Σε μια υπόθεση που έχει προκαλέσει σάλο στην Κρήτη, κληρικός ο οποίος φέρεται να συνδέεται με την αποκαλούμενη μαφία της Κρήτης μίλησε για πρώτη φορά δημόσια, επιχειρώντας να αντικρούσει τις κατηγορίες που τον εμπλέκουν σε παράνομες συναλλαγές και σχέσεις με μέλη της εγκληματικής οργάνωσης.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η μεταβίβαση εκκλησιαστικής περιουσίας ύψους 1,5 εκατ. ευρώ σε δύο αδέλφια, τα οποία, σύμφωνα με τις αρχές, ηγούνται του κυκλώματος και διατηρούν ξενοδοχειακή επιχείρηση στην περιοχή των Χανίων. Η υπόθεση πήρε διαστάσεις όταν αποκαλύφθηκε ότι για την πώληση μιας έκτασης 175 στρεμμάτων απαιτούνταν έγγραφο από τη Μονή, το οποίο τελικά βρέθηκε με την υπογραφή του συγκεκριμένου κληρικού.
Ο ίδιος, μιλώντας στο Mega, αρνείται ότι είχε γνώση ή πρόθεση να ευνοήσει τους εμπλεκομένους. «Η ζωή μου έγινε μαρτυρική από αυτούς τους ανθρώπους. Πολλά από όσα ακούγονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περιμένω αν χρειαστεί να καταθέσω στη Δικαιοσύνη», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι δεν έχει λάβει κλήση για απολογία.
Η υπερασπιστική του γραμμή επικεντρώνεται σε μια βεβαίωση που εκδόθηκε το 2017. Όπως υποστηρίζει, εκείνη την περίοδο δεν είχε αναλάβει ακόμη καθήκοντα ηγουμένου, ενώ καταγγέλλει ότι μέσα στο μοναστήρι ασκήθηκε βία κατά του νομικού εκπροσώπου της Μονής, γεγονός που τον πίεσε να συναινέσει. «Δεν επρόκειτο για παραχώρηση εκκλησιακής γης· επρόκειτο για μια άγονη έκταση που οι ίδιοι επικαλούνταν ότι κατείχαν με χρησικτησία εδώ και τρεις δεκαετίες», τόνισε.
Παράλληλα, ο κληρικός επιρρίπτει ευθύνες και σε προγενέστερες διοικήσεις, οι οποίες –όπως λέει– δεν είχαν μεριμνήσει να υπάρχουν τοπογραφικά σχέδια ή τίτλοι ιδιοκτησίας. «Πώς μπορείς να διεκδικήσεις μια περιοχή χωρίς σαφή στοιχεία; Όταν ανέλαβα, ήταν η πρώτη μου ενέργεια να ξεκινήσω αποτυπώσεις», υπογράμμισε.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη δικογραφία, η δράση του δεν περιορίστηκε σε αυτό. Οι Αρχές εξετάζουν καταγεγραμμένες συνομιλίες, στις οποίες φέρεται να δίνει κατευθύνσεις για εκφοβισμούς και ξυλοδαρμούς τρίτων. Σε μία από αυτές, μέλος της οργάνωσης ακούγεται να αναφέρει ότι ο κληρικός τούς «έχει σε βίντεο και φωτογραφίες», ισχυριζόμενος ότι τους πίεζε για σκληρές ενέργειες.
Ο ίδιος, πάντως, απορρίπτει πλήρως αυτές τις κατηγορίες: «Ποτέ δεν έδωσα εντολή για βία. Το μόνο που είπα ήταν να μην εμπιστεύονται κάποιους ανθρώπους που λειτουργούσαν με διπλό τρόπο. Δεν μου έδειξαν ποτέ ροζ βίντεο ούτε φωτογραφίες για να με απειλήσουν». Όπως λέει, η πραγματική απειλή που δέχθηκε ήταν όταν ξεκίνησε διαδικασία αγωγής: «Με κάλεσαν και μου είπαν ότι δεν θα προλάβω να την ολοκληρώσω. Και πράγματι, δεν πρόλαβα, γιατί δεν υπήρχαν τοπογραφικά».
Η υπόθεση συνεχίζει να ερευνάται, με τις Αρχές να εξετάζουν τον ρόλο του κληρικού, αλλά και τις εκτεταμένες καταπατήσεις γης που φαίνεται να έχουν πραγματοποιηθεί στην περιοχή. Το σκάνδαλο αυτό συνδυάζει στοιχεία εκβιασμού, εκκλησιαστικών περιουσιών και οργανωμένου εγκλήματος, ενώ τα επόμενα βήματα της Δικαιοσύνης αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
