Απελπιστική είναι η κατάσταση με τα κουνούπια σε αρκετές περιοχές του Ηρακλείου, με τους δημότες να διαμαρτύρονται, με φόντο και τα σημάδια που αφήνουν στο σώμα τους, καλώντας την αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας Κρήτης να προχωρήσει άμεσα σε ψεκασμούς.
Ο «πονοκέφαλος» από τα κουνούπια είναι μεγάλος και στην ευρύτερη περιοχή του Γιόφυρου, με τους δημότες να μην ξέρουν πώς να προστατευτούν από τα σύννεφα κουνουπιών και τα ενοχλητικά τσιμπήματα.
Σημειώνεται ότι πολλές φορές έντομα που μοιάζουν με κουνούπια δεν είναι. Είναι οι λεγόμενοι «χειρονόμοι», έντομα που δεν τσιμπούν και είναι ακίνδυνα, αλλά συχνά συγχέονται με κουνούπια.
“To πρόγραμμα καταπολέμησης κουνουπιών στην Περιφέρεια Κρήτης αναμένεται να ξεκινήσει εντός του επόμενου δεκαπενθημέρου, με τις παρεμβάσεις να εστιάζουν κατά προτεραιότητα σε περιοχές υψηλού κινδύνου, όπως εκβολές ποταμών, ρέματα και σημεία με στάσιμα νερά. Παράλληλα, και φέτος προβλέπεται η χρήση drones για την κάλυψη δυσπρόσιτων περιοχών, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων”, όπως δήλωσε στο neakriti.gr ο Αντώνης Παπαδάκης, Γενικός Διευθυντής Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας.
Όπως επισήμανε ο κ. Παπαδάκης, η καθυστέρηση στην έναρξη του προγράμματος καταπολέμησης κουνουπιών αποδίδεται κυρίως σε ζητήματα χρηματοδότησης, τα οποία επιλύθηκαν μετά από παρέμβαση του Περιφερειάρχη Κρήτης, Σταύρου Αρναουτάκη, ανοίγοντας τον δρόμο για την υλοποίηση του τριετούς προγράμματος. Παρά το γεγονός ότι η καθυστέρηση χαρακτηρίζεται μικρή, οι ήπιες καιρικές συνθήκες του χειμώνα έχουν ήδη ευνοήσει την ανάπτυξη των πληθυσμών των κουνουπιών.

Η Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας είχε προετοιμάσει τους όρους του διαγωνισμού ήδη από τον Νοέμβριο, όμως δεν ήταν δυνατή η προώθησή του χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση. Το συνολικό κόστος ανέρχεται περίπου σε 1.900.000 ευρώ για τρία χρόνια και περιλαμβάνει και το πρόγραμμα εντομολογικής επιτήρησης.
Παράλληλα, ο κ. Παπαδάκης ανέφερε ότι για πρώτη φορά η νέα σύμβαση θα προβλέπει 12μηνη καταπολέμηση, χωρίς διακοπή. Τα συνεργεία θα λειτουργούν όλο τον χρόνο. Μέχρι σήμερα, οι παρεμβάσεις διαρκούσαν όσο επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες, περίπου από Μάρτιο–Απρίλιο έως Νοέμβριο. Πλέον, το πρόγραμμα θα εφαρμόζεται συνεχώς για όλη την τριετία, χωρίς κενά που επιτρέπουν την επανεμφάνιση των πληθυσμών.
Όπως σημείωσε, για να περιοριστεί η αναπαραγωγή των κουνουπιών απαιτούνται θερμοκρασίες κάτω των 10 βαθμών Κελσίου. Ωστόσο, φέτος καταγράφηκαν θερμοκρασίες 12, 13 και 15 βαθμών, γεγονός που ευνόησε την αύξησή τους.
«Έχουμε μία μικρή καθυστέρηση για το νέο τριετές πρόγραμμα καταπολέμησης. Η χρηματοδότηση από το Υπουργείο άργησε σημαντικά και, με προσωπική παρέμβαση του Περιφερειάρχη Κρήτης, κ. Αρναουτάκη, κατέστη τελικά εφικτή. Στη συνέχεια προχώρησε ο διεθνής διαγωνισμός, ο οποίος έχει συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Υπήρχε και το απαραίτητο διάστημα για ενστάσεις — ευτυχώς δεν υπήρξαν — και πλέον, στις 28 του μήνα, αναμένεται η έγκριση των όρων από την Περιφερειακή Επιτροπή. Έπειτα θα ακολουθήσει ο έλεγχος από τον Επίτροπο και εκτιμάται ότι σύντομα θα υπογραφεί η σύμβαση, ώστε να ξεκινήσουν οι ψεκασμοί. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια καθυστέρηση της τάξης περίπου μισού μήνα», δήλωσε.
