Μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της εκκλησιαστικής παράδοσης έχει προκαλέσει συζητήσεις και έντονο προβληματισμό στην Ιεράπετρα. Αφορμή στάθηκε η μετακίνηση του Εσταυρωμένου από την κεντρική Αγία Τράπεζα του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου, προκειμένου -όπως αναφέρεται- να τοποθετηθεί σύνθρονο λόγω έλλειψης χώρου. Το θέμα πήρε δημόσιες διαστάσεις μετά και από αναλυτικές παρεμβάσεις που στρέφονται προς τις θέσεις του Μητροπολίτη Ιεραπύτνης και Σητείας, υπογραμμίζοντας ότι η παρουσία του Σταυρού στο κέντρο της λατρείας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της εκκλησιαστικής συνείδησης.
Ακολουθεί η απάντηση στον Μητροπολίτη Ιεραπύτνης και Σητείας περί αφαιρέσως Του Εσταυρωμένου από την κεντρική Αγία Τράπεζα του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου, λόγω ελλείψεως χώρου στην τοποθέτηση σύνθρομου στη θέση Του!
►Διαβάστε επίσης: Ιεράπετρα: «Αφαίρεσαν τον Εσταυρωμένο από την Αγία Τράπεζα» – Καταγγελία για «προσβολή» στον Άγιο Γεώργιο (pics)
«Γίναμε μάρτυρες της Αφαιρέσεως Του Εσταυρωμένου από την κεντρική Αγία Τράπεζα Του Αγίου Γεωργίου Ιεράπετρας λόγο όπως υποστηρίζουν στενότητας χώρου για την τοποθέτηση συνθρόνου με αποτέλεσμα να κρίνουν ως σωστό την Αφαίρεση Του ίδιου Του Εσταυρωμένου για την τοποθέτησή του.
Παρακάτω δίνουμε απαντήσεις σε κάθε λόγο του Μητροπολίτη απέναντι μας!
Μητροπολίτης για αφαίρεση και σύνθρονο
Μητροπολίτης: Ο Εσταυρωμένος μετακινήθηκε από την μία Αγία Τράπεζα, την κεντρική, στη βόρεια Αγία Τράπεζα του Ι. Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Γεωργίου λόγω στενότητας του χώρου.
Και συνεχίζει με μια ανάλυση της ορθής θέσης του σύνθρονου.
Απάντηση: Το πρόβλημα σεβαστέ Μητροπολίτα δεν είναι η τοποθέτηση του σύνθρονου αλλά η Αφαίρεση Του Εσταυρωμένου από την κεντρική Αγία Τράπεζα για να τοποθετηθεί το σύνθρονο!
Κανένα σύνθρονο για τον οποιοδήποτε λόγο, στενότητας χώρου εν προκείμενο δεν έχει τη Δύναμη να βγάλει Τον ίδιο Τον Εσταυρωμένο από την κεντρική Αγία Τράπεζα του Ναού!
Όπου βρίσκεται εκεί η θέση Του τα τελευταία 100 χρόνια έναν αιώνα δηλαδή και θεωρείται πλέον Παράδοση της Εκκλησίας!
Καμία τοποθέτηση Του Εσταυρωμένου σε δεύτερη Αγία Τράπεζα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ότι δεν είναι πράξη Αφαίρεσης από την Μία και Κεντρική Αγία Τράπεζα Του Ναού.
Περί Κεντρικής Αγίας Τράπεζας
Η Κεντρική Αγία Τράπεζα κάθε Ορθοδόξου Ναού είναι μία και μοναδική και αποτελεί το απόλυτο λειτουργικό και μυστηριακό κέντρο της Εκκλησίας. Πάνω σε αυτήν τελείται η Θεία Ευχαριστία ως πράξη όλου του Σώματος της Εκκλησίας και εκφράζεται η ενότητα των πιστών «ἐν ἑνὶ Ποτηρίῳ καὶ ἐν ἑνὶ Θυσιαστηρίῳ».
