Η 15η Αυγούστου σύμφωνα με το ορθόδοξο εορτολόγιο είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, που αποτελεί την σημαντικότερη Θεομητορική γιορτή. Όπως αναφέρει η παράδοση, όταν η Θεοτόκος έμαθε για τον επικείμενο θάνατό της, ανέβηκε στο όρος των Ελαιών, έναν ορεινό όγκο στα ανατολικά της παλαιάς πόλης της Ιερουσαλήμ, για να προσευχηθεί και να ετοιμαστεί. Από εκεί ειδοποίησε τους Αποστόλους να είναι έτοιμοι για το γεγονός. Όμως επειδή κατά την ημέρα της κοίμησης (του θανάτου Της) ορισμένοι Απόστολοι δεν βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα, λέγεται ότι μια νεφέλη τους έφερε κοντά Της. Η Παναγία ετάφη στο μνήμα της Γεσθημανής. Τρεις μέρες μετά τον θάνατό Της, το σώμα της ανελήφθη στους ουρανούς, καθώς ο τάφος βρέθηκε άδειος.
Ο δεκαπενταύγουστος χαρακτηρίζεται από θεολόγους, φιλολόγους και λαογράφους ως το «Πάσχα του Καλοκαιριού» και όχι άδικα, καθώς πολλά από τα έθιμα και τα στοιχεία της χριστιανικής τελετουργίας που τηρούνται κατά τον ενταφιασμό του Ιησού Χριστού τη Μεγάλη Παρασκευή, όπως τα περίφημα εγκώμια, ψάλλονται και στην εορτή Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η Παναγία, που αποτελεί μετά τον τριαδικό Θεό, το ιερότερο πρόσωπο της χριστιανικής λατρείας είναι βαθιά συνδεδεμένη με τους Έλληνες, ενώ πολλά από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα σε ολόκληρη την χώρα είναι αφιερωμένα στην Υπεραγία Θεοτόκο. Στην Κρήτη, μάλιστα, μερικά από τα ιστορικότερα μοναστήρια που περιλαμβάνουν ανεκτίμητης αξία θρησκευτικούς θησαυρούς ανεγέρθηκαν προς τιμήν της Παναγίας. Η εφημερίδα “Νέα Κρήτη” με αφορμή την μεγάλη γιορτή του δεκαπενταύγουστου παρουσιάζει τα πιο σημαντικά από αυτά, προσφέροντας στο αναγνωστικό της κοινό πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία τους, αλλά και τις παραδόσεις που συνδέονται με την πίστη μας.
Ιερά Μονή Παλιανής
Η Ιερά Μονή Παλιανής είναι γυναικείο μοναστήρι της Κοινότητας Βενεράτου του Δήμου Ηρακλείου στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου Κρήτης. Η θέση του είναι σε υψόμετρο 280 μ. Δεν είναι κοινοβιακή. Οι μοναχές που ζουν στη μονή αποζούν από τις εργασίες τους, κεντώντας υφάσματα, κουβέρτες και υπάρχει διαρκή έκθεση με πλεκτά και κεντήματα. Ο ναός έχει τρία κλίτη. Αποτελεί ένα από τα παλαιότερα μοναστήρια της Κρήτης και ανάγεται στην πρώτη βυζαντινή περίοδο.
Ο τρίκλιτος ναός είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου (κέντρο), στον Άγιο Παντελεήμονα (βόρειο) και στους Τρεις Ιεράρχες (νότιο). Στη βόρεια πλευρά βρίσκεται το παρεκκλήσιο των Αγίων Αποστόλων. Το κύριο κλίτος είναι καμαροσκέπαστο. Τα κλίτη διαιρούνται με μαρμάρινους κίονες, με βυζαντινής τεχνοτροπίας κιονόκρανα και με φύλλα ακάνθου, όπου στηρίζονται τα τόξα που χωρίζουν τα κλίτη.
Ο σημερινός ναός άρχισε να κτίζεται το 1826 στη θέση παλαιού, ο οποίος είχε ερειπωθεί κατά την Επανάσταση του 1821. Από τη σφαγή κατάφερε να διασωθεί μόνο η μοναχή Παρθενία, η οποία και συνετέλεσε στην αποπεράτωση του ναού το 1860. Υπέστη ζημίες κατά το σεισμό του 1856. Έπειτα από την επισκευή του άλλαξε η παλιά μορφή του ναού. Το υπέρθυρο της εισόδου του νάρθηκα είναι παλιό μάρμαρο. Σε αυτό παριστάνεται ο Ευαγγελισμός σε ανάγλυφη μορφή. Ένα από τα κιονόκρανα φέρει μονόγραμμα με σταυρό, το οποίο χρονολογείται από τη βυζαντινή περίοδο.