Ο κ. Παπαδάκης παραδέχτηκε ότι υπάρχουν παράπονα από διάφορες περιοχές του Ηρακλείου. Ο ίδιος επανέλαβε ότι η καθυστέρηση στην έναρξη του προγράμματος θεωρείται μικρή και τα συνεργεία είναι ήδη έτοιμα να ξεκινήσουν άμεσα μόλις ολοκληρωθούν οι διαδικασίες.
«Η έναρξη των εργασιών εκτιμάται μέσα στις επόμενες 15 ημέρες. Οι παρεμβάσεις θα ξεκινήσουν από περιοχές υψηλού κινδύνου, όπως εκβολές ποταμών, ρέματα, υγροβιότοπους και σημεία με στάσιμα νερά. Παράλληλα, θα αξιοποιηθούν και drones για την προσέγγιση δυσπρόσιτων σημείων. Ο ανάδοχος έχει ήδη ενημερωθεί και προετοιμαστεί, ώστε με την υπογραφή της σύμβασης να ξεκινήσουν άμεσα οι εφαρμογές. Το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί σε συνεργασία με τον καθηγητή κ. Γιάννη Βόντα στο ΙΤΕ, όπου γίνεται η ανάλυση δειγμάτων από παγίδες, ώστε να προσδιορίζεται το είδος των κουνουπιών και αν μεταφέρουν παθογόνους οργανισμούς», πρόσθεσε.
Συνολικά, το πρόγραμμα περιλαμβάνει δύο βασικά υποέργα: την καταπολέμηση των κουνουπιών και την εντομολογική επιτήρηση, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τη θωράκιση της δημόσιας υγείας απέναντι σε νοσήματα που μεταδίδονται από κουνούπια και όχι μόνο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Παπαδάκης στην ενίσχυση δύο εργαστηρίων. Το πρώτο είναι το εργαστήριο Κλινικής Ιολογίας του κ. Σουρβίνου, όπου θα πραγματοποιείται ταυτοποίηση ιών που μεταδίδονται από τα κουνούπια, χωρίς να απαιτείται αποστολή δειγμάτων εκτός Κρήτης. Το δεύτερο αφορά το εργαστήριο της κ. Ψαρουλάκη στην Ιατρική Σχολή, το οποίο αναλύει περιβαλλοντικά δείγματα, όπως νερό και τρόφιμα.
«Στόχος είναι η προστασία της δημόσιας υγείας να είναι ολοκληρωμένη και να καλύπτεται πλήρως σε επίπεδο Κρήτης», σημείωσε.
«ΣΕ ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΕΤΑΔΙΔΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΤΣΙΜΠΟΥΡΙΑ»
Παράλληλα, οι υγειονομικές αρχές επισημαίνουν την ανάγκη αυξημένης επαγρύπνησης και για άλλα νοσήματα που μεταδίδονται μέσω εντόμων, με οδηγίες να έχουν ήδη δοθεί για την παρακολούθηση και πρόληψη σχετικών περιστατικών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που σχετίζονται με τα τσιμπούρια.
Σε διεθνές επίπεδο, είναι γνωστό ότι ορισμένα τσιμπούρια μπορούν να μεταφέρουν μικρόβια ή ιούς, τους οποίους αποκτούν όταν τραφούν με αίμα μολυσμένων ζώων, όπως θηλαστικά, πτηνά ή ερπετά. Στη συνέχεια, είναι δυνατό να μεταδώσουν αυτούς τους παθογόνους παράγοντες σε ανθρώπους ή άλλα ζώα μέσω τσιμπήματος. Στην Ευρώπη, μεταξύ των συχνότερων ασθενειών που συνδέονται με τα τσιμπούρια συγκαταλέγονται η κροτωνογενής εγκεφαλίτιδα και η νόσος Lyme, ενώ καταγράφονται επίσης περιστατικά με μεσογειακό κηλιδώδη πυρετό, υποτροπιάζοντα πυρετό, καθώς και αιμορραγικό πυρετό Κριμαίας–Κονγκό. Αν και τα νοσήματα αυτά δεν εμφανίζονται με την ίδια συχνότητα σε όλες τις χώρες, αποτελούν αντικείμενο διαρκούς επιτήρησης από τις υγειονομικές αρχές.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η πιθανότητα να νοσήσει κάποιος μετά από τσίμπημα τσιμπουριού θεωρείται σχετικά χαμηλή, δεδομένου ότι τα περισσότερα δεν είναι μολυσμένα. Ωστόσο, η σοβαρότητα των ασθενειών που μπορεί να μεταδοθούν καθιστά απαραίτητη τη λήψη βασικών μέτρων πρόληψης.