Με διεθνές αποτύπωμα και ισχυρό συμβολισμό για το μέλλον της δημόσιας υγείας, πραγματοποιείται σήμερα η επίσημη έναρξη λειτουργίας του νέου Συνεργαζόμενου Κέντρου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO Collaborating Centre) στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Η νέα δομή, που εδρεύει στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, εστιάζει στην ποιότητα φροντίδας και στις ανθρωποκεντρικές πολιτικές υγείας, φιλοδοξώντας να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την έρευνα, την εκπαίδευση και τη χάραξη πολιτικών υγείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Στο αμφιθέατρο Μεταπτυχιακών Σπουδών της Ιατρικής Σχολής, από τις 09:00 έως τις 11:45, ακαδημαϊκοί, εκπρόσωποι του ΠΟΥ και φορείς της δημόσιας υγείας συζητούν τον ρόλο των ποιοτικών και ανθρωποκεντρικών υπηρεσιών υγείας στη σύγχρονη πραγματικότητα.
To "παρών" στην εκδήλωση των εγκαινίων δίνουν μεταξύ άλλων η γενική γραμματέας Δημόσιας Υγείας Χριστίνα Μαρία Κράββαρη, ο διοικητής της 7ης ΥΠΕ Νεκτάριος Παπαβασιλείου, οι διοικητές των δύο νοσοκομείων, ΠΑΓΝΗ και Βενιζελείου, Γιώργος Χαλκιαδάκης και Κώστας Δανδουλάκης, ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αλέξανδρος Πατριανάκος, η κ. Ροδάνθη Πατελή, γενική γιατρός, αναπληρώτρια συντονίστρια της Επιτροπής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας Ηρακλείου, ο αναπληρωτής περιφερειάρχης Γιώργος Πιτσούλης, ο αντιπεριφερειάρχης Νίκος Συριγωνάκης, κ.ά.

Γιώργος Κοντάκης: «Σημαντική ημέρα για το Πανεπιστήμιο Κρήτης και την Ιατρική Σχολή»
«Είναι μια σημαντική μέρα για το Πανεπιστήμιο Κρήτης και για την Ιατρική του Σχολή, που αποτελεί κόσμημα για το Πανεπιστήμιό μας. Η διασύνδεση με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, μέσω της δημιουργίας του νέου κέντρου εδώ στην Ιατρική Σχολή αποτελεί το επιστέγασμα μιας προσπάθειας πολλών ετών. Οφείλεται στη δουλειά συγκεκριμένων ανθρώπων, τους οποίους ευχαριστούμε θερμά», δήλωσε ο πρύτανης Πανεπιστημίου Κρήτης Γιώργος Κοντάκης.
«Θέλω προσωπικά να ευχαριστήσω τον Χρήστο Λιονή, αλλά και τη διοίκηση της Ιατρικής Σχολής, που με την επιμονή και την προσπάθεια που κατέβαλαν το προηγούμενο διάστημα μάς οδήγησαν στη σημερινή ημέρα», συνέχισε.
Όπως τόνισε, πρόκειται για μια εξέλιξη που θα αναδείξει ακόμη περισσότερο το Πανεπιστήμιο Κρήτης και την Ιατρική Σχολή.
«Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σχεδιάζει πολιτικές υγείας, λαμβάνει και προτείνει μέτρα για τη βελτίωση της υπάρχουσας κατάστασης στον χώρο της υγείας. Όλα αυτά θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά στον τομέα της πολιτικής υγείας», πρόσθεσε ο κ. Κοντάκης.

