδιό της ήταν να περάσει λίγες ημέρες στο νησί εξερευνώντας την αρχαία ιστορία του και στη συνέχεια να ταξιδέψει στα ερείπια της Τροίας, στην Τουρκία
Η Νταϊάν πούλησε τότε το ασθενοφόρο και αποφάσισε, πριν επιστρέψει και η ίδια στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, να κάνει έναν τελευταίο σταθμό. Την Ελλάδα.
«Αγαπούσα ανέκαθεν τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική αρχαιολογία», λέει. «Ήξερα ότι ήθελα να πάω στην Κρήτη για να γνωρίσω τον μινωικό πολιτισμό».
Το σχέδιό της ήταν να περάσει λίγες ημέρες στο νησί εξερευνώντας την αρχαία ιστορία του και στη συνέχεια να ταξιδέψει στα ερείπια της Τροίας, στην Τουρκία.
Η Νταϊάν δεν περίμενε ότι, στη διάρκεια της σύντομης παραμονής της στην Κρήτη, θα ερχόταν ιδιαίτερα κοντά με κάποιον.
Όμως το πρωί μετά την άφιξή της στον ξενώνα, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, άρχισε για πρώτη φορά να συζητά πραγματικά με τον Τσακ.
«Την επόμενη ημέρα, σίγουρα δημιουργήθηκε ένας δεσμός μεταξύ μας», λέει. «Περάσαμε πολύ χρόνο μιλώντας για την ιστορία μας, για το παρελθόν μας και για όλα όσα είχαμε βιώσει».
Η ίδια η Νταϊάν ξαφνιάστηκε με το πόσο εύκολα άνοιξε την καρδιά της στον Τσακ. Του μίλησε για τον θάνατο του συντρόφου της και για την προσπάθειά της, μέσα από το ταξίδι στην Ευρώπη, να διαχειριστεί αυτή την απώλεια.
Εκείνος αποδείχθηκε εξαιρετικός ακροατής. Δεν απέστρεφε το βλέμμα του ακόμη και όταν εκείνη μιλούσε για τα πιο δύσκολα και επώδυνα θέματα.
«Μέσα σε εκείνες τις λίγες ημέρες, η αρχική εντύπωση που είχα γι' αυτόν άλλαξε», λέει. «Ο Τσακ έγινε αμέσως ένας ώμος για να στηριχτώ. Ένιωθα σαν να τον γνώριζα από πάντα».
Και ο Τσακ, από την πλευρά του, εντυπωσιάστηκε από το πόσο αβίαστα μπορούσαν να συζητούν μεταξύ τους.
«Καθόμασταν στην παραλία και μιλούσαμε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες», λέει. «Για μένα ήταν μια διαφορετική σύνδεση. Δεν νομίζω ότι μέχρι τότε είχα αφιερώσει ποτέ πραγματικά τόσο χρόνο για να μιλήσω τόσο βαθιά με κάποιον. Και τότε συνειδητοποίησα: “Αυτό το κορίτσι είναι διαφορετικό”».
Οι δυο τους πέρασαν επίσης υπέροχες στιγμές εξερευνώντας μαζί την Κρήτη.
«Γυρίσαμε μεγάλο μέρος του νησιού – κολυμπούσαμε, βγαίναμε για φαγητό, περνούσαμε χρόνο με τα άλλα παιδιά που έμεναν στον ξενώνα νέων», θυμάται ο Τσακ.
«Και χορεύαμε», προσθέτει η Νταϊάν. «Χορεύαμε στο νυχτερινό κέντρο. Χορεύαμε στην παραλία. Κοιμόμασταν στην παραλία, πίναμε στην παραλία, τρώγαμε στην παραλία. Σίγουρα είχε δημιουργηθεί ένας πολύ δυνατός δεσμός μεταξύ μας».