Τυχόν δεύτερες Αγίες Τράπεζες που υπάρχουν σε παρεκκλήσια ή πλευρικούς χώρους δεν ισοδυναμούν ούτε υποκαθιστούν την Κεντρική Αγία Τράπεζα.
Τελούν σε λειτουργική εξάρτηση από αυτήν και υπάρχουν μόνο για ποιμαντικές ανάγκες.
Η Κεντρική Αγία Τράπεζα φέρει το πλήρες κύρος και τη δύναμη της Εκκλησίας, διότι εκεί προσφέρεται η αναίμακτη Θυσία του Χριστού και εκεί φανερώνεται η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού.
Η παράδοση της Εκκλησίας είναι σαφής και αδιαμφισβήτητη: μία Αγία Τράπεζα, ως εις Χριστός. Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος διδάσκει:
«Ἕν θυσιαστήριον, ὡς εἷς Ἰησοῦς Χριστός»
(Προς Φιλαδελφεῖς)

Η Κεντρική Αγία Τράπεζα δεν είναι απλώς λειτουργικό έπιπλο, αλλά τύπος και τόπος του ίδιου του Χριστού.
Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει ότι η Αγία Τράπεζα είναι συγχρόνως Τάφος, Θρόνος και Θυσιαστήριο του Κυρίου. Γι’ αυτό και καθαγιάζεται μόνο από Επίσκοπο και φέρει εντός της λείψανα Μαρτύρων, δηλώνοντας ότι η Εκκλησία οικοδομείται «ἐπὶ τῷ αἵματι τῶν μαρτύρων».
Οι δευτερεύουσες Αγίες Τράπεζες δεν έχουν αυτοτελή εκκλησιολογική ύπαρξη.
Δεν εκφράζουν νέα ή άλλη Ευχαριστιακή Σύναξη, αλλά αντλούν το κύρος τους αποκλειστικά από την Κεντρική Αγία Τράπεζα του Ναού.
Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει ότι η τάξη της Εκκλησίας δεν είναι τυπική, αλλά θεολογική πραγματικότητα. Οτιδήποτε αποδυναμώνει τη μοναδικότητα της Κεντρικής Αγίας Τράπεζας, τραυματίζει την ίδια την εκκλησιολογική συνείδηση.
Μητροπολίτης: Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν απαιτεί την ύπαρξη Εσταυρωμένου πίσω ή επάνω στην Αγία Τράπεζα.
Απάντηση: Η Αγία Τράπεζα είναι ο τόπος της Σταυρικής Θυσίας του Χριστού, ο Τάφος και ταυτοχρόνως ο Θρόνος του Αμνού.
Η απομάκρυνση του Εσταυρωμένου από αυτήν συνιστά σιωπηλή άρνηση του Σταυρού ως κέντρου της σωτηρίας.
Η Αγία Γραφή είναι απολύτως σαφής:
«Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»
(Γαλ. 6,14)
Και αλλού:
«Χωρὶς αἱματεκχυσίας οὐ γίνεται ἄφεσις»
(Εβρ. 9,22)
Χωρίς τον Εσταυρωμένο, η Αγία Τράπεζα αποκόπτεται από το ίδιο το περιεχόμενο της Ευχαριστίας, η οποία είναι «μνήμη θανάτου Κυρίου».
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει:
«Ὁ Σταυρὸς ἐστὶ τὸ κεφάλαιον τῆς σωτηρίας ἡμῶν· ἄνευ Σταυροῦ οὐδὲν ἐστὶ τὰ πάντα».
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής τονίζει:
«Ἡ Εκκλησία φανερώνεται ἐν τῷ Σταυρῷ· ὅπου Σταυρός, ἐκεῖ καὶ ἀλήθεια».
Κάθε απόπειρα περιθωριοποίησης του Σταυρού δεν είναι ουδέτερη, αλλά αλλοιώνει την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.

Ο Κύριος προειδοποιεί:
«Οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ δι’ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται»
(Ματθ. 18,7)
Όταν ο Σταυρός απομακρύνεται από το κέντρο της λατρείας, το μήνυμα προς το πλήρωμα είναι σαφές και οδυνηρό:
Ο Σταυρός θεωρείται πλέον εμπόδιο και όχι δόξα.
