Η γενιά του Πολυτεχνείου μεγαλώνει ζώντας με τις αναμνήσεις από τους αγώνες κόντρα στη Χούντα των Συνταγματαρχών, από την όμορφη εποχή της μεταπολίτευσης, τα όνειρα για μια Ελλάδα δημοκρατική, ευημερούσα, αλλά κυρίως με τη νοσταλγία της ζωής στο χωριό, όπου στα παιδικά και στα εφηβικά χρόνια η καθημερινότητα ήταν ποτισμένη με απλά πράγματα, που δεν είχαν όλα αυτά τα τεχνολογικά θαύματα της σημερινής εποχής που απολαμβάνουν τα σημερινά νιάτα.

Ο συνταξιούχος μαθηματικός κ. Μπάμπης Κανάκης, που γεννήθηκε πριν 75 χρόνια στο Καλό Χωριό του Δήμου Χερσονήσου και παντρεύτηκε στο Σταυροχώρι Ιεράπετρας, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του διδάσκοντας Μαθηματικά στα Γυμνάσια και τα Λύκεια του Νομού Λασιθίου, με αφορμή μια χούφτα φασκόμηλα, θυμήθηκε πολλές από τις συνήθειες των παιδιών της νεανικής του ηλικίας και, νοσταλγώντας την εποχή εκείνη, μας μίλησε για όλα αυτά που φέρνει στο μυαλό του, που έχουν ακόμη τις γνήσιες μυρωδιές της κρητικής υπαίθρου.
«Είδα μια φωτογραφία με φασκόμηλα και με νοσταλγία ταξίδεψα στα παιδικά μου χρόνια. Τα φασκόμηλα, που είναι ο καρπός της φασκομηλιάς, ήταν ένα από τα άγρια φρούτα της εποχής εκείνης, τότε που ήμασταν παιδιά στο Καλό Χωριό. Τρώγαμε και άλλα που δεν τα βρίσκουμε σήμερα, όπως τα μούρνα πάνω από τις μουρνιές, άγρια αχλάδια (απίδια) και πολλά άλλα. Ακόμη κι αν δεν είχαμε φαγητό, πάντα βρίσκαμε στα λαγκάδια και στα βουνά την απαιτούμενη τροφή. Άγρια χόρτα (ωμά ή ψημένα), χοχλιούς (κάναμε μέχρι και χοχλιδόπιτα), άγριες αγκινάρες, πουλιά, καβούρια, στραγάλια από οξυνίδες (τα κάναμε τηγανητά και ήταν υπέροχα) και πολλά άλλα. Αν τώρα αφήσεις έναν σημερινό έφηβο στην εξοχή, είναι σίγουρο ότι δε θα μπορέσει να βρει τροφή για να ζήσει, γιατί δεν έχει βιώματα, γιατί δεν του τα έχει δείξει κανείς», μας είπε ο κ. Μπάμπης Κανάκης.
«Είμαστε η γενιά που μεγάλωσε με μασήδες, δηλαδή μασημένες τροφές, με φασκιές, χωρίς πιπίλες, παιδικές κρέμες, παιχνίδια αγορασμένα, χωρίς τηλεόραση και τηλέφωνα, κινητά και ακίνητα, που προσλάμβανε εικόνες και παραστάσεις μόνο από τα παραμύθια της γιαγιάς και από την ίδια τη φύση.
Είμαστε η γενιά που ορισμένοι από εμάς γεννηθήκαμε στα χωράφια και, χωρίς ακόμη να περπατάμε, κάναμε παρέα στους γονείς μας στις δουλειές τους έξω στα χωράφια και η μοναδική μας κούνια στην ύπαιθρο ήταν μια αυτοσχέδια με το σκοινί κάτω από ένα δένδρο ή στο αναποδογυρισμένο σαμάρι του συμπαθούς τετράποδου, που δεν έλειπε από καμία οικογένεια», μας είπε ο κ. Μπάμπης Κανάκης, δείχνοντας ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής σήμερα δε σκαμπάζει σε όσα η γενιά του έζησε πριν από 60-70 χρόνια.