Η Μονή Αγκαράθου
Η Μονή Αγκαράθου βρίσκεται 23χλμ νοτιοανατολικά του Ηρακλείου και είναι κτισμένη με φρουριακή αρχιτεκτονική σε μια κατάφυτη θέση σε υψόμετρο 538μ κοντά στην Επισκοπή Πεδιάδος. Το μοναστήρι, ειδικά κατά την Ενετοκρατία, ήταν από τα πλουσιότερα στην Κρήτη με αποτέλεσμα να αποκτήσει ως μετόχια πολλές μικρές και μεγάλες μονές. Κατά την παράδοση, η Αγκάραθος θεωρείται ως «η πρώτη στην τάξη» μονή του νησιού.
Το όνομα Αγκάραθος οφείλεται στο φυτό αγκαραθιά (Phlomis fruticosa), κάτω από το οποίο λέγεται ότι βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, στο σημείο όπου κτίστηκε αργότερα το καθολικό. Μπροστά στο ιερό του ναού υπάρχει σήμερα μια ροδιά κάτω από την οποία οι μοναχοί κρατούν αναμμένο στον κορμό της ένα καντήλι. Η ιερή ροδιά λέγεται ότι είναι η αρχική αγκαραθιά την οποία μπόλιασαν οι μοναχοί της εποχής, με αποτέλεσμα να μετατραπεί θαυματουργώς σε δένδρο.
Το ανδρικό μοναστήρι είναι από τα αρχαιότερα στην Κρήτη, χωρίς να είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία της ίδρυσής του. Η παράδοση θέλει να έχει κτιστεί από το Νικηφόρο Φωκά τον 10 αιώνα. Η παλιότερη γνωστή μνεία της ανάγεται στο 1504, όταν η διαλυμένη μονή παραχωρήθηκε από την οικογένεια Καλλέργη στο μοναχό Νεόφυτο Νοταρά, ο οποίος πολύ γρήγορα τη μετέτρεψε σε ακμαίο μοναστικό συγκρότημα. Κατά την Ενετοκρατία ήταν ήδη ακμαία μονή, ενώ είναι αξιοσημείωτο ότι πολλοί μοναχοί της κατάγονταν από τα Κύθηρα.

Παναγία Καλυβιανή
Η Μονή Παναγίας Καλυβιανής βρίσκεται στην Κοινότητα Φανερωμένης του Δήμου Φαιστού και της τέως Επαρχίας Πυργιωτίσσης στην Περιφερειακή Ενότητα ΗρακλείουΚρήτης, στο 60ό χιλιόμετρο της οδικής αρτηρίας Ηρακλείου - Τυμπακίου σε απόσταση 300 μέτρων στα δεξιά. Το μοναστήρι κείται σε υψόμετρο 80 μέτρων και αναγνωρίστηκε με νόμο το 1968.
Τις τελευταίες δεκαετίες αναπτύχθηκε σε μεγάλο οικοδομικό συγκρότημα και στεγάζει πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Το μοναστήρι είναι σχετικά νέο, καθώς δεν αναφέρεται στον κατάλογο του Ν. Παπαδάκη με τα μοναστήρια της απογραφής του 1881.
Ο χώρος της σημερινής μονής ανήκε στον Τούρκο Χουσεΐν Βραζερζαδέ. Στα χωράφια του τελευταίου βρισκόταν μια κατεδαφισμένη εκκλησία, κάτω από τα ερείπια της οποίας ανακαλύφθηκε το 1873 παλιά εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Οι χριστιανοί των γύρω χωριών παρακάλεσαν το Χουσεΐν μπέη να τους παραχωρήσει τον αγρό και εκείνος τους έδιωξε με σκαιότητα. Τότε οι χριστιανοί συνέταξαν αναφορά προς τον μητροπολίτη Μελέτιο και εκείνος τη διαβίβασε στο διοικητή Μουσταφά Νουρή Πασά. Ο τελευταίος απάντησε οργισμένος ότι δεν μπορούσε να απαλλοτριώσει το χωράφι επειδή είχε βρεθεί σε αυτό ένα κομμάτι ζωγραφισμένο ξύλο. Αυτό θεωρήθηκε υβριστικό προς τον μητροπολίτη και έπειτα από διαμαρτυρία της δημογεροντίας Ηρακλείου προς τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων , επενέβη ο διοικητής της Κρήτης Ρεούφ Πασάς και με διαταγή του αγοράστηκε ο χώρος γύρω από το γειτονικό χωριό Καλύβια, ενώ επίσης με απαίτησή του ανακλήθηκε ο Μουσταφά Νουρή Πασάς και τιμωρήθηκε.