Αυτό δεν είναι Ορθοδοξία.
Αυτό είναι εκκοσμίκευση της λατρείας.
Μητροπολίτης: Η μετακίνησή του σε άλλη σεβαστή και εμφανή θέση δεν είναι απομάκρυνση, ούτε υποβάθμιση, αλλά ορθή λειτουργική διάκριση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εσταυρωμένος μετακινήθηκε από την μία Αγία Τράπεζα, την κεντρική, στη βόρεια Αγία Τράπεζα του Ι. Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Γεωργίου λόγω στενότητας του χώρου.
Απάντηση: Η Κεντρική Αγία Τράπεζα και η διάκρισή της από τις λοιπές Αγίες Τράπεζες εντός του Ναού
Η Αγία Τράπεζα αποτελεί την καρδιά του Ορθοδόξου Ναού, το ορατό σημείο της αοράτου Βασιλείας του Θεού και τον τόπο όπου τελείται το μέγα και φοβερό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Εντός του ναού, όμως, υπάρχει σαφής και θεμελιώδης διάκριση μεταξύ της Κεντρικής Αγίας Τράπεζας, η οποία ευρίσκεται στο Ιερό Βήμα του κυρίως Ναού, και των δευτερευουσών Αγίων Τραπεζών, οι οποίες δύνανται να βρίσκονται σε παρεκκλήσια ή πλευρικούς χώρους.
1. Η Κεντρική Αγία Τράπεζα: μοναδικότητα και πληρότητα
Η Κεντρική Αγία Τράπεζα είναι μία και μοναδική σε κάθε ναό και αποτελεί τον κανονικό και πλήρη τόπο της Ευχαριστιακής Συνάξεως. Πάνω σε αυτήν τελείται η Θεία Λειτουργία ως πράξη ολόκληρου του Σώματος της Εκκλησίας, με προεξάρχοντα τον κανονικό Επίσκοπο ή τον εν ονόματί του ιερέα.
Η Αγία Τράπεζα αυτή:
Καθαγιάζεται αποκλειστικά από Επίσκοπο με ειδική ακολουθία και μύρωση.
Φέρει εντός της λειψανοθήκη Αγίων Μαρτύρων, γεγονός που τη συνδέει άμεσα με την αρχαία Εκκλησία και τη θυσιαστική της συνείδηση.
Αποτελεί σύμβολο του ίδιου του Χριστού, κατά την πατερική παράδοση, αλλά και του Τάφου, του Θρόνου και του Θυσιαστηρίου Του ταυτοχρόνως.
Κατά τους Πατέρες, «μία είναι η Τράπεζα, ως εις Χριστός», διότι η ενότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πρωτίστως στην ενότητα της Ευχαριστίας.
2. Οι δευτερεύουσες Αγίες Τράπεζες: λειτουργική εξάρτηση
Οι τυχόν δεύτερες ή πλευρικές Αγίες Τράπεζες δεν αναιρούν ούτε ισοδυναμούν με την Κεντρική Αγία Τράπεζα. Η ύπαρξή τους εξυπηρετεί λειτουργικές ή ποιμαντικές ανάγκες (π.χ. πανηγύρεις, παρεκκλήσια αφιερωμένα σε Αγίους), αλλά δεν φέρουν το ίδιο εκκλησιολογικό βάρος.
Οι Τράπεζες αυτές:
Τελούν σε άμεση εξάρτηση από την Κεντρική Αγία Τράπεζα.
Δεν εκφράζουν αυτοτελή Ευχαριστιακή Σύναξη του ναού.
Λειτουργούν πάντοτε κατόπιν ευλογίας και εντός του πλαισίου που θέτει η κεντρική λατρευτική ζωή του ναού.
Η Εκκλησία δεν γνωρίζει «πολλαπλά κέντρα», αλλά ένα κέντρο ενότητας, και αυτό εκφράζεται χωρικά και μυστηριακά στην Κεντρική Αγία Τράπεζα.
