Χωρίς λειτουργική Ογκολογική Κλινική παραμένει το Ρέθυμνο εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο, με τους ασθενείς να καλούνται να διανύουν δεκάδες χιλιόμετρα μέχρι το Ηράκλειο προκειμένου να λάβουν τις απαραίτητες θεραπείες τους, την ώρα που τα περιστατικά καρκίνου διεθνώς αλλά και στο νησί αυξάνονται, ενώ η ανάγκη για άμεση και ποιοτική ογκολογική φροντίδα γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική.
Όπως ανέφερε στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr η πρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, κ. Πέλλα Νεονάκη, η αποχώρηση του μοναδικού ογκολόγου που στελέχωνε την κλινική πριν από περίπου ενάμιση χρόνο άφησε ουσιαστικά ακάλυπτο έναν κρίσιμο τομέα της δημόσιας υγείας στον νομό.
Σύμφωνα με την ίδια, ο γιατρός εργαζόταν στην Ογκολογική Κλινική του Νοσοκομείου Ρεθύμνου για έξι έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων η κλινική παρακολούθησε περίπου 700 ασθενείς, με την κ. Νεονάκη να σχολιάζει πως «η Ογκολογική λειτούργησε με ένα γιατρό και εάν ερχόταν και δεύτερος, σίγουρα δε θα αποφάσιζε να φύγει ο συνάδελφος. Δεν μπορούσε όμως άλλο να λειτουργήσει μόνος του, πέρα από τα όρια».

Σήμερα, οι καρκινοπαθείς του Ρεθύμνου αναγκάζονται να μεταβαίνουν στο Ηράκλειο για χημειοθεραπείες, ακτινοθεραπείες, αλλά και για την ευρύτερη παρακολούθηση της πορείας της υγείας τους και όλα αυτά ενώ πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη διαδικασία, καθώς πολλοί ασθενείς χρειάζεται να ταξιδεύουν αμέσως πριν ή μετά από απαιτητικές θεραπείες, σε μια περίοδο που ο οργανισμός τους είναι ήδη επιβαρυμένος, ενώ σε όλα αυτά προστίθεται και η οικονομική επιβάρυνση με έξοδα μετακίνησης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διαμονής.
Την ίδια στιγμή, η μεταφορά όλων των περιστατικών στα νοσοκομεία του Ηρακλείου αυξάνει την πίεση στις ήδη επιβαρυμένες ογκολογικές υπηρεσίες της ανατολικής Κρήτης, προκαλώντας μεγαλύτερους χρόνους αναμονής και δυσκολίες στην εξυπηρέτηση των ασθενών εντός και εκτός νομού, μετακυλίοντας ουσιαστικά την πίεση στις άλλες νοσοκομειακές δομές του νησιού και αυξάνοντας τις αναμονές αλλά και τις απαιτήσεις, σε κλινικές που οι ίδιες βιώνουν καθημερινά τις δικές τους πιέσεις.
Τα στοιχεία δηλώνουν το εύρος των αναγκών
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατέθηκαν, η Ογκολογική Μονάδα του Ρεθύμνου εξυπηρέτησε σε βάθος εξαετίας περίπου 700 ασθενείς, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος των αναγκών που εξακολουθούν να υπάρχουν στον νομό.
Σήμερα, λειτουργεί μόνο ένα «τακτικό ογκολογικό ιατρείο» μία φορά την εβδομάδα, με γιατρό που μεταβαίνει από το Ηράκλειο και παρέχει κυρίως συνταγογραφήσεις και βασική παρακολούθηση, χωρίς όμως τη δυνατότητα χορήγησης εξειδικευμένων θεραπειών, στο πλαίσιο που παρέχονταν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της κλινικής.
Η αποχώρηση του μοναδικού ογκολόγου που στελέχωνε την κλινική πριν από περίπου ενάμιση χρόνο άφησε ουσιαστικά ακάλυπτο έναν κρίσιμο τομέα της δημόσιας Υγείας στο Ρέθυμνο
Παράλληλα, προβλήματα υποστελέχωσης καταγράφονται και στο Ιατρείο Πόνου του νοσοκομείου, το οποίο εξυπηρετεί κυρίως καρκινοπαθείς και άλλους ασθενείς με χρόνιο πόνο. Εκεί, από τις έξι οργανικές θέσεις αναισθησιολόγων καλύπτονται μόλις οι τέσσερις, με αποτέλεσμα η λειτουργία της δομής να στηρίζεται, όπως αναφέρεται, στην υπερπροσπάθεια του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού.