Μονή Κουδουμά
Παλαιοχριστιανική (1ος – 6ος αι.), βυζαντινή (6ος αι. – 1204) και βενετσιάνικη περίοδος (1204-1669)
Οι αφετηρίες της χρόνιας πορείας της Μονής Κουδουμά χάνονται στα βάθη των αιώνων. Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε την ίδρυσή της. Δεν υπάρχουν αρχειακές μαρτυρίες και ιστορικά ντοκουμέντα. Παρόλα αυτά στηριζόμενοι στην παράδοση και στα αρχαιολογικά ντοκουμέντα είμαστε σε θέση να υποστηρίξουμε την ύπαρξη μοναστικής δραστηριότητας στα σπήλαια της περιοχής ήδη από την παλαιοχριστιανική περίοδο.
Δεν αποκλείεται λοιπόν στο σπήλαιο της Μονής Κουδουμά, όπου σήμερα στεγάζει το Ιερό του ναού της Παναγίας να ασκήτεψαν ασκητές η να υπήρχε οργανωμένο κοινόβιο αν συνυπολογίσουμε και τα σπήλαια στο φρύδι του υψώματος πάνω από τη χαράδρα- ποτάμι στα δυτικά.
Στη δεύτερη χιλιετία οι αρχειακές μαρτυρίες αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια ύπαρξης μοναστηριού στον ίδιο χώρο. Ο γνωστός κωδικογράφος και διάσημος σχολιαστής έργων του Αριστοτέλη Ιωσήφ Φιλάγρης που έζησε στην περιοχή το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα αναφέρεται σε ύπαρξη “μονυδρίου Κουδουμά καλουμένω”, όπου αποκαλύπτει πως κάποιος μοναχός του Κουδουμά έμαθε “τα θεία γράμματα” και τα “πλείω τούτων” στο Μοναστήρι. (Ιωσήφ Φιλάγρης κώδικας Αngel. αριθ. 30 της Ρώμης, χειρόγραφό του 1393/94).

Μονή Φανερωμένης Ιεράπετρα
Η Μονή Φανερωµένης αποτελεί ένα αξιόλογο µοναστικό συγκρότηµα, το οποίο αναπτύχθηκε µπροστά σε σπηλαιώδη κοιλώµατα σε ιδιαίτερης φυσικής οµορφιάς τοποθεσία. Είναι ανδρώα εν ενεργεία Μονή και αποτελεί το µεγαλύτερο προσκύνηµα της Ανατολικής Κρήτης. Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της Μονής είναι άγνωστη. Η Μονή υπήρχε ήδη από την µέση βυζαντινή περίοδο, αφού σύµφωνα µε την παράδοση το έτος 1282 συγκεντρώθηκαν εδώ οι αρχηγοί της Κρήτης για να αποφασίσουν για το µέλλον του αγώνα εναντίον των Ενετών κατακτητών. Το φρουριακού χαρακτήρα κτηριακό συγκρότηµα αναπτύχθηκε κατά τη µεταβυζαντινή περίοδο και ιδίως στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου λειτουργούσε και κρυφό σχολειό, το οποίο σώζεται ως τις µέρες µας. Η οικοδόµησή του φαίνεται ότι χρονολογείται στον 19ο και στον 20ό αιώνα. Έχει κάτοψη σε σχήµα ορθογώνιου µε γενικές διαστάσεις περίπου 49,5 χ 24,5 µ. Είναι χτισµένο πάνω σε ιδιαίτερα επικλινές, βραχώδες έδαφος, εµπρός από ένα κατακόρυφο βράχο σε ένα σπήλαιο, εντός του οποίου είναι κτισµένο το καθολικό του µοναστηριού. Το ανακαινισµένο καθολικό είναι ναός µε διπλή αφιέρωση στην Υπεραγία Θεοτόκο, Κοίµηση και Ζωοδόχος Πηγή, και φράσσει σπήλαιο µε λατρευτικό χαρακτήρα, το οποίο αποτέλεσε και τον πυρήνα της ανάπτυξης της µονής. Το συγκρότηµα αποτελείται από τέσσερις ενότητες κτισµάτων διατεταγµένες γύρω από µια στενή αυλή. Έξω από το κυρίως συγκρότηµα υπάρχουν διάφορα βοηθητικά κτίσµατα και ο νεώτερος ξενώνας της Μονής. Παρά τις επεµβάσεις που έχει δεχθεί τα τελευταία χρόνια και οι οποίες του έχουν επιφέρει σοβαρές κατά τόπους αλλοιώσεις, το οικοδοµικό συγκρότηµα της Μονής Φανερωµένης αποτελεί αναµφίβολα ένα σηµαντικό δείγµα της κρητικής µοναστηριακής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα.

