Η ιστορία ζωής του 78χρονου Λάζαρου Αντωνού αποδεικνύει ότι δεν είναι απαραίτητο να ξέρει κανείς γράμματα για να πετύχει στη ζωή του, σαν αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας και πολύτεκνος οικογενειάρχης, έχοντας ξεκινήσει από το μηδέν, με μοναδικά εφόδια την εργατικότητα, την τιμιότητα, τη συνέπεια, τη σοβαρότητα και εντέλει την καταξίωση στη μικρή κοινωνία της Ιεράπετρας.
Από τα παιδικά του χρόνια έγινε γνωστός στις γειτονιές και στα χωριά της Ιεράπετρας με το μικρό του όνομα. Ήταν ο μικρός πλανόδιος «ψιλικατζής»… ο Λάζαρος που γυρνούσε από τα 12 του χρόνια με το κασόνι στην αρχή, το καρότσι μετέπειτα και με το τρίκυκλο του αργότερα για να φέρει ως πλανόδιος μικροπωλητής τα ψιλικά του στα κορίτσια και τις γυναίκες κυρίως, που ήθελαν να αγοράσουν… κουβαρίστρες, βελονάκια και διάφορα άλλα ψιλικά για να βγάλει το μεροκάματο του
«Γεννήθηκα το 1948 στην Ιεράπετρα από τη Σεβαστή και τον Γεώργιο Αντωνού που είχαν κάνει άλλα τρια παιδιά . Ο πατέρας μου ήταν πλανόδιος έμπορος υφασμάτων και η μητέρα μου ήταν εργάτρια γής. Έκαναν μεγάλο αγώνα για να μην λείψει τίποτα από την πολύτεκνη οικογένεια μας. Στο Δημοτικό Σχολείο δεν πήρα τις βάσεις που έπρεπε και δεν μπόρεσα να συνεχίσω το Γυμνάσιο. Έτσι από τα 12 μου χρόνια έπρεπε να εργαστώ κι εγώ, ενώ δεν ήξερα ούτε να γράφω ούτε να διαβάζω. Μετά τα 55 μου με πήρε κοντά του ο μακαριστός μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας κυρός Ευγένιος και άρχισα μετά από τόσα χρόνια να μαθαίνω σιγά σιγά να διαβάζω. Ένα κείμενο 15 λεπτών μου παίρνει 8 ώρες να το διαβάσω συλλαβιστά. Φοίτησα και στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας στη Βαϊνιά το οποίο τελείωσα και άρχισα μετά να διαβάζω Βυζαντινή μουσική για να μπορώ να ψάλλω στον Ιερό Ναό Κωνσταντίνου και Ελένης στη Γρα Λυγιά», μας είπε ο 78χρονος συνταξιούχος αυτοκινητιστής κ. Λάζαρος Αντωνού που σήμερα βοηθά τα παιδιά και τα εγγόνια του στις επιχειρήσεις τους, οδηγώντας το κλαρκ η συμμετέχοντας στη διανομή των δεμάτων που μεταφέρουν με τα φορτηγά Δημόσιας Χρήσης από και προς την Αθήνα.