Ήταν μερικές ξεχωριστές ημέρες τόσο για τον Τσακ όσο και για την Νταϊάν. Κανείς από τους δύο, όμως, δεν περίμενε ότι αυτή η απρόσμενη γνωριμία θα είχε συνέχεια μετά την Κρήτη.
Η Νταϊάν, μάλιστα, αντιμετώπιζε με ιδιαίτερο ρεαλισμό την κατάσταση.
«Είχα ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μου μέχρι να επουλώσω τις πληγές μου, ενώ εκείνος δεν σκεφτόταν καν τις σοβαρές σχέσεις. Μπορούσα να το καταλάβω από τον τρόπο που συμπεριφερόταν», λέει. «Το μόνο που ήθελε ήταν να περνάει καλά».
Υπήρχε, άλλωστε, και η τεράστια απόσταση που τους χώριζε. Η Μασαχουσέτη και η Πρετόρια, όπου ζούσε η Νταϊάν, έμοιαζαν να βρίσκονται σε δύο διαφορετικούς κόσμους.
«Οπότε ήταν κάπως σαν να λέγαμε… θα δούμε τι θα γίνει», θυμάται η Νταϊάν. «Θα δούμε τι θα φέρει το μέλλον».
Με αυτή ακριβώς τη λογική, οι δυο τους συμφώνησαν να προσπαθήσουν να ξανασυναντηθούν έναν μήνα αργότερα στην Αθήνα.
«Μου είπε: “Από αυτή την ημέρα και για μία εβδομάδα, θα σε περιμένω από τις 12 μέχρι τη 1 στα σκαλιά του Αρχαιολογικού Μουσείου”», θυμάται η Νταϊάν. «“Μπορεί να καταφέρουμε να συναντηθούμε, μπορεί και όχι”. Κι εγώ του είπα: “Ναι, εντάξει”. Έφυγα πιστεύοντας ότι δεν θα τον ξανάβλεπα ποτέ».
Τελικά, η Νταϊάν αντιμετώπισε προβλήματα με τη βίζα της, τα οποία την ανάγκασαν να παραμείνει στην Τουρκία δύο ημέρες περισσότερο απ' όσο είχε υπολογίσει.
Κατάφερε να φτάσει στο λιμάνι του Πειραιά την τελευταία ημέρα που ο Τσακ είχε υποσχεθεί ότι θα την περίμενε.

Η επανένωση στην Αθήνα
«Έτρεχα για να προσπαθήσω να φτάσω την τελευταία στιγμή», θυμάται η Νταϊάν. «Ήταν κυριολεκτικά πέντε λεπτά πριν από τη μία. Τον είδα να κάθεται στα σκαλιά. Τον πλησίασα από πίσω, έβαλα τα χέρια μου πάνω στα μάτια του κι εκείνος πετάχτηκε όρθιος. Και ξαφνικά, ήμασταν πάλι μαζί».
Οι δυο τους πέρασαν ένα ξέφρενο 24ωρο στην Αθήνα, προτού ο Τσακ πάρει την πτήση της επιστροφής για τη Βοστώνη.
«Περάσαμε τον λιγοστό χρόνο που είχαμε απολαμβάνοντας ο ένας την παρέα του άλλου και με τη χαρά ότι, πραγματικά, είχαμε καταφέρει να βρεθούμε ξανά μαζί», θυμάται ο Τσακ.
«Είχαμε μόνο μία ημέρα», λέει η Νταϊάν. «Ήμουν ενθουσιασμένη που τον ξαναέβλεπα. Είχα προσπαθήσει τόσο πολύ να επιστρέψω από την Τουρκία, πιστεύοντας ότι τελικά δεν θα τα κατάφερνα και ότι δεν θα έφτανα εγκαίρως. Ήμουν πολύ χαρούμενη που τον είδα».
Η Νταϊάν, όμως, είχε και έναν ακόμη λόγο να νιώθει ευχάριστα έκπληκτη: ο Τσακ, παρά τη φήμη του ως γυναικά, είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.