Παναγία Χρυσοσκαλίτισσα
Η μονή της Παναγίας της Χρυσοσκαλίτισσας βρίσκεται 72χλμ νοτιοδυτικά των Χανίων, πολύ κοντά στη μαγευτική λιμνοθάλασσα Ελαφονησίου. Ως το 2012 λειτουργούσε ως γυναικείο μοναστήρι, καθώς τη χρονιά αυτή τοποθετήθηκε μοναχός, αφού το 2008 απεβίωσε η τελευταία μοναχή. Το μοναστήρι είναι κτισμένο με μορφή φρουρίου, σκαρφαλωμένο σε βράχο 35μ με απεριόριστη θέα στη θάλασσα. Στην απογραφή του 1637 αναφέρεται ως Παναγία Γουνοσκαλίτισσα από τον ιερέα του χωριού Κούνενι (σημερινή Βάθη). Δεν είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία ιδρύσεως της μονής, αλλά εικάζεται ότι τοποθετείται στα χρόνια της όψιμης Ενετοκρατίας, περίπου το 1500.
Η ονομασία Χρυσοσκαλίτισσα οφείλεται στο ένα σκαλοπάτι από τα 98, που κατά την παράδοση ήταν χρυσό. Λέγεται ότι μόνο όσοι πιστεύουν πραγματικά μπορούν να το δουν ακόμη. Ωστόσο, μια άλλη εκδοχή θέλει το σκαλοπάτι να έχει πωληθεί από το Πατριαρχείο για να αντιμετωπιστούν τα οικονομικά προβλήματα της μονής.
Ο κεντρικός ναός είναι δίκλιτος με τα κλίτη του αφιερωμένα στην Κοίμηση της Θεοτόκου και στην Αγία Τριάδα και κτίστηκε το 1894 για να αντικαταστήσει τον αρχικό μικρό σπηλαιώδη ναό. Το μοναστικό συγκρότημα συμπληρώθηκε με το κτίσιμο θολωτών χώρων στην επιφάνεια του βράχου, ενώ κάτω από το βράχο υπάρχουν τα κτίρια του «Παρθενώνα», όπου αρχικά κτίστηκε για να στεγάζονται οι ηλικιωμένες μοναχές που δεν μπορούσαν να ανεβαίνουν καθημερινά τα πολλά σκαλιά.
Στο καθολικό σήμερα σώζεται η θαυματουργή εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα. Η εικόνα αναπαριστά την Κοίμηση με την κεφαλή της Παναγίας στα δεξιά σε αντίθεση με τη συνήθη αναπαράσταση με το κεφάλι στα αριστερά της εικόνας. Επίσης διακρίνεται πάνω στην εικόνα τρύπα από βόλι. Στο τέμπλο διακρίνεται η εικόνα του Αγίου Βασιλείου με μια τρύπα από ριπή Γερμανικού πολυβόλου στις 14 Νοεμβρίου 1943, η οποία σταμάτησε από θαύμα όταν πλησίασε τη μορφή του αγίου.

Παναγία Χαρακιανή
Στο μέσον περίπου της απόστασης Ηρακλείου - Ρεθύμνου και λίγο πριν το Μπαλί, πάνω ακριβώς στην εθνική οδό συναντάμε το προσκύνημα της Παναγίας της Χαρακιανής. Η Παναγία η Χαρακιανή αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο προσκύνημα σε ολόκληρο το νομό Ρεθύμνου και πλήθος κόσμου συρρέει να τιμήσει τη χάρη της όλο τον χρόνο.