«Είμαστε η γενιά μιας ξύλινης κασετίνας, μιας πάνινης σάκας, που μ’ αυτή την ίδια, χωρίς να μας πάρουν οι γονείς μας δεύτερη, τελειώναμε το σχολείο. Είμαστε η γενιά των έντονων μυρωδιών, που κάθε γειτονιά στο χωριό είχε τον φούρνο της και η μάνα μας φούρνιζε το ψωμί, που μοσχοβολούσε ο τόπος, όταν έκαναν γλυκά ή φαγητά, αλλά και από τα λουλούδια των αυλών, που ομόρφυναν τα απλά φτωχικά σπιτάκια εκείνης της εποχής. Είμαστε η γενιά που η κάθε γειτονιά ήταν ζωντανή σαν μια μεγάλη οικογένεια, που τα σπίτια είχαν πάντα ξεκλείδωτες πόρτες και τα πεζούλια είχαν την τιμητική τους, γεμάτα από κόσμο. Εκεί που η ζεστασιά των ανθρώπων, η χαρά και η ασφάλεια ξεχείλιζαν. Γι’ αυτό και τότε είχαμε πολύ-πολύ μικρά ποσοστά κατάθλιψης και άνοιας. Είμαστε η γενιά που έμαθε να διαβάζει χωρίς βοήθεια, χωρίς ιδιαίτερα μαθήματα, με λίχνο και λάμπες πετρελαίου στο Δημοτικό, που πήγαινε πρωί και απόγευμα, που έδινε εξετάσεις για να πάει από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, που φτάσαμε να φοράμε κοντό παντελόνι και στις μεγάλες τάξεις του Γυμνασίου. Είμαστε η γενιά που βίωσε την αυστηρότητα των μεγαλύτερων και ιδιαίτερα των δασκάλων. Ακόμη υπάρχουν στη μνήμη μου οι ήχοι της βίτσας του δασκάλου που έδερνε τους μαθητές. Παρ’ όλα αυτά πήραμε καλές αρχές και αξίες, που κουβαλάμε χωρίς να ξεφεύγουμε από τις ρίζες μας, πάντα με περηφάνια και σεβασμό σε αυτές», προσθέτει ο κ. Μπάμπης Κανάκης, ο οποίος διετέλεσε πολλά χρόνια πρόεδρος της Μαθηματικής Εταιρείας.
«Είμαστε η γενιά που το Ηράκλειο, δηλαδή τη “χώρα”, για να το δούμε, έπρεπε να πάμε σχολική εκδρομή με το λεωφορείο ή να πάμε στο Γυμνάσιο. Το πρώτο κολύμπι το έκανε σε κολύμπα στον ποταμό ή στη στέρνα, ενώ κάναμε μπάνιο στο σπίτι όρθιοι στη σκάφη. Είμαστε η γενιά του ραντολογιού σε χαρούπια και ελιές και από αυτό βγάζαμε το χαρτζιλίκι μας. Τα καλύτερα γλυκίσματά μας ήταν η μουσταλευριά, τα σκαλτσούνια το Πάσχα, τα μελομακάρονα τα Χριστούγεννα, οι τηγανίτες και τα κεφτέρια, που αποτελούσαν τα παλιά χρόνια ένα από τα πλέον αγαπητά εδέσματα του χειμώνα για όλη την οικογένεια και περισσότερο για τα παιδιά.

Με μια κατσούνα και ένα γαϊδουράκι μαζεύαμε τις ελιές, χωρίς μηχανές και εξαρτήσεις. Η κάθε Κυριακή ήταν πραγματική αργία. Φορούσαμε τα γιορτινά μας και πηγαίναμε στην εκκλησία και τρώγαμε λίγο χοιρινό κρέας, που το πηγαίναμε με το ταψί στον φούρνο, που άναβε για όλη τη γειτονιά. Στις γιορτές μαζευόταν στο σπίτι όλο το σόι», περιγράφει με νοσταλγία ο κ. Μπάμπης Κανάκης, μιλώντας για μια εποχή που τα πιτσιρίκια δεν ήξεραν τι είναι το τσιρότο.
«Είμαστε η γενιά που σταματούσε το αίμα σε κάθε τραυματισμό μας με την ξερή καβαλίνα, ακόμη και στο κεφάλι. Ζήσαμε την εποχή που η τηλεόραση στα πρώτα χρόνια, μετά τις 12.00 τα μεσάνυχτα, έβαζε τον Εθνικό Ύμνο και μετά “χιόνια”. Είχαμε αυξημένη τη φυσική νοημοσύνη με όλη τη σημασία των λέξεων, ενώ τώρα είναι αυξημένη η τεχνητή νοημοσύνη εις βάρος της φυσικής. Είμαστε η γενιά που μεγάλωσε με τα αστεία του Καλιξοστελιανού, που εμψυχωθήκαμε από την ηρωική μορφή του Στυλιανού Αμανάκη, που ανέδειξε τους περισσότερους επιστήμονες αναλογικά με τον πληθυσμό του χωριού και που είχε την καλώς εννοούμενη κουζουλάδα, με πρωταγωνιστές αείμνηστους συγχωριανούς μας με τις καλύτερες αναμνήσεις. Είμαστε η γενιά των πέτρινων χρόνων, της αλάνας, των στερήσεων βασικών αγαθών, αλλά ο θεσμός της οικογένειας ήταν πολύ ισχυρός, με μεγάλες δυνάμεις συνοχής σε όλα τα σόγια. Είμαστε η γενιά που έδωσε εξετάσεις και πέτυχε στους στόχους της, παρά την ανέχεια και την έλλειψη υποδομών στα μετακατοχικά χρόνια μέχρι τη μεταπολίτευση.

Σήμερα η γενιά μας αισθάνεται υπερήφανη και γεμάτη με τις πιο ωραίες αναμνήσεις για κάθε της βήμα και κάθε βίωμά της στο χωριό μας», καταλήγει ο κ. Μπάμπης Κανάκης, χωρίς να διστάζει να κάνει και την αυτοκριτική του για λάθη που έγιναν αλλά ξεχάστηκαν από την εποχή εκείνη.