Η κ. Νεονάκη, ως πρόεδρος των Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, υπογραμμίζει ότι η πρόσβαση των ογκολογικών ασθενών σε θεραπεία κοντά στον τόπο κατοικίας τους δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά βασική προϋπόθεση αξιοπρεπούς περίθαλψης και ποιότητας ζωής και εδώ, το ζητούμενο, όπως τονίζεται, είναι η άμεση στελέχωση της Ογκολογικής Κλινικής, ώστε οι ασθενείς του Ρεθύμνου να πάψουν να βιώνουν έναν επιπλέον “Γολγοθά” πέρα από τη μάχη που ήδη δίνουν με την ασθένειά τους.
Φταίει η δραματική υποστελέχωση
To neakriti.gr συνομίλησε και με τον διευθυντή της Ογκολογικής Κλινικής του Βενιζέλειου Νοσοκομείου, κ. Νίκο Ανδρουλάκη, ο οποίος από την πλευρά του σημείωσε ότι η απουσία λειτουργικής Ογκολογικής Κλινικής στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου αποτελεί συνέπεια της συνολικότερης υποστελέχωσης και των προβλημάτων λειτουργίας.
Όπως εξήγησε, η ογκολογική φροντίδα δεν μπορεί να λειτουργήσει απομονωμένα από το υπόλοιπο νοσοκομειακό σύστημα, καθώς απαιτεί τη στήριξη πολλών διαφορετικών ιατρικών ειδικοτήτων και υπηρεσιών για την ασφαλή αντιμετώπιση των ασθενών, με τον κ. Ανδρουλάκη να τονίζει ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο η ταλαιπωρία των μετακινήσεων των ασθενών προς το Ηράκλειο, αλλά πρωτίστως η διασφάλιση ποιοτικών και ασφαλών υπηρεσιών Υγείας προς αυτούς.
Όπως αναφέρει, η στελέχωση με ογκολόγους από μόνη της δεν αρκεί, εάν δε συνοδεύεται από την αντίστοιχη ενίσχυση όλων των υποστηρικτικών ειδικοτήτων που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία μιας σύγχρονης ογκολογικής μονάδας.
Στο μεταξύ, για την εξυπηρέτηση των ασθενών του Ρεθύμνου εφαρμόζεται ένα μεταβατικό σχήμα, με γιατρό της Ογκολογικής Κλινικής του Βενιζέλειου να μεταβαίνει μία φορά την εβδομάδα στο Ρέθυμνο, προκειμένου να πραγματοποιεί τακτικό ιατρείο για παρακολούθηση ασθενών και διαχείριση περιστατικών που δεν απαιτούν φυσική παρουσία στο Ηράκλειο.
Ο ίδιος χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη πρακτική ως μια «εμβαλωματική λύση», η οποία διευκολύνει μέρος των αναγκών, χωρίς όμως να υποκαθιστά τη λειτουργία μιας πλήρους ογκολογικής κλινικής, σε ένα πλαίσιο που τα διεθνή, πανελλήνια αλλά και τοπικά στοιχεία καταγράφουν αύξηση της εμφάνισης του καρκίνου στον πληθυσμό.
Φόρτος σε Βενιζέλειο-ΠΑΓΝΗ
Ωστόσο, το ζήτημα λαμβάνει μια περαιτέρω διάσταση, καθότι η αναστολή της ογκολογικής δραστηριότητας στο Ρέθυμνο έχει παράλληλα αυξήσει σημαντικά τον φόρτο εργασίας στα δύο μεγάλα νοσοκομεία του Ηρακλείου, το Βενιζέλειο και το ΠΑΓΝΗ, τα οποία καλούνται να εξυπηρετήσουν τόσο τους ασθενείς της πόλης, όσο και τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό νέων ογκολογικών περιστατικών από ολόκληρη την Κρήτη.