Ελένη Παπαδάκη: «Σημαντική συνεργασία για την υγεία των ασθενών»
«Είναι μια πολύ σημαντική στιγμή για την Ιατρική Σχολή και, ευρύτερα, για το Πανεπιστήμιο, αλλά και για την κοινωνία της Κρήτης και όχι μόνο. Αυτή η νέα συνεργασία της Ιατρικής Σχολής με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η οποία συνίσταται στη δημιουργία ενός Συνεργαζόμενου Κέντρου του ΠΟΥ, δεν είναι απλώς μια συνεργασία· αποτελεί μια ουσιαστική εξέλιξη μιας σχέσης που υπάρχει εδώ και χρόνια», είπε από την πλευρά της η καθηγήτρια Αιματολογίας και κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής Ελένη Παπαδάκη, συμπληρώνοντας: «Είναι σημαντική κυρίως για την υγεία των ανθρώπων, καθώς ενισχύεται η ανθρωποκεντρική φροντίδα των ασθενών, δηλαδή η φροντίδα με επίκεντρο τη συμπόνια και τη διατήρηση της αξιοπρέπειάς τους».
Όπως σημείωσε, τα επόμενα τέσσερα χρόνια λειτουργίας του κέντρου θα καταβληθεί προσπάθεια για καλύτερη ενημέρωση των ασθενών σε θέματα υγείας - «αυτό που αποκαλούμε ενίσχυση της εγγραμματοσύνης υγείας του γενικού πληθυσμού. Με αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι κατανοούν καλύτερα τα ζητήματα υγείας, συνεργάζονται αποτελεσματικότερα στις θεραπείες τους και αποκτούν πιο ενεργό ρόλο στις θεραπευτικές επιλογές που αφορούν την υγεία τους».

Σήμερα πραγματοποιούνται τα εγκαίνιά του και η λειτουργία του κέντρου θα διαρκέσει τέσσερα χρόνια. Μετά το πέρας της τετραετίας θα επαναξιολογηθεί.
Για το Πανεπιστήμιο Κρήτης αυτό σημαίνει ότι καθίσταται σημείο αναφοράς, στο ευρωπαϊκό πεδίο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σε θέματα ποιότητας φροντίδας των ασθενών.
«Το έργο του αφορά κυρίως τα χρόνια νοσήματα, αλλά όχι μόνο. Περιλαμβάνει επίσης την πρωτοβάθμια φροντίδας υγείας και την πρόληψη. Η έμφαση δίνεται στους πιο ευάλωτους πληθυσμούς, δηλαδή στους ασθενείς με χρόνια προβλήματα, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου και άλλων χρόνιων ή νεοπλασματικών νοσημάτων.
Η αξιοπρέπεια του ασθενούς δεν αφορά μόνο το τελικό στάδιο μιας ασθένειας. Πρέπει να διασφαλίζεται σε όλη τη διαδρομή του ασθενούς. Παρότι τα προβλήματα είναι εντονότερα στο τελικό στάδιο, λόγω έλλειψης επαρκών δομών φροντίδας, το κέντρο δεν θα επικεντρωθεί μόνο σε αυτούς τους ασθενείς, αλλά σε όλο το φάσμα των ασθενειών, ακόμη και στην πρόληψή τους», υπογράμμισε μεταξύ άλλων η κ. Παπαδάκη.

Όπως περιέγραψε, το κέντρο θα συμβάλει στη διαμόρφωση και την ενίσχυση πολιτικών υγείας. Δεν θα λειτουργήσει ως κέντρο υποδοχής ασθενών, αλλά θα στηρίξει τη χάραξη πολιτικών υγείας και θα ενισχύσει τις ήδη υπάρχουσες.
Παράλληλα, θα συμβάλει στην εκπαίδευση φοιτητών, γιατρών και των ίδιων των ασθενών σε ζητήματα που αφορούν την υγεία τους.
«Το κέντρο αφορά ολόκληρη την υγειονομική κοινότητα. Μπορεί να συντονίζεται από την Ιατρική Σχολή, όμως στην πράξη αφορά νοσοκομεία, κέντρα υγείας, ιδιώτες γιατρούς και, τελικά, κάθε πολίτη», κατέληξε.
Χρήστος Λιονής: «Δημιουργία μεσογειακού δικτύου στα επόμενα χρόνια»
«Είναι η πρώτη φορά που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επενδύει ένα από τα σημαντικά του κέντρα σε πανεπιστήμιο και ειδικότερα σε Ιατρική Σχολή.
Ο τίτλος του Κέντρου, με την αναφορά στον άνθρωπο και στον ασθενή, αλλά και οι στόχοι που εγκρίθηκαν τόσο από τη Γενική Συνέλευση όσο και από το Περιφερειακό Γραφείο Ευρώπης του ΠΟΥ, αναδεικνύουν έννοιες όπως η ανθρωποκεντρική φροντίδα, η συνεργασία και η επικοινωνία με τον ασθενή και τους εκπροσώπους του.
Η εγγραμματοσύνη υγείας, η συμπονετική φροντίδα και η ενσυναίσθηση κυριαρχούν στο πρόγραμμα και στο περιεχόμενο αυτού του Κέντρου», υπογράμμισε ο ομότιμος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής και συνδιευθυντής, μαζί με την κοσμήτορα, του νέου Συνεργαζόμενου Κέντρου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, κ. Χρήστος Λιονής.