«Για μένα ήταν ένα σημάδι ότι, όσες παραλίες γυμνιστών κι αν μπορούσε να επισκεφθεί, μπορούσε παρ' όλα αυτά να πάρει τον δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα, να έρθει να με συναντήσει και να με περιμένει», λέει. «Και αυτό έκανε την καρδιά μου να πετάξει από χαρά».
Αυτή τη φορά, όταν ήρθε η στιγμή να αποχαιρετιστούν, η Νταϊάν και ο Τσακ αντάλλαξαν διευθύνσεις και στοιχεία επικοινωνίας.
Υποσχέθηκαν ότι θα διατηρούσαν επαφή.
Ακόμη και τότε, όμως, κανείς από τους δύο δεν ήξερε –ούτε περίμενε– τι θα μπορούσε να ακολουθήσει.
Μια σχέση από απόσταση
Η Νταϊάν αφοσιώθηκε στη δουλειά της. Ο Τσακ, από την άλλη, συνέχισε να γεμίζει τη ζωή του με διασκέδαση και πάρτι.
Και, προς έκπληξη και των δύο, συνέχισαν να επικοινωνούν.
«Ήταν μια σχέση από απόσταση, μέσα από γράμματα», λέει ο Τσακ.
Η αλληλογραφία τους δεν ήταν τακτική. Και οι δύο, όμως, λάτρευαν εκείνη τη στιγμή που αντίκριζαν πάνω στους αεροπορικούς φακέλους, στην πόρτα του σπιτιού τους, τον γραφικό χαρακτήρα του άλλου.
Κατά διαστήματα μιλούσαν και στο τηλέφωνο. Εκείνες οι σπάνιες στιγμές επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ηπείρους τούς υπενθύμιζαν πόσο πολύ απολάμβαναν να εκμυστηρεύονται ο ένας στον άλλο τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους.

«Ο τρόπος που μπορούσε να μιλάει στο τηλέφωνο ήταν απλώς εκπληκτικός», λέει ο Τσακ. «Η φωνή και η κουβέντα της με γαλήνευαν, με ηρεμούσαν και ήταν υπέροχο. Ήταν εκείνα τα τηλεφωνήματα, στα χρόνια που ακολούθησαν, που με κρατούσαν δεμένο μαζί της».
Όσο περνούσε ο καιρός, ο Τσακ έβγαινε με άλλες κοπέλες. Καμία από αυτές τις σχέσεις, όμως, δεν ήταν σοβαρή.
Καμία δεν μπορούσε να συγκριθεί με την Νταϊάν.
«Το μόνο που ήθελα ήταν να ζήσω τη ζωή μου, και το γνώριζαν όλοι οι φίλοι μου, όπως και όλες οι κοπέλες με τις οποίες ήμουν», λέει.
Είχε μιλήσει στους στενούς του φίλους για την Νταϊάν, χωρίς όμως να μπαίνει σε πολλές λεπτομέρειες.
Σε δυο-τρεις ανθρώπους είχε πει μόνο κάτι πολύ συγκεκριμένο:
«Μου αρέσει πάρα, πάρα πολύ αυτή η κοπέλα. Ξέρω ότι βρίσκεται 8.000 μίλια μακριά, αλλά εξακολουθούμε να επικοινωνούμε».
Την ίδια ώρα, στην Πρετόρια, η Νταϊάν επέτρεπε κάποιες φορές στον εαυτό της να ονειρεύεται τον Τσακ, χωρίς όμως να ξεχνά ότι οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος τους.
«Ήμουν αρκετά ώριμη ώστε να καταλαβαίνω ότι εκείνος έπρεπε ακόμη να ζήσει τη ζωή του και να αποκτήσει τις εμπειρίες του, ενώ κι εγώ δεν αναζητούσα μια σχέση», λέει. «Επομένως, αυτό που υπήρχε μεταξύ μας ήταν μια σύνδεση με τη λογική: “Ας δούμε τι θα φέρει το μέλλον”».