Ενδεικτικά, τα δεδομένα καταγράφονται και στο δίκτυο “Πραγματικών συνθηκών” της 7ης Υ.ΠΕ., όπου στις 11 Ιουνίου καταγράφεται για το ΠΑΓΝΗ ότι στην Ογκολογική Κλινική νοσηλεύτηκαν 43 άτομα σε μια κλινική δυναμικής 41 ατόμων, ενώ στη Μονάδα Χημειοθεραπείας, η οποία έχει δυναμικότητα 29 ατόμων, έλαβαν θεραπεία 54 άτομα, σε διάρκεια οκτάωρης βάρδιας.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων ΠΑΓΝΗ, Δημήτρης Βρύσαλης, κληθείς να σχολιάσει τα εν λόγω δεδομένα επεσήμανε ότι η υποστελέχωση αποτελεί βασικό παράγοντα της πίεσης που καταγράφεται καθημερινά στις ογκολογικές υπηρεσίες του νοσοκομείου.
Όπως αναφέρει, η έλλειψη προσωπικού δεν επιτρέπει τη λειτουργία της Μονάδας Χημειοθεραπείας κατά τις απογευματινές ώρες, ενώ αντίστοιχα κενά καταγράφονται και στη Μονάδα Παρασκευής Κυτταροστατικών Φαρμάκων.
7η Υ.ΠΕ. – Δυναμικότητα νοσοκομείων (πραγματικός χρόνος)
| Κλινική | Νοσηλευόμενοι | Δυναμικότητα | Διαφορά | Πληρότητα (%) |
|---|---|---|---|---|
| Μονάδα Λιθοτριψίας | 0 | 0 | 0 | Ν/Α |
| Μονάδα Οξείας Ψυχιατρικής | 12 | 10 | -2 | 120 |
| Μονάδα Περιτοναϊκής Κάθαρσης | 4 | 6 | 2 | 66.67 |
| Μονάδα Χημειοθεραπείας | 54 | 29 | -25 | 186.21 |
| Κλινική Ογκολογίας | 43 | 42 | -1 | 102.38 |
| Κλινική Οδοντιατρικής | 4 | 4 | 0 | 100 |
| Κλινική Ουρολογίας | 15 | 23 | 8 | 65.22 |
Δεν μπορούν να λειτουργήσουν υπηρεσίες με διευρυμένο ωράριο
Όπως σημείωσε ο κ. Βρύσαλης, εάν υπήρχε η απαιτούμενη στελέχωση ώστε οι δύο υπηρεσίες να λειτουργούν σε διευρυμένο ωράριο, οι ασθενείς θα μπορούσαν να εξυπηρετούνται σε μεγαλύτερο εύρος της ημέρας, μειώνοντας σημαντικά την πίεση που παρατηρείται κατά τις πρωινές ώρες.
Παρόμοια, στη Μονάδα Ημερήσιας Νοσηλείας του Βενιζελείου, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν 12 διαθέσιμες θέσεις θεραπείας, πραγματοποιούνται καθημερινά περίπου 20 θεραπείες, με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να περιμένουν μέχρι να αδειάσει θέση για να εξυπηρετηθούν.
Αντίστοιχα, η Ογκολογική Κλινική του Βενιζελείου διαθέτει 10 λειτουργικές κλίνες, οι οποίες συχνά δεν επαρκούν για τις αυξημένες ανάγκες, γεγονός που αναγκάζει το προσωπικό να παρακολουθεί ασθενείς και σε άλλες πτέρυγες του νοσοκομείου.
Επ’ αυτού, ο κ. Ανδρουλάκης σχολίασε: «Λειτουργούμε με πληρότητες που ξεπερνούν το 100%», με τον ίδιο να υπογραμμίζει ότι «παγκοσμίως, πανελληνίως και στην Κρήτη ο αριθμός των ογκολογικών ασθενών και των αναγκών τους αυξάνεται. Άρα απαιτείται και γενναία αύξηση της στελέχωσης και των πόρων και των δυνατοτήτων των ογκολογικών τμημάτων».