Όπως ανέφερε, στα επόμενα τέσσερα χρόνια, μεταξύ των σημαντικών δράσεων που καλείται να αναπτύξει - και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Κρήτη - είναι και η δημιουργία ενός μεσογειακού δικτύου. Ένα δίκτυο με αναφορά στην Κρήτη και στην Ιατρική Σχολή αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική επένδυση, όπως είπε.
«Το Κέντρο καλείται να πετύχει υψηλούς στόχους, να αναδείξει τα χαρακτηριστικά της Κρήτης και, κυρίως, την ανθρωποκεντρική φροντίδα, τεκμηριώνοντας παράλληλα το έργο του, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει μετά την επαναξιολόγησή του στο τέλος της τετραετίας.
Ζούμε σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, όπου φαίνεται να αναπτύσσεται σταδιακά ένα πρότυπο ανθρώπου χωρίς ενσυναίσθηση και χωρίς συμπόνια. Όταν αυτές οι έννοιες, τις οποίες καλλιεργεί με τόσο ουσιαστικό τρόπο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, συνδέονται με μια Ιατρική Σχολή και αποκτούν επιστημονική και επιστημολογική τεκμηρίωση, αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία», πρόσθεσε.
Και κατέληξε λέγοντας: «Το Κέντρο καλείται να στηρίξει έναν επαγγελματία υγείας που συνεργάζεται με τον ασθενή ως πρόσωπο, ιδιαίτερα σε δύσκολες εποχές. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση».

João Breda: «Βελτίωση της ποιότητας φροντίδας υγείας»
«Σήμερα εγκαινιάζουμε επίσημα ένα νέο Συνεργαζόμενο Κέντρο του ΠΟΥ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στην Ιατρική Σχολή, γεγονός που σημαίνει ότι το Πανεπιστήμιο θα συμβάλει στην υλοποίηση του προγράμματος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ώστε να υποστηριχθούν καλύτερα η Ελλάδα, η Κρήτη, η 7η Υγειονομική Περιφέρεια, αλλά και οι υπόλοιπες υγειονομικές περιφέρειες της χώρας καθώς και η Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ.
Το κέντρο θα συμβάλει στη διασύνδεση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας με τη δημόσια υγεία δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην εμπιστοσύνη και την ικανοποίηση των ασθενών, καθώς και στη βελτίωση των αποτελεσμάτων της υγειονομικής περίθαλψης, αξιοποιώντας την εμπειρία του Πανεπιστημίου, ιδιαίτερα στον τομέα της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας», επισήμανε ο επικεφαλής του WHO Athens Quality of Care and Patient Safety Office, João Breda.
Χριστίνα Μαρία Κράββαρη: Η αποστολή του νέου WHO Collaborating Centre
Όπως τόνισε η γενική γραμματέας Δημόσιας Υγείας Χριστίνα Μαρία Κράββαρη, «η σημερινή ημέρα δεν σηματοδοτεί απλώς την έναρξη ενός νέου Συνεργαζόμενου Κέντρου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σηματοδοτεί κάτι πολύ βαθύτερο: την αναγνώριση μιας ολόκληρης νέας φιλοσοφίας για την υγεία.
Μιας φιλοσοφίας που μας υπενθυμίζει διαρκώς ότι τα ισχυρά συστήματα υγείας δεν οικοδομούνται μόνο με υποδομές, θεσμούς και τεχνολογίες. Οικοδομούνται πάνω σε ισχυρές σχέσεις εμπιστοσύνης, στην ποιότητα της φροντίδας, στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ικανότητά μας να τοποθετούμε τον άνθρωπο στο επίκεντρο κάθε πολιτικής παρέμβασης.

