Σε τέσσερα κτίρια στην Παλιά Πόλη του Ηρακλείου πρόκειται να πραγματοποιήσει αυτοψίες η Ειδική Επιτροπή Επικινδύνως Ετοιμόρροπων (ΕΕΠΕΤ), σήμερα Τρίτη, προκειμένου να αποφανθεί μέσω έκθεσης για την επικινδυνότητα των κτισμάτων και να προβεί σε συστάσεις για παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν.
Η ΕΕΠΕΤ, με πρόεδρο την Αρχιτέκτονα Μηχανικό, Κυριακή Κοιλάδη, αποτελεί ένα ανεξάρτητο όργανο που έχει οριστεί από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, αποτελείται κυρίως από πολιτικούς μηχανικούς και αρχιτέκτονες από διαφορετικές δημόσιες υπηρεσίες και έχει επιφορτιστεί (πέραν των σταθερών υπηρεσιακών καθηκόντων κάθε μέλους της Επιτροπής) με τη διενέργεια αυτοψιών σε κτίρια ανά την Κρήτη, τα οποία έχουν κριθεί επικινδύνως ετοιμόρροπα από την α΄βάθμια επιτροπή και έχουν παραπεμπφθεί στην Επιτροπή για δευτεροβάθμιο έλεγχο.
Οι έλεγχοι των κτισμάτων, τα οποία παραπέμπονται στην ΕΕΠΕΤ, είναι ενδελεχείς, με τις αποφάσεις που προκύπτουν από το εν λόγω όργανο να είναι οριστικές. Πάντως ασχέτως του πορίσματος που έχει προκύψει από τον πρωτοβάθμιο έλεγχο, η ΕΕΠΕΤ εξετάζει το κάθε κτίριο από μηδενική βάση.
Τα κτίρια που φτάνουν στην ΕΕΠΕΤ χαρακτηρίζονται από ιστορικότητα και στις περισσότερες περιπτώσεις συγκεντρώνουν αξιόλογα στοιχεία – από άποψη αρχιτεκτονικής. Ο στόχος είναι πάντα τα κτίρια να διασωθούν με παρεμβάσεις προς άρση της επικινδυνότητας, προκειμένου να διατηρηθεί η ιστορικότητα και ο χαρακτήρας των κτισμάτων και των περιοχών. Ωστόσο η πραγματικότητα δυσχεραίνει τις καλές προθέσεις. Τα παλαιά αυτά κτίρια συνήθως έχουν μεγάλο αριθμό ιδιοκτητών, οι οποίοι εντοπίζονται μεν από τις υπηρεσίες, δύσκολα συνεννοούνται, δε, για να … το πάρουν απόφαση και να προβούν στις απαραίτητες εργασίες στα κτίσματά τους.

Ένα χρηματοδοτικό εργαλείο για τα ιστορικά κτίρια
Μπροστά στον «γόρδιο δεσμό» της κινητοποίησης των ιδιοκτητών, που καλούνται να επωμιστούν ένα κόστος που συνήθως δεν είναι ευκαταφρόνητο, για να συντηρήσουν ένα κτίριο που κατέχουν από κοινού με άλλους ιδιοκτήτες και με δεδομένη την οικονομική αδυναμία, στο προσκήνιο μπαίνει το ενδεχόμενο η ίδια η Πολιτεία να πάρει το ζήτημα στα χέρια της.
Η πρόταση που «πέφτει στο τραπέζι» καλεί το κεντρικό κράτος να χρηματοδοτήσει αυτά τα κτίρια, αφού δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα οι ιδιοκτήτες και με την προϋπόθεση ότι είναι κτίρια που συγκεντρώνουν στοιχεία που κρίνονται ως αξιόλογα.
Η λύση που προτείνεται είναι κάποιο χρηματοδοτικό πρόγραμμα κατά τα πρότυπα άλλων που επιδοτούν ανακαινίσεις και ενεργειακές αναβαθμίσεις, με στόχο σε αυτή την περίπτωση τη συντήρηση και την αποκατάσταση κτιρίων που απειλούνται καταφανώς από τη φθορά του χρόνου.
Χαρακτηριστικές είναι περιπτώσεις κτιρίων σε ιστορικές γειτονιές του Ηρακλείου, όπως είναι π.χ. ο Λάκκος.
Νίκος Γιαλιτάκης: Να δράσουμε τώρα για την προστασία της ταυτότητάς μας
Στην ανάγκη άμεσης ενεργοποίησης μηχανισμών στήριξης αναφέρθηκε και ο Αντιδήμαρχος Πολεοδομίας, Νίκος Γιαλιτάκης, επισημαίνοντας τις διαχρονικές αδυναμίες που καταγράφονται στη διαχείριση του ζητήματος.
Όπως τόνισε «πολλές φορές βλέπουμε ότι δεν μοχλεύονται σωστά τα διαθέσιμα χρήματα με βάση τις πραγματικές προτεραιότητες», με αποτέλεσμα τα κτίρια να «γερνούν» και να υφίστανται συνεχώς νέες φθορές. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι όσο αυξάνεται η ηλικία των κτισμάτων, τόσο πιο σύνθετο γίνεται και το ιδιοκτησιακό καθεστώς, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τις παρεμβάσεις.

Ο ίδιος ανέδειξε την ανάγκη δημιουργίας ενός ειδικού χρηματοδοτικού εργαλείου για την προστασία και την ασφάλεια των κτιρίων, σημειώνοντας πως αν η χώρα επιθυμεί πραγματικά να διασώσει το αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό της απόθεμα, απαιτείται ουσιαστική μέριμνα από την κεντρική διοίκηση.
Όπως επισημαίνεται, ένα αρχιτεκτόνημα ακόμη και του περασμένου αιώνα δύσκολα θα συντηρηθεί από τους ιδιοκτήτες του, αν δεν είναι οικονομικά βιώσιμο. «Αν θέλουμε να διασώσουμε κτίρια με αξία αναφοράς, τότε πρέπει να υπάρξει συγκεκριμένο χρηματοδοτικό εργαλείο» - σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ.Γιαλιτάκης.
Παράλληλα, απηύθυνε έκκληση προς την Πολιτεία – που έχει απευθευνθεί ξανά μέσα από το δημόσιο λόγο και θεσμικά όργανα - τονίζοντας ότι οι δήμοι δεν έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε νομοθετικές πρωτοβουλίες, ενώ η διάθεση ίδιων πόρων είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Όπως ανέφερε, η αναζήτηση ευρωπαϊκών πόρων θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της λύσης, ωστόσο απαιτείται κεντρικός σχεδιασμός.
«Βλέποντας ότι οι πόλεις μας αλλάζουν, απευθύνουμε μια σαφή παραίνεση προς την κεντρική διοίκηση: αν θέλουμε να προστατεύσουμε την ταυτότητά τους, πρέπει να δράσουμε τώρα» - κατέληξε.