«Ο πατέρας μου είχε ένα τρίροδο καρότσι με πάγκο και το φόρτωνε κάθε μέρα υφάσματα εσώρουχα ρόμπες και άλλα έτοιμα ενδύματα, γυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε τα εμπορεύματα του για να βγάλει ένα μικρό μεροκάματο. Σε ηλικία 12 χρονών το 1960 ο πατέρας μου αποφάσισε να με κάνει και εμένα πλανόδιο έμπορο. Μου πήρε ένα κασόνι στο οποίο έβαζα διάφορα ψιλικά μικρής αξίας. Τσατσάρες, βελόνες, και άλλα μικροπράγματα τα οποία πουλούσα γυρίζοντας πεζός στις γειτονιές της Ιεράπετρας. Αργότερα μου πήρε ένα καρότσι το οποίο χωρούσε περισσότερα πράγματα και συνέχισα να περιπλανιέμαι στις γειτονιές. Δούλεψα με αυτό το καρότσι μέχρι τα 16 μου. Έπειτα μου πήρε μια τρίκυκλη μηχανή που είχε καρότσα κλειστή και συνέχισα να πουλώ ψιλικά είδη στις γειτονιές αλλά και σε όλα τα χωριά του Νομού Λασιθίου. Έφτανα μέχρι και τη Νεάπολη γιατί η επιχείρηση είχε μεγαλώσει. Στα 18 μου χρόνια κλέφτηκα με τη γυναίκα μου την Πόπη με την οποία έκανα 4 καλά παιδιά, δυο αγόρια και δυο κορίτσια. Μετά από δυο χρόνια πήγα φαντάρος ενώ είχα ήδη δυο παιδιά και στη θητεία μου δεν μέτρησε ότι ήμουν παιδί πολύτεκνης οικογένειας.

Αφού υπηρέτησα 2 χρόνια τη στρατιωτική μου θητεία, επιστρέφοντας στην Ιεράπετρα πήρα μια πιο μεγάλη ανατρεπόμενη μηχανή Δημόσιας χρήσης και άρχισα να κάνω μεταφορές οικοδομικών υλικών κυρίως, καθώς ήταν η περίοδος της ανοικοδόμησης. Αυτό κράτησε τρία χρόνια αλλά δεν μου άφηνε αυτή η δουλειά ένα καλό μεροκάματο. Όταν ήμουν φαντάρος δούλευα τα βράδια σαν οδηγός ταξί για να μπορώ να έχω ένα πρόσθετο έσοδο. Στο στρατό έβγαλα το δίπλωμα και μπορούσα να δουλέψω στα ταξί. Σαν οδηγός ταξί έμαθα καλά τις γειτονιές της Αθήνας και αυτό ήταν το κίνητρο που με ώθησε να επεκτείνω τις μεταφορές από την Ιεράπετρα προς την Αθήνα και ανάποδα, χρησιμοποιώντας την τρίκυκλη μηχανή. Τα εμπορεύματα αυξάνονταν και η μηχανή δεν με εξυπηρετούσε άλλο. Έτσι αναγκάστηκα να πάρω ένα μικρό φορτηγάκι 5 τόνων. Αργότερα αγόρασα ένα μεγαλύτερο φορτηγό 15 τόνων, η δουλειά όμως μεγάλωνε γιατί ήμουν συνεπής στις παραδόσεις μου, με αγαπούσε ο κόσμος και ο χώρος δεν με έφτανε πλέον. Έτσι πήρα αργότερα τα 3 τετραξονικά αυτοκίνητα στα οποία φόρτωνα κηπευτικά και φρούτα που έφερνα στην Κρήτη και τα πουλούσα στις λαϊκές αγορές. Είμαι αυτός που έφερε τα πρώτα τριφύλλια από τη Θεσσαλία στην Ιεράπετρα με τα 3 μεγάλα φορτηγά που είχα πάρει, γύρω στο 1975-1977. Δούλευα από το πρωί μέχρι τα μεσάνυκτα κάθε μέρα για να μοιράσω πόρτα - πόρτα, όλα τα εμπορεύματα των πελατών μας. Μετά το ξεφόρτωμα πήγαινα στη Λιβαδειά να φορτώσω τριφύλλια για να τα δώσω στην Ιεράπετρα λιανικώς πάνω από το αμάξι. Σιγά-σιγά έμαθαν να δίνουν τριφύλλια στα ζώα τους όλοι. Σε δυο μέρες πουλούσα όλα τα τριφύλλια. Επιστρέφοντας στην Κρήτη έπαιρνα λαχανικά και φρούτα εποχής τα οποία πουλούσα στους συντοπίτες μας, σε πολύ χαμηλή τιμή γιατί ήταν πρώτο χέρι.