Γιατί, τελικά, η υγεία δεν είναι μόνο η παροχή υπηρεσιών. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία επιλέγει να στηρίζει και να στέκεται δίπλα στους ανθρώπους της.
Αυτό ακριβώς εκφράζει η αποστολή του νέου WHO Collaborating Centre εδώ στην Κρήτη: όχι μια τεχνική ή ακαδημαϊκή προσέγγιση, αλλά μια βαθιά ανθρωποκεντρική αντίληψη, που ενώνει την επιστήμη με την κοινωνία, τη γνώση με την πράξη και την έρευνα με τις πραγματικές, ουσιαστικές ανάγκες των πολιτών.
Γιατί σήμερα δεν αρκεί μόνο να παράγουμε γνώση. Το πραγματικό στοίχημα - και για εμάς ως Πολιτεία - είναι να μετατρέπουμε τη γνώση σε πολιτική και, στη συνέχεια, την πολιτική σε μετρήσιμο κοινωνικό αποτέλεσμα».
Όπως σημείωσε, η δημιουργία αυτού του Κέντρου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι μπορεί να αποτελέσει έναν χώρο όπου η επιστημονική τεκμηρίωση δεν θα παραμένει μόνο στα συνέδρια και στις δημοσιεύσεις, αλλά θα μετασχηματίζεται σε ουσιαστικές πολιτικές, με πραγματικό αντίκτυπο στην κοινωνία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα συστήματα που επενδύουν στην πρόληψη πολύ πριν η ασθένεια εμφανιστεί, που παρεμβαίνουν πολύ νωρίτερα, που αναγνωρίζουν έγκαιρα τις ανάγκες των πληθυσμών και που μειώνουν τις ανισότητες.
«Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται καθοριστικά ο ρόλος της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Γιατί η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας δεν είναι μόνο το πρώτο σημείο επαφής του πολίτη με το σύστημα υγείας. Είναι ουσιαστικά το σημείο όπου συναντώνται η δημόσια υγεία, η κοινότητα και η καθημερινότητα των συμπολιτών μας. Είναι το σημείο όπου, για εμάς, οι πολιτικές υγείας αποκτούν ανθρώπινο πρόσωπο.
Διότι μέσα από αυτό το πρόγραμμα δεν επιδιώκουμε απλώς επιμέρους αλλαγές· επιδιώκουμε μια βαθύτερη μεταρρύθμιση αντιλήψεων. Μια πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας που είναι ενδυναμωμένη και ταυτόχρονα ολοκληρωμένη, πιο κοντά στην κοινότητα, πιο στενά συνδεδεμένη με τη δημόσια υγεία.
Με έμφαση στην πρόληψη, στη συνέχεια της φροντίδας, στην εγγραμματοσύνη υγείας, στην ψηφιακή διαλειτουργικότητα και στη μείωση των ανισοτήτων», πρόσθεσε η κ. Κράββαρη.
Σύμφωνα με τον ίδια, η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι μόνο να προσθέτουμε χρόνια στη ζωή, αλλά να προσθέτουμε ζωή στα χρόνια. «Να χτίσουμε συστήματα που κάνουν τον άνθρωπο να αισθάνεται ασφαλής, ορατός και ότι το σύστημα υγείας πραγματικά τον φροντίζει.
Η δημόσια υγεία του 21ου αιώνα χρειάζεται συνεργασίες, χρειάζεται δεδομένα, χρειάζεται αξιολόγηση και, σαφώς, χρειάζεται επιστημονική τεκμηρίωση. Πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζεται όραμα.
Γιατί χωρίς όραμα οι μεταρρυθμίσεις καταλήγουν να είναι απλώς διοικητικές ασκήσεις, ενώ η υγεία είναι κάτι πολύ περισσότερο, κάτι ουσιαστικά βαθύτερο», υπογράμμισε.
«Από αυτή, λοιπόν, τη γη της γνώσης, της φιλοξενίας και της δύναμης, θα συνεχίσουμε όλοι μαζί να χτίζουμε όχι απλώς ένα καλύτερο σύστημα υγείας, αλλά ένα σύστημα που αξίζει την εμπιστοσύνη όλων των πολιτών.
Γιατί, τελικά, η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση στην υγεία δεν είναι οργανωτική. Είναι να αισθανθεί κάθε πολίτης ότι το σύστημα είναι πραγματικά δίπλα του», κατέληξε.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η κ. Κράββαρη εξήρε το έργο του καθηγητή κ. Λιονή, του οποίου η προσφορά προπορεύεται και υπερβαίνει τα στενά όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας, όπως είπε χαρακτηριστικά.