Οι μήνες περνούσαν. Και έγιναν χρόνια.
«Ήμουν αφοσιωμένη στις σπουδές μου, στην οικογένειά μου και στους φίλους μου», λέει η Νταϊάν. «Σίγουρα έβγαινα πολύ με τις φίλες μου, αλλά χρειάστηκε αρκετός καιρός μέχρι να αρχίσω ξανά να βγαίνω ραντεβού. Ακόμη και τότε, όμως, κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε πάντα ο Τσακ…
»Στους λίγους άνδρες με τους οποίους βγήκα, έλεγα ότι υπήρχε κάποιος στις Ηνωμένες Πολιτείες που μου άρεσε πραγματικά πολύ, αλλά δεν ήξερα τι θα μπορούσε να φέρει το μέλλον».
Το ταξίδι στη Νότια Αφρική
Και τότε, μια μέρα, ο Τσακ τηλεφώνησε ξαφνικά στην Νταϊάν. Της ανακοίνωσε ότι έκλεινε αεροπορικό εισιτήριο για να ταξιδέψει στη Νότια Αφρική και να τη συναντήσει.
«Της είπα ότι σκόπευα να έρθω, αν φυσικά δεν είχε αντίρρηση. Μου είπε: “Βεβαίως”. Κι έτσι έκανα το ταξίδι των 8.000 μιλίων», θυμάται ο Τσακ.
Ήταν το καλοκαίρι του 1987, δύο χρόνια μετά την πρώτη τους γνωριμία στην Κρήτη.
«Ήμουν ενθουσιασμένος και ταυτόχρονα αποφασισμένος να ξαναβρεθώ κοντά στη μοναδική κοπέλα που είχα γνωρίσει και με την οποία ένιωθα ότι θα μπορούσα πραγματικά να είμαι μαζί», θυμάται.
«Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ερχόταν, και μάλιστα έχοντας με ενημερώσει τόσο λίγο καιρό πριν», λέει η Νταϊάν. «Ήμουν ενθουσιασμένη αλλά και αγχωμένη».
Πριν από την άφιξή του, η Νταϊάν είχε ενημερώσει την οικογένεια και τους δικούς της ανθρώπους για τον Τσακ και, όταν εκείνος έφτασε, τους τον σύστησε.
«Η οικογένεια και οι φίλοι μου τον λάτρεψαν», θυμάται η Νταϊάν. «Κατάλαβαν τι ήταν αυτό που έβλεπα εγώ σ' εκείνον. Ο χαλαρός χαρακτήρας του, ο ενθουσιασμός του και το κοφτερό του χιούμορ τούς διασκέδαζαν πραγματικά».
Στη διάρκεια των δύο εβδομάδων που έμεινε ο Τσακ στη Νότια Αφρική, οι δυο τους ταξίδεψαν στην Πρετόρια και το Γιοχάνεσμπουργκ, κατέβηκαν μέχρι το Ντέρμπαν και στη συνέχεια επισκέφθηκαν το Εθνικό Πάρκο Κρούγκερ, όπου έκαναν σαφάρι.
Ανάμεσα στις περιπέτειες και τα ταξίδια τους, συνέχιζαν να κάνουν αυτό που τους είχε ενώσει από την πρώτη στιγμή: να μιλούν.
Οι συζητήσεις τους επιβεβαίωναν αυτό που ήδη αισθάνονταν και οι δύο – ότι ανάμεσά τους υπήρχε μια αβίαστη και ξεχωριστή σύνδεση.