Καμία άλλη Αγία Τράπεζα εντός του ίδιου ναού δεν δύναται να φέρει αυτό το πλήρες εκκλησιολογικό βάρος, διότι καμία δεν αντικαθιστά ούτε υποκαθιστά την Κεντρική Αγία Τράπεζα.
Μητροπολίτης: Η Ορθοδοξία δεν λειτουργεί με βάση το «έτσι το συνηθίσαμε», ούτε με συναισθηματισμούς, εξάρσεις παρορμήσεων, υποκειμενικές απολυτοποιήσεις και προσωπικές ευσέβειες μη θεμελιωμένες θεολογικά και αποκομμένες από τη συνολική παράδοση της Αγίας Εκκλησίας μας.
Απάντηση σε θεολογική υποβάθμιση της εκκλησιαστικής πράξεως:
Είναι αληθές ότι η Ορθοδοξία δεν λειτουργεί με βάση το «έτσι το συνηθίσαμε», ούτε με συναισθηματισμούς ή προσωπικές ευσέβειες αποκομμένες από τη θεολογική και εκκλησιαστική Παράδοση.
Όμως εξίσου αληθές είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν απορρίπτει συλλήβδην την εκκλησιαστική πράξη ενός αιώνα, όταν αυτή έχει καθολικά επικρατήσει, έχει ενταχθεί στη λατρευτική συνείδηση του πληρώματος και έχει θεολογικό περιεχόμενο απολύτως σύμφωνο με την Παράδοση.
Η παρουσία του Εσταυρωμένου Χριστού στην Κεντρική Αγία Τράπεζα, επί περίπου έναν αιώνα, δεν αποτελεί απλή συνήθεια ούτε συναισθηματική έξαρση. Αποτελεί λειτουργική έκφραση θεολογικής αλήθειας: ότι η Θεία Ευχαριστία είναι η ίδια η Θυσία του Σταυρού, παρούσα «ἀναίμακτος».
Η Εκκλησία δεν ορίζει την Παράδοση μόνο χρονολογικά, αλλά εκκλησιολογικά. Ο άγιος Βικέντιος Λερίνου ορίζει ως Παράδοση ό,τι πιστεύεται
«πάντοτε, παντού και από όλους», δηλαδή ό,τι γίνεται δεκτό από τη συνείδηση της Εκκλησίας χωρίς να αντιφάσκει στην πίστη. Η τοποθέτηση του Εσταυρωμένου στην Αγία Τράπεζα δεν αντιφάσκει, αλλά ομολογεί το κέντρο της πίστεως.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι σαφείς:
ο Σταυρός δεν είναι εξωτερικό σύμβολο, αλλά η καρδιά του μυστηρίου της σωτηρίας.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι:
«Ἐπὶ τῆς Τραπέζης κεῖται ὁ αὐτὸς Χριστός, ὁ καὶ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ προσενεχθείς».
Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης είναι ακόμη σαφέστερος:
η Αγία Τράπεζα είναι τύπος του Γολγοθά, διότι επ’ αυτής τελείται η ίδια Θυσία του Χριστού. Πώς, λοιπόν, δύναται να θεωρηθεί «υποκειμενική ευσέβεια» η ορατή μαρτυρία αυτού που τελείται μυστικώς;
Ο απόστολος Παύλος δεν αφήνει περιθώριο για αποσύνδεση Ευχαριστίας και Σταυρού:
«Ὁσάκις γὰρ ἐσθίετε τὸν ἄρτον τοῦτον… τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε» (Α΄ Κορ. 11,26).
Η τοποθέτηση του Εσταυρωμένου στην Αγία Τράπεζα καταγγέλλει ορατώς αυτό που η Εκκλησία κηρύσσει μυστηριακώς.
Δεν εισάγει νέα θεολογία, ούτε αλλοιώνει την Παράδοση. Αντιθέτως, προφυλάσσει τη συνείδηση των πιστών από μία απογυμνωμένη, αφηρημένη ή «ουδέτερη» Ευχαριστία.