Όλα αυτά τα έκανα χωρίς να ξέρω γράμματα αλλά ήμουν καλός στην προπαίδεια.. Δυσκολευόμουν πάρα πολύ στη διανομή των δεμάτων γιατί δε μπορούσα να διαβάσω τις διευθύνσεις. Όταν επέστρεψαν τα αγόρια μου από το στρατό μπήκαν κι εκείνοι στη δουλειά του μεταφορικού γραφείου που είχαμε φτιάξει. Το 1985 τα αγόρια μου έκαναν τη δική τους δουλειά και απογαλακτίστηκαν», μας εξιστορεί ο κ. Λάζαρος Αντωνού.
Οι Ιεραπετρίτες φοιτητές της Αθήνας γνώριζαν καλά τον Λάζαρο. Ήταν ο άνθρωπος που τους παρέδιδε στο χέρι το δέμα που τους είχαν φτιάξει οι γονείς τους με τα κάθε λογής μαγειρέματα γιατί στην Αθήνα έπεφτε και λίγο πείνα.
«Οι φοιτητές επικοινωνούσαν μεταξύ τους και ήξεραν ότι την επόμενη μέρα ο Λάζαρος θα πάει δέμα σε κάποιο φοιτητικό σπίτι και περίμεναν όλοι μαζί να γίνει η παράδοση να ανοιχτεί το δέμα και να αρχίσει το φαγοπότι. Με έβλεπαν σαν τον Άγιο Βασίλη με τα δώρα κατά κάποιο τρόπο. Με τιμά ότι μέχρι και σήμερα με χαιρετούν στο δρόμο άνθρωποι που δεν τους θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια και με φωνάζουν με το μικρό μου όνομα.

Δούλεψα πολύ σκληρά, χωρίς βοηθούς, χωρίς οδηγούς και χωρίς αχθοφόρους . όλα τα φορτία πέρασαν από τα χέρια μου. Σήκωσα στα δυο μου χέρια όλα τα βάρη της ζωής μου. Μόλις έβγαινα από το καράβι τα ξημερώματα άρχιζε ο αγώνας της μεταφόρτωσης και της μεταφοράς των δεμάτων σε κάθε σπίτι. Καθόμουν μέχρι τα μεσάνυκτα να ταξινομήσω τις φορτωτικές για να μπορώ να κάνω πιο γρήγορα τη διανομή. Μοίραζα περίπου 10 δέματα την ώρα στις γειτονιές της Αθήνας.
Τα χιλιόμετρα που έχω διανύσει όλα αυτά τα χρόνια είναι αμέτρητα. Με τη δύναμη του Θεού όμως όλα αυτά τα χρόνια στους δρόμους, δεν είχα ποτέ κανένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα και αυτό το αποδίδω μόνο στη βοήθεια του Μεγαλοδύναμου.
Από όλα αυτά τα 43 χρόνια στο τιμόνι των φορτηγών και στη διανομή των δεμάτων στο μυαλό μου έχει μείνει ανεξίτηλη η χαρά και το χαμόγελο των παιδιών, όταν άνοιγαν την πόρτα τους στις γειτονιές και έβλεπαν ότι απέξω στεκόταν με το δέμα στα χέρια ο Λαζαρος που λαχταρούσαν να τον ιδούν να φτάνει με τα φαγητά της μαμάς για να ξεκινήσει το πάρτι με τη φοιτητική παρέα», καταλήγει ο κ. Λάζαρος Αντωνού, που μπορεί να μην έμαθε γράμματα αλλά έμαθε πως είναι να δουλεύεις από την εφηβική σου ηλικία έξω στο δρόμο, με ήλιο, με βροχή και με αέρα, για να κερδίσεις τη ζωή, να ξεπεράσεις τις δυσκολίες της και να μπορείς να νοιώθεις υπερήφανος γιατί ότι πέτυχες ήταν ποτισμένο με αξιοπρέπεια, αγάπη, λεβεντιά και καλοσύνη.