Όμως οι δύο εβδομάδες πέρασαν και ο Τσακ έπρεπε να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Περάσαμε υπέροχα για δύο εβδομάδες και μετά έφυγα», θυμάται. «Τον επόμενο χρόνο, τον Απρίλιο, ήρθε εκείνη να με επισκεφθεί και έβρεχε όλη την ώρα. Μου είπε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει εδώ – στη Νότια Αφρική έχει πάρα πολύ ήλιο…»
«Ήταν υπέροχο που τον ξαναείδα», λέει η Νταϊάν. «Όμως δεν μπορούσα καθόλου να φανταστώ τον εαυτό μου να ζει εδώ».
Επιπλέον, στη Μασαχουσέτη ο Τσακ εξακολουθούσε, στα τέλη της δεκαετίας των 20 του, να ζει μια ζωή γεμάτη πάρτι και νυχτερινή διασκέδαση.
Η απόφαση που άλλαξε τη ζωή τους
Έναν χρόνο αργότερα, το 1989, ο Τσακ επικοινώνησε ξανά με την Νταϊάν. Αυτή τη φορά ήταν απόλυτα ξεκάθαρος για το τι ήθελε.
«Πλησίαζα τα 31α γενέθλιά μου», θυμάται. «Της έγραψα ένα μεγάλο γράμμα, στο οποίο της έλεγα ότι η ζωή μου στα νυχτερινά κέντρα είχε τελειώσει και τη ρωτούσα αν θα ερχόταν εδώ για να μείνει οριστικά. Έχουμε ακόμη εκείνο το γράμμα. Μου είπε “ναι”».
Για την Νταϊάν, τα χρόνια της σχέσης τους από απόσταση είχαν λειτουργήσει διαφορετικά. Της είχαν επιτρέψει να εξοικειωθεί σταδιακά με την ιδέα μιας μόνιμης ζωής με τον Τσακ, ενώ παράλληλα της είχαν δώσει τον χρόνο που χρειαζόταν για να αρχίσει να διαχειρίζεται την απώλεια του συντρόφου της.
Τελικά, πέρασαν τέσσερα χρόνια από την πρώτη τους συνάντηση στην Κρήτη, το 1985, μέχρι τη μετακόμισή της στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1989.
«Για εμάς λειτούργησε καλά το γεγονός ότι είχαμε μια σχέση από απόσταση, γιατί εγώ μπορούσα να επουλώνω τις πληγές μου μακριά του και παράλληλα να του δίνω τον χρόνο να ωριμάσει», λέει η Νταϊάν. «Ήταν νέος και ανέμελος, ενώ εγώ αισθανόμουν ότι εκείνη την περίοδο της ζωής μου σίγουρα δεν βρισκόμουν σε μια τόσο νεανική και ανέμελη φάση».
Η Νταϊάν έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσει κάτι ακόμη πιο βαθύ: τη δυσκολία να επιτρέψει στον εαυτό της να δεθεί ξανά με έναν άνθρωπο, έχοντας ταυτόχρονα τον φόβο ότι θα μπορούσε να τον χάσει.
«Για μένα ήταν μια σταδιακή διαδικασία», λέει, «μέχρι να μπορέσω να τον εμπιστευτώ και να πάψω να φοβάμαι ότι θα πεθάνει κι εκείνος».
Ένα νέο κεφάλαιο μαζί
Η μετακόμιση στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Ιανουάριο του 1989, ήταν ένα μεγάλο βήμα για την Νταϊάν.
Άφησε πίσω της τη σταθερή δουλειά της ως λογίστρια στην Πρετόρια και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, προκειμένου να ακολουθήσει την πορεία που θα της επέτρεπε να γίνει ορκωτή λογίστρια (CPA) στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Τσακ εξακολουθούσε να εργάζεται ως ανεξάρτητος φωτογράφος και η ζωή τους εκείνη την περίοδο έμοιαζε κάπως αβέβαιη.
Υπήρχαν επίσης πολιτισμικές διαφορές στις οποίες έπρεπε να προσαρμοστούν. Μεγαλώνοντας στη Νότια Αφρική την εποχή του απαρτχάιντ, η Νταϊάν είχε συνηθίσει να υπάρχουν οικιακοί βοηθοί στο σπίτι και έτσι δεν είχε ασχοληθεί ουσιαστικά ποτέ με τις δουλειές του νοικοκυριού.