Η Παράδοση της Εκκλησίας δεν είναι μουσειακή αναπαραγωγή μορφών του παρελθόντος, αλλά ζώσα μαρτυρία της πίστεως μέσα στον χρόνο. Όταν μία πράξη:
εδραιώνεται καθολικά, ευλογείται και εφαρμόζεται επί δεκαετίες, δεν προσκρούει σε δόγμα ή κανόνα, και εκφράζει τον πυρήνα της σωτηριολογικής πίστεως, τότε δεν δύναται να χαρακτηρίζεται ως «συναισθηματισμός», «παρόρμηση» ή «προσωπική ευσέβεια».
Τέτοιοι χαρακτηρισμοί δεν ελέγχουν την πράξη, αλλά απαξιώνουν αδικαιολόγητα τη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, το οποίο επί έναν αιώνα προσεύχεται, κοινωνεί και ομολογεί τον Χριστό ως Εσταυρωμένον και Αναστάντα μπροστά στην Αγία Τράπεζα.
Η Εκκλησία «ζῇ ἐκ τοῦ Σταυροῦ». Και ό,τι μαρτυρεί τον Σταυρό στο κέντρο της λατρείας της δεν είναι παρέκκλιση, αλλά ομολογία πίστεως.
Μητροπολίτης:
Ο Χριστός της Εκκλησίας δεν μένει στον Σταυρό, αλλά: «σταυρωθείς, ταφείς και αναστάς, ζωὴν τῷ κόσμῳ δωρησάμενος».
Απάντηση:
Η Σταύρωση δίνει νόημα στην Ανάσταση· χωρίς αυτήν, η Ανάσταση χάνει το βάθος της σωτηριολογίας της. Ο Χριστός παραμένει ορατός και συμβολικά, και μυστηριακά στον Σταυρό, γιατί εκεί ενώνεται η θεία αγάπη με την ανθρώπινη αδυναμία, εκεί η αμαρτία τιμωρείται και συγχωρείται ταυτόχρονα, και εκεί ο κόσμος δέχεται τη ζωή ως δώρο, μέσα από τη θυσία.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι:
«Ἐὰν ἐξαιρέσης τὸν Σταυρὸν, ἡ ζωή ἡ σωτηριώδης γίνεται αόριστος· διότι ἐν τῷ Σταυρῷ ἐπεδείχθη τὸ μέγεθος τῆς θείας ἀγάπης».
Η Σταύρωση, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα στάδιο πριν την Ανάσταση· είναι η πηγή της ζωής που δίδεται στον κόσμο. Η ανθρωπότητα δεν σωζόταν μόνο με την Ανάσταση, αλλά με την ίδια τη θυσία του Σταυρού· εκεί, στην κορυφή της αγωνίας και του πόνου, η θεία αγάπη γίνεται ορατή και προσιτή στον άνθρωπο.
Κάθε απόπειρα να υποβαθμιστεί η Σταύρωση ως «παρελθόν γεγονός» ή να παρουσιαστεί μόνο η Ανάσταση, αδικεί την Εκκλησία και τη σωτηριολογική της εμπειρία, διότι ο Σταυρός δεν είναι στάδιο· είναι το μέσο της ζωής, το όργανο της χάριτος και η ορατή ένωση Θεού και ανθρώπου.
Η απομάκρυνση του Εσταυρωμένου από την Κεντρική Αγία Τράπεζα, ακόμη και για λόγους «λειτουργικής ορθότητας», αποτελεί υποβάθμιση της Θυσίας και της Παράδοσης της Εκκλησίας. Κανένα σύνθρονο ή χώρος δεν δύναται να υπερκεράσει τη δύναμη του Σταυρού. Στην Κεντρική Τράπεζα ο Εσταυρωμένος ανυψώνεται, φωτίζει και σώζει τον κόσμο, και εκεί πρέπει να παραμένει ως πυρήνας της Θυσίας και της σωτηρίας.
Ιεράπετρα - Ομολογία Πίστεως
Συνεχίζουμε κλείνοντας με τη Θέση του "Χανιά Παρών"
“Όταν ο Σταυρός ενοχλεί τον Μητροπολίτη Κύριλλου της Μητρόπολης Ιεραπύτνης και Σητείας”.