Το αποκορύφωμα όμως όλου του έτους είναι οι πρώτες 15 μέρες του Αυγούστου που πολύς κόσμος από τα παλιά χρόνια μαζευόταν στον περιβάλλοντα χώρο και δεκαπεντάριζε, περνούσε δηλαδή στην περιοχή έξω από το ναό τις πρώτες 15 μέρες του Αυγούστου και παρακολουθούσε τις λειτουργίες. Το αποκορύφωμα όλων των ημερών είναι η ημέρα της Κοίμησης της Θεοτόκου, κατά την οποία γιορτάζει ο μικρός ναός. Οι δεκαπενταριστές όπως ονομάζονται διαμένουν σε μικρές αυτοσχέδιες καλύβες από κλαδιά δέντρων και κάτω από τις πολλές χαρουπιές που καλύπτουν την περιοχή.
Η Παναγία η Χαρακιανή ανήκει στην κοντινή Μονή Αττάλης Μαλί και υπάρχουν στοιχεία ότι στο παρελθόν αιώνες πριν ήταν και η ίδια μοναστήρι με μοναχούς. Η εκκλησία βρίσκεται σε μια τοποθεσία πολύ κοντά στην θάλασσα που πριν την διάνοιξη της εθνικής οδού ήταν πολύ ερημική και άγρια. Στην κοιλάδα που ανοίγεται λίγο πιο νότια από το ναό υπάρχει ένας εντυπωσιακά μεγάλος βράχος μέσα στο δάσος που ξεχωρίζει από μακριά και εκεί στην ρίζα του βράχου λέγεται ότι σε ένα μικρό κοίλωμα βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Ο βράχος αυτός ονομάζεται Χάρακας και από εκεί προέρχεται και το όνομα της εκκλησίας Χαρακιανή.

Μονή Παναγίας Οδηγήτριας Κυρά Γωνιάς
Η Μονή της Παναγίας Οδηγήτριας βρίσκεται στη βάση της χερσονήσου της Σπάθας, περίπου 26χλμ δυτικά από τα Χανιά και 2.5χλμ βόρεια από το Κολυμπάρι, δίπλα στη θάλασσα. Η μονή είναι γνωστή κι ως Μονή Κυρίας των Αγγέλων Γωνιάς λόγω της θέσης της στο δυτικό άκρο του κόλπου των Χανίων που θυμίζει “γωνιά”. Η μονή Γωνιάς κτίστηκε αρχικά από τους μοναχούς της Μονής Αγίου Γεωργίου στις Μένιες κατά το 14ο αιώνα στη θέση του σημερινού κοιμητηρίου του μοναστηριακού συγκροτήματος, όπου υπάρχει και σήμερα ο κατάγραφος ναός του Αγίου Γεωργίου και τα παλιά κελιά.
Το μοναστήρι μεταφέρθηκε στην τωρινή θέση κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα από τους μοναχούς Βλάσιο τον Κύπριο και Βενέδικτο Τζαγκαρόλο και αμέσως ήκμασε, καθώς στη χερσόνησο της Σπάθας είχε αναπτυχθεί πλούσια ασκητική παράδοση και οι μοναχοί γρήγορα συνοικίστηκαν στη Μονή Γωνιάς. Η Μονή Γωνιάς διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην τοπική ιστορία. Ήταν πάντα εστία αντίστασης σε όλους τους κατακτητές της Κρήτης και γι’ αυτό καταστράφηκε πολλές φορές από τους διάφορους κατακτητές, όπως μαρτυράει ακόμη ένα καρφωμένο βόλι στο ανατολικό τείχος της.
Το συγκρότημα είναι κτισμένο πάνω σε τεχνητό επίπεδο, διαμορφωμένο πάνω σε επικλινές έδαφος μέσω υπόγειων θολωτών χώρων και είναι περιτριγυρισμένο από ψηλό τείχος, θυμίζοντας Ενετικό φρούριο. Ο τρίκογχος ναός βρίσκεται στο ανατολικό άκρο της αυλής και είναι αφιερωμένος στην Θεοτόκο την Οδηγήτρια (15 Αυγούστου). Κατά τον 19ο αιώνα προστέθηκαν πλευρικά παρεκκλήσια, νάρθηκας και καμπαναριό. Το εσωτερικό του ναού διασώζει ξυλόγλυπτο τέμπλο του 17ου αιώνα με εικόνες του αγιογράφου Παρθενίου, ενώ στους τοίχους και τα παρεκκλήσια εκτίθενται διάφορες εικόνες της Κρητικής Σχολής αγιογραφίας (16ος - 17ος αιώνας).