«Όταν έφυγα από τη Νότια Αφρική, συνειδητοποίησα πραγματικά πόσο άδικο ήταν αυτό το σύστημα», λέει. «Όσο μεγάλωνα μέσα σε αυτό, δεν είχα επίγνωση ότι θα μπορούσε να υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος ζωής».
Κατά διαστήματα, το ζευγάρι δυσκολευόταν επίσης να προσαρμοστεί στη συγκατοίκηση.
Όμως το συναίσθημα που κυριαρχούσε και για τους δύο, την Νταϊάν και τον Τσακ, ήταν η ευτυχία που επιτέλους βρίσκονταν μαζί.
«Όταν ήρθε εδώ η Νταϊάν, όλα περιστρέφονταν γύρω από εκείνη – και, στην πραγματικότητα, έτσι είναι από τότε», λέει ο Τσακ.
Οι δυο τους συνέχισαν να μοιράζονται την αγάπη τους για τα ταξίδια, εξερευνώντας μαζί τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.
«Όσα λίγα χρήματα καταφέρναμε να εξοικονομήσουμε, τα διαθέταμε για ταξίδια», λέει η Νταϊάν.
Έπειτα από σχεδόν έναν χρόνο κοινής ζωής στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Νταϊάν και ο Τσακ αποφάσισαν να παντρευτούν.
«Χρειαζόμασταν χρόνο για να προσαρμοστούμε ο ένας στον άλλο, αλλά και οι δύο θέλαμε σίγουρα να παντρευτούμε», λέει ο Τσακ. «Παντρευτήκαμε την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, το 1990».
Ο γάμος τους ήταν μια μικρή και λιτή τελετή, παρουσία μόνο στενών φίλων και συγγενών.
Μετά τον γάμο, η Νταϊάν πήρε το επώνυμο του Τσακ και έγινε Νταϊάν Πάπας.
Ο «παραμυθένιος έρωτας» έγινε οικογένεια
Ήταν μια ξεχωριστή ημέρα για την Νταϊάν και τον Τσακ, αν και ο ίδιος αστειεύεται σήμερα λέγοντας ότι «οι περισσότεροι πίστευαν πως ζούσαμε έναν παραμυθένιο έρωτα που δεν επρόκειτο να κρατήσει».
Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια, οι δυο τους έχτισαν σταδιακά την κοινή τους ζωή και εκείνος ο «παραμυθένιος έρωτας» άρχισε να αποκτά γερές ρίζες στην πραγματικότητα.
«Μέσα σε τρία χρόνια είχαμε αποκτήσει δύο κόρες, είχαμε αγοράσει σπίτι και η Νταϊάν είχε πάρει το πτυχίο της», θυμάται ο Τσακ. «Λατρέψαμε πραγματικά το γεγονός ότι γίναμε γονείς των δύο κοριτσιών μας και συνεχίσαμε τον περιπετειώδη τρόπο ζωής μας, έχοντας πλέον μαζί μας και τα παιδιά μας».
«Αρχίσαμε να παίρνουμε τα κορίτσια μαζί μας στη Νότια Αφρική όταν ήταν τριών και πέντε ετών και από τότε τα έχουμε πάει εκεί πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια», λέει η Νταϊάν.
Οι κόρες του ζευγαριού κληρονόμησαν την αγάπη των γονιών τους για τα ταξίδια – αλλά και την ιδιαίτερη αγάπη τους για την Ελλάδα.
Η οικογένεια ταξίδεψε πολλές φορές στην Ελλάδα στη διάρκεια των δεκαετιών που ακολούθησαν.
Και όταν, πριν από λίγα χρόνια, παντρεύτηκε η μεγαλύτερη κόρη της Νταϊάν και του Τσακ, επέλεξε να γιορτάσει τον γάμο της στην Πάρο.
