Μεγαλώνουν συνεχώς οι λίστες αναμονής για παιδιά από την Κρήτη που χρειάζεται να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της αποφρακτικής άπνοιας ύπνου. Στην μοναδική παιδοχειρουργική κλινική του νησιού, αυτή του ΠΑΓΝΗ, τα χειρουργικά τραπέζια έχουν μειωθεί κατά 25% τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Στην 9η επιστημονική ημερίδα της ΩΡΛ Κλινικής του νοσοκομείου Χανίων που φιλοξενήθηκε το Σάββατο στο Μεγάλο Αρσενάλι, παρουσιάστηκε η δύσκολη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες των ασθενών αλλά και οι γιατροί. Παράλληλά αναπτύχθηκαν όλα τα νεότερα δεδομένα για την αντιμετώπιση της βαρηκοΐας σε παιδιά και ενήλικες.
Επιστήμονες από τον τομέα της Ωτορινολαρυγγολογίας, τόνισαν με απογοήτευση, ότι μια παιδοχειρουργική κλινική σε όλη τη νότια Ελλάδα, αυτή του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, με σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό, καλείται να διαχειριστεί τα αυξημένα περιστατικά αποφρακτικής άπνοιας ύπνου σε παιδιά. Ο κ. Εμμανουήλ Προκοπάκης, καθηγητής ΩΡΛ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και διευθυντής ΩΡΛ του ΠΑΓΝΗ, έκανε λόγο για «τεράστιο ποσοστό παιδιών που έχουν διαγνωστεί με πρόβλημα». Όπως είπε χαρακτηριστικά «αυτή τη στιγμή εμείς στο ΠΑΓΝΗ έχουμε μια τεράστια λίστα στα παιδιά, μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη ομάδα ασθενών και μάλιστα δυσκολευόμαστε να το αντιμετωπίσουμε αυτό, διότι έχουμε μια ελάττωση των χειρουργικών τραπεζιών στο 25% από το 2022. Δεν υπάρχει καμία προοπτική. Υπάρχει τεράστια έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού».
Στο περιθώριο της 9ης επιστημονικής ημερίδας της ΩΡΛ Κλινικής του νοσοκομείου Χανίων για την βαρηκοΐα και την υπνική άπνοια σε παιδιά και ενήλικες, έγινε λόγος για ένα μεγάλο κενό σε επίπεδο περιφέρειας Κρήτης, με δεδομένο ότι οι χειρουργικές επεμβάσεις σε παιδιά προνηπιακής ηλικίας, απαιτούν την ύπαρξη οργανωμένης παιδιατρικής κλινικής και μονάδας εντατικής θεραπείας παίδων. Ο κ. Χαρίτων Παπαδάκης, χειρουργός ΩΡΛ, Διευθυντής στο τμήμα ΩΡΛ κλινικής του «Μητέρα» Κρήτης, τόνισε ότι «δημιουργείται ούτως ή άλλως μια τεράστια λίστα ,οι αναισθησιολόγοι έχουν μειωθεί πολύ και στα τρία δημόσια νοσοκομεία – γενικά υπάρχει μείωση – και των νοσηλευτών ,οπότε όταν μειώνονται αντί να αυξάνονται τα χειρουργικά τραπέζια, υπάρχει πρόβλημα».
Στα αιτήματα που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί προς την διεύθυνση του ΠΑΓΝΗ, την 7η Υγειονομική Περιφέρεια Κρήτης αλλά και προς το Υπουργείο Υγείας για την ενίσχυση της Παιδοχειρουργικής Κλινικής σε προσωπικό, δεν έχει δοθεί απάντηση στο πρόβλημα, σημείωσε ο κ. Προκοπάκης, εκφράζοντας την ελπίδα του να αντιμετωπιστεί το ζήτημα μελλοντικά.
Η υπνική άπνοια στα παιδιά, οφείλεται συνήθως σε υπερτροφία των αδενοειδών και των αμυγδαλών και αντιμετωπίζεται με χειρουργική επέμβαση, βελτιώνοντας ουσιαστικά την ποιότητα ζωής τους. Τα συμπτώματα εμφανίζονται σε πολύ μικρή ηλικία και σύμφωνα με γιατρούς και καθηγητές ΩΡΛ, θα πρέπει εγκαίρως οι γονείς να απευθύνονται στους ειδικούς. Όπως εξήγησε ο διευθυντής της Κλινικής ΩΡΛ του νοσοκομείου Χανίων κ. Ευκλείδης Πρώιμος, «το βασικό σύμπτωμα είναι το επίμονο ροχαλητό, αλλά και η κακή ποιότητα ύπνου, οι αφυπνίσεις κατά τη διάρκεια του ύπνου , η πρωινή εφίδρωση ,η διεγερτικότητα, η αδυναμία συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας».
Ο ίδιος τόνισε τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και διαχείρισης, διότι πιθανό πρόβλημα, επηρεάζει γνωσιακά και κοινωνικά τα παιδιά. Ο κ. Προκοπάκης συμπλήρωσε, ότι τα παιδιά, πολλές φορές, δεν ακούνε πολύ καλά, επειδή μαζεύεται υγρό στ’ αυτιά τους ,είναι νωχελικά, κουράζονται, αλλά γι’ αυτό υπάρχουν διάφοροι τρόποι που επιτρέπουν την έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση.
Στις χίλιες γεννήσεις, ένα παιδί γεννιέται βαρήκοο. Με ειδική εξέταση στα μαιευτήρια διαγιγνώσκεται από τις πρώτες μέρες της ζωής ενός βρέφους και στη συνέχεια μέσα στο πρώτο τρίμηνο απαιτείται παρέμβαση. Σύμφωνα με τον κ. Χαρίτων Παπαδάκη, «εάν μιλάμε για βαριά βαρηκοΐα, μιλάμε για κοχλιακά εμφυτεύματα .Επειδή είναι μια πολύ λεπτή και ακριβή επέμβαση, γίνεται μόνο σε ορισμένα νοσοκομεία τα οποία έχει εγκρίνει το ΚΕΣΥ». Στην Κρήτη, μόνο το ΠΑΓΝΗ είχε λάβει σχετική έγκριση.
Η τοποθέτηση κοχλιακού εμφυτεύματος θα πρέπει να γίνεται στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής ενός παιδιού. Σε αντίθετη περίπτωση εμφανίζεται αδυναμία ανάπτυξης του λόγου.