Ένα μικρό οπλοστάσιο εντόπισαν αστυνομικοί μετά από επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε στα Βορίζια, σε εγκαταλελειμμένο ποιμνιοστάσιο της περιοχής. Κατά τις έρευνες στον περιβάλλοντα χώρο του ποιμνιοστασίου, οι αστυνομικοί «ξέθαψαν» κάτω από πέτρες και διάφορα αντικείμενα τα εξής ευρήματα:
ένα πολεμικό τυφέκιο, κρυμμένο μέσα σε θήκη κυνηγετικού όπλου,
ένα δίκαννο κυνηγετικό όπλο, από το οποίο είχε αφαιρεθεί ο σειριακός αριθμός,
180 φυσίγγια,
καθώς και τρία τεμάχια βραδύκαυστου φυτιλιού, συνολικού μήκους περίπου 65 μέτρων.
Τα ευρήματα έχουν ήδη αποσταλεί στα εργαστήρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, προκειμένου να εξεταστούν και να διαπιστωθεί εάν συνδέονται με τη φονική συμπλοκή της 1ης Νοεμβρίου στα Βορίζια, κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους ο 39χρονος και η 56χρονη.
►Διαβάστε επίσης: Βορίζια: Αναβάλλεται η δίκη στο Αυτόφωρο για τους γονείς του Φανούρη Καργάκη
Παράλληλα, διερευνάται το ενδεχόμενο το βραδύκαυστο φυτίλι να σχετίζεται με την έκρηξη σε οικία της οικογένειας της γυναίκας, γεγονός που φέρεται να αποτέλεσε την απαρχή της αιματηρής και θανατηφόρας συμπλοκής στο κέντρο του χωριού.
Ακολουθεί η σχετική ανακοίνωση της αστυνομίας
Ανεύρεση οπλισμού στο Ηράκλειο: Κατασχέθηκαν -2- όπλα ,-181- φυσίγγια και -65- μέτρα φυτίλι
Στο πλαίσιο των δράσεων για την αντιμετώπιση της οπλοκατοχής και μετά από αξιοποίηση πληροφοριών του Τμήματος Αστυνομικών Επιχειρήσεων Μεσσαράς, αστυνομικοί της ανωτέρω υπηρεσίας πραγματοποίησαν σήμερα (03.02.2026) πρωινές ώρες έρευνα σε περιοχή του Δήμου Φαιστού όπου εντός εγκαταλελειμμένου ποιμνιοστασίου και στον περιβάλλοντα χώρο αυτού βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

- Ένα -1- πολεμικό τυφέκιο
- Ένα -1- δίκαννο κυνηγετικό όπλο
- Εκατόν ογδόντα ένα -181-πλήρη φυσίγγια πολεμικού τυφεκίου
- Έξι (6) φυτίλια συνολικού μήκους περίπου εξήντα πέντε -65- μέτρων
Κατασχεθέντα είδη οπλισμού θα αποσταλούν για εργαστηριακή εξέταση στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας.
Η προανάκριση ενεργείται από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηρακλείου.
Το χρονικό του μακελειού
Υπενθυμίζεται ότι στη διάρκεια της νύχτας της Παρασκευής 31 Οκτωβρίου σημειώθηκε η πρώτη πράξη της αιματηρής υπόθεσης στα Βορίζια, όταν αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός detonated σε ημιτελή κατοικία του χωριού. Το κτίσμα ήταν ακατοίκητο, γεγονός που περιόρισε τις συνέπειες σε υλικές ζημιές, χωρίς να υπάρξουν τραυματισμοί. Ωστόσο, η έκρηξη λειτούργησε ως καταλύτης για όσα ακολούθησαν.
Λίγες ώρες αργότερα, το πρωί του Σαββάτου, η ένταση κορυφώθηκε. Μεταξύ 10:00 και 11:00, πυροβολισμοί ακούστηκαν αρχικά στην περιφέρεια του χωριού και στη συνέχεια μέσα στους δρόμους και σε αυλές σπιτιών. Κάτοικοι περιέγραψαν σκηνές χάους, κάνοντας λόγο για χιλιάδες σφαίρες που έπεφταν ασταμάτητα.
Μέσα σε περίπου ένα τέταρτο της ώρας, τα Βορίζια μετατράπηκαν σε πεδίο μάχης. Αυτόπτες μάρτυρες μίλησαν για πυρά προς κάθε κατεύθυνση, σε μια κατάσταση που θύμιζε εμπόλεμη ζώνη. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: δύο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους - ένας άνδρας 39 ετών και μια γυναίκα περίπου 57 ετών - ενώ περισσότεροι από δέκα τραυματίες μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία.
Η γυναίκα, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν βρέθηκε στο επίκεντρο των πυροβολισμών, αλλά κατέρρευσε σε άλλο σημείο του χωριού, πιθανότατα από καρδιακό επεισόδιο. Τα νοσηλευτικά ιδρύματα του Ηρακλείου δέχθηκαν αλλεπάλληλες εισαγωγές τραυματιών, ορισμένοι εκ των οποίων μεταφέρθηκαν ακόμη και με ιδιωτικά οχήματα.
Το θύμα των πυρών, Φανούρης Καργάκης, πατέρας πολυμελούς οικογένειας, άφησε πίσω του συγγενείς βυθισμένους στο πένθος. Λίγο πριν από την κηδεία του, πραγματοποιήθηκε βάπτιση των μικρότερων παιδιών του, ώστε να μπορέσουν να παρευρεθούν κανονικά στην τελετή.
Η σοβαρότητα των γεγονότων κινητοποίησε άμεσα την ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας. Στην Κρήτη μετέβη ο αρχηγός του Σώματος, Δημήτρης Μάλιος, μαζί με τον επικεφαλής της Διεύθυνσης Οργανωμένου Εγκλήματος, Φώτης Ντουίτσης.
Το ίδιο βράδυ πραγματοποιήθηκε ευρεία σύσκεψη στην Αστυνομική Διεύθυνση Ηρακλείου, με τη συμμετοχή ανώτερων αξιωματικών και ειδικών δυνάμεων, όπου χαράχθηκε επιχειρησιακό σχέδιο για τον εντοπισμό των δραστών, την ανάλυση καλύκων και όπλων και την αποτροπή νέων επεισοδίων.
Το χωριό βρέθηκε σε καθεστώς αυξημένης αστυνόμευσης: δρόμοι αποκλείστηκαν, οικογένειες που εμπλέκονται φυλάσσονται, ενώ τα σχολεία παρέμειναν κλειστά. Η καθημερινότητα πάγωσε και οι κάτοικοι ζουν με φόβο και ανασφάλεια.