Επιστροφή στην Κρήτη 40 χρόνια μετά
Για να γιορτάσουν την 40ή επέτειο από τη γνωριμία τους, το 2025, ο Τσακ και η Νταϊάν επέστρεψαν στην Κρήτη – αυτή τη φορά έχοντας στο πλευρό τους μέλη της οικογένειάς τους, ανάμεσά τους και τη μικρή εγγονή τους.
«Σήμερα, περισσότερα από 40 χρόνια αργότερα, είμαστε ακόμη μαζί, ακόμη ερωτευμένοι», λέει ο Τσακ. «Εκείνη είναι πλέον καταξιωμένη ορκωτή λογίστρια, με τη δική της επιχείρηση, κι εγώ έχω το δικό μου φωτογραφικό στούντιο. Για την επέτειό μας επιστρέψαμε σε εκείνον τον ξενώνα νέων όπου είχαμε συναντηθεί εντελώς τυχαία, σ' ένα ελληνικό νησί, πριν από τόσα πολλά χρόνια… Και όλα ξεκίνησαν από ένα απλό βλέμμα».

Σήμερα, οι δυο τους βρίσκονται στα τέλη της δεκαετίας των 60 και εξακολουθούν να ταξιδεύουν όποτε τους δίνεται η ευκαιρία.
Και εξακολουθούν να κάνουν εκείνες τις μεγάλες, βαθιές συζητήσεις που τους έφεραν κοντά από τις πρώτες κιόλας ημέρες της γνωριμίας τους στην Κρήτη.
«Η επικοινωνία είναι το κλειδί για τα πάντα», λέει η Νταϊάν. «Έχουμε περάσει αμέτρητες ώρες της ζωής μας συζητώντας κάθε πρωί, συζητώντας κάθε βράδυ στο τέλος της ημέρας, μιλώντας κυριολεκτικά για τα πάντα».
Κάθε χρόνο, όταν φτάνει η 25η Μαΐου, το ζευγάρι θυμάται εκείνη την πρώτη, σχεδόν κινηματογραφική συνάντηση λίγο πριν από τα μεσάνυχτα στον ξενώνα νέων και αναλογίζεται όλα όσα συνέβησαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν.
«Είναι από εκείνα τα πράγματα που μοιάζουν με το να κερδίζεις το λαχείο», λέει ο Τσακ. «Οι πιθανότητες να λειτουργήσει κάτι ή να συμβεί κάτι τέτοιο είναι μία στο εκατομμύριο – με αυτόν τον συγχρονισμό, αυτές τις συνθήκες, τον τρόπο ζωής μας, τις χώρες στις οποίες ζούσαμε…»
«Σε ό,τι αφορά τις τυχαίες συναντήσεις, πιστεύω ότι πρέπει να τολμάς και να βγαίνεις εκεί έξω», λέει η Νταϊάν. «Πρέπει να παραμένεις ανοιχτός στις ευκαιρίες».
Για τον Τσακ, το μήνυμα που κρύβει η δική τους ιστορία αγάπης μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις λέξεις:
«Μην τα παρατάς».
Θα μπορούσε εκείνη την τελευταία ημέρα στην Αθήνα να είχε εγκαταλείψει το σχέδιο να περιμένει την Νταϊάν στα σκαλιά του Αρχαιολογικού Μουσείου.
Κάτι μέσα του, όμως, του έλεγε ότι άξιζε να πηγαίνει εκεί κάθε ημέρα.
Έστω και για την ελάχιστη πιθανότητα να εμφανιστεί.
«Ποτέ δεν ξέρεις αν αυτή η μία ευκαιρία που θα τολμήσεις να πάρεις είναι εκείνη που τελικά θα σου βγει σε καλό», λέει ο Τσακ.
«Και στη δική μας περίπτωση, βγήκε».