Δεν ξέρω ποιος έπεισε τον Μητροπολίτη Ιεραπύτνης και Σητείας ότι ο Σταυρός «περισσεύει» πίσω από την Αγία Τράπεζα. Ξέρω όμως τι δείχνει αυτή η πράξη. Δείχνει φόβο. Φόβο απέναντι στον Εσταυρωμένο. Και όποιος φοβάται τον Σταυρό, αργά ή γρήγορα θα ενοχληθεί και από το Ευαγγέλιο.
Μας είπαν ότι «δεν αφαιρέθηκε ο Σταυρός», απλώς μετακινήθηκε. Ωραία λέξη η μετακίνηση. Τη χρησιμοποιούν πάντα όταν κάτι ενοχλεί αλλά δεν τολμούν να το πουν καθαρά. Ο Σταυρός δεν είναι γλάστρα να αλλάζει θέση για λόγους αισθητικής. Ούτε διακοσμητικό να προσαρμόζεται σε αρχιτεκτονικές ευκολίες. Πίσω από την Αγία Τράπεζα δεν βρισκόταν τυχαία. Ήταν εκεί για να θυμίζει ότι η Θεία Ευχαριστία δεν είναι τελετή ευπρέπειας, αλλά Θυσία. Αίμα, πόνος, σταύρωση. Όχι χαμογελαστή πνευματικότητα.
Μας είπαν για το σύνθρονο. Για την επισκοπική παράδοση. Για τη σύναξη γύρω από τον Επίσκοπο. Όλα ωραία στη θεωρία. Μόνο που στην Ορθοδοξία το κέντρο δεν είναι ο θρόνος του Επισκόπου, αλλά ο Σταυρός του Χριστού. Οι Άγιοι Πατέρες δεν δίδαξαν ποτέ Εκκλησία χωρίς Γολγοθά. Δεν μίλησαν για Ανάσταση χωρίς Σταύρωση. Όποιος βγάζει τον Σταυρό από το οπτικό και θεολογικό κέντρο, κόβει τον δρόμο προς την Ανάσταση και κρατά μόνο το σύνθημα.
Η παράδοση που επικαλούνται κάποιοι δεν είναι αυτή των Πατέρων, αλλά μια βολική εκδοχή της. Οι Πατέρες μιλούσαν σκληρά. Ο Σταυρός είναι σκάνδαλο. Ενοχλεί. Δεν χωρά σε ισορροπίες, δημόσιες σχέσεις και ευχάριστα μηνύματα. Γι’ αυτό και σήμερα επιχειρείται να μπει λίγο πιο δίπλα. Να μην φαίνεται τόσο. Να μην χαλάει το κλίμα.
Και ας μην κοροϊδευόμαστε. Όταν ο πιστός μπαίνει στον ναό και δεν βλέπει πίσω από την Αγία Τράπεζα τον Εσταυρωμένο, το μήνυμα περνά. Υποσυνείδητα, σιωπηλά, αλλά περνά. Ότι ο Σταυρός είναι λεπτομέρεια. Ότι δεν είναι πια το κέντρο. Ότι μπορούμε να μιλάμε για Εκκλησία χωρίς πόνο, χωρίς άσκηση, χωρίς μετάνοια.
Αυτό δεν είναι απλή διαφωνία. Είναι αλλοίωση φρονήματος. Και γι’ αυτό ο κόσμος αντέδρασε. Όχι από φανατισμό, αλλά από ένστικτο πίστεως. Γιατί ο απλός πιστός καταλαβαίνει αυτό που κάποιοι μορφωμένοι ξεχνούν. Ότι χωρίς τον Σταυρό, η Εκκλησία γίνεται λέσχη. Και χωρίς τον Εσταυρωμένο, η Αγία Τράπεζα καταντά τραπέζι.
Ο Σταυρός δεν μετακινείται. Ή τον σηκώνεις ή τον αποφεύγεις. Και εδώ δυστυχώς είδαμε το δεύτερο.
«Χανιά Παρών»
