Λίγο πριν από την έναρξη της τουριστικής περιόδου, ο κλάδος του επισιτισμού εισέρχεται σε μια νέα φάση ρυθμίσεων όσον αφορά στις εργασιακές σχέσεις, καθώς αύριο Τρίτη αναμένεται η υπογραφή της νέας διετούς κλαδικής σύμβασης του επισιτισμού μεταξύ της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ), με τη συμμετοχή της ΓΣΕΕ, της Ομοσπονδίας Εργαζομένων Επισιτισμού-Τουρισμού (ΠΟΕΕΤ), της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εστιατορίων & Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ) και της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος (ΟΑΕ).
Η συμφωνία αφορά έναν από τους μεγαλύτερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, η οποία υπολογίζεται ότι απασχολεί περίπου 500 χιλιάδες εργαζόμενους που εργάζονται σε όλο το φάσμα του επισιτισμού - όπως εστιατόρια, ταβέρνες, μπαρ, καφετέριες και συναφείς επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα.
Αναγνώριση της 6ης ημέρας εργασίας ως πρόσθετη απασχόληση με προσαύξηση 10%
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά την αναγνώριση της 6ης ημέρας εργασίας ως πρόσθετης απασχόλησης, η οποία θα αμείβεται με προσαύξηση 10% επί του ημερομισθίου και τούτο διότι το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης στον κλάδο, καθώς πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη προσωπικού - μια εξέλιξη την οποία σχολίασε στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr και η πρόεδρος επισιτισμού και διασκέδασης Ηρακλείου κ. Μαρία Αντωνακάκη, τονίζοντας ότι η συμφωνία είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας να βρεθεί κοινός τόπος ανάμεσα στις δύο πλευρές, επισημαίνοντας τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.
Χωρίς τους εργαζόμενους δεν μπορούν να σταθούν οι επιχειρήσεις
Η κ. Αντωνακάκη επεσήμανε ότι, παρά το γεγονός πως ακόμα δεν έχει γνωστοποιηθεί το πλήρες πλαίσιο των συμφωνιών, η σημασία των εν λόγω εξελίξεων αποδίδεται στη δημιουργία ενός σχεδίου “σύμπλευσης” μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, σε μια περίοδο όπου οι ανάγκες είναι πολλές και η απαίτηση εύρεσης λύσεων ακόμα περισσότερες, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα κλίμα αμοιβαιότητας μεταξύ των δύο, ούτως ώστε να κρατηθούν και να προσελκυσθούν νέα άτομα στον κλάδο.
Πάνω σε αυτό, η ίδια τόνισε: «Εμείς θέλουμε να έχουμε την καλή σχέση με τους εργαζόμενους, γιατί χωρίς τους εργαζόμενους δε θα μπορούσαν να λειτουργήσουν οι επιχειρήσεις. Όπως και χωρίς τις επιχειρήσεις δε θα μπορούσαν να υπάρχουν εργαζόμενοι», μεταδίδοντας ένα στενά συνδεδεμένο πλέγμα αλληλεπίδρασης, όπου οι αποφάσεις αφορούν όλους.
Εδώ είναι που τοποθετείται και ο κεντρικός στόχος των επαγγελματιών του κλάδου, να διατηρηθεί ένα κλίμα συνεργασίας και συνεννόησης, προκειμένου να μπορέσει να λειτουργήσει ομαλά η αγορά εργασίας στην εστίαση, ιδιαίτερα ενόψει της νέας τουριστικής περιόδου, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει πιέσεις.
«Αυτό που “καίει” την εστίαση είναι η 6η μέρα και αυτό μας απασχολεί, διότι λόγω της έλλειψης προσωπικού δεν έχουμε ικανοποιηθεί πάνω στο συγκεκριμένο αίτημά μας ως κλάδος», και όλα αυτά ενώ το ζήτημα της έλλειψης προσωπικού παραμένει “διελκυστίνδα” πιέσεων ενόψει του “ανοίγματος” της τουριστικής περιόδου, εκεί όπου αυξάνεται η ζήτηση για εργαζόμενους στις τουριστικές περιοχές.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να λαμβάνει, σύμφωνα με την κ. Αντωνακάκη, και η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, η οποία θεωρείται ότι έχει συμβάλει στη μεγαλύτερη διαφάνεια στις εργασιακής σχέσεις, καθώς πλέον καταγράφονται με ακρίβεια οι ώρες εργασίας.
Ο παράγοντας "ακρίβεια"
Ωστόσο, οι πιέσεις στην αγορά παραμένουν έντονες, κυρίως λόγω της ακρίβειας και των ανατιμήσεων που επηρεάζουν τόσο τις επιχειρήσεις, όσο και τους εργαζομένους, με την κ. Αντωνακάκη να σχολιάζει: «Θεωρώ ότι ακόμη και αυτή η αύξηση που ψηφίζεται τώρα δύσκολα θα αποδειχθεί επαρκής, καθώς οι συνεχείς ανατιμήσεις και η γενικευμένη ακρίβεια περιορίζουν σημαντικά την πραγματική της επίδραση», προσθέτοντας πως «με δεδομένο ότι ο πόλεμος αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την καθημερινότητα και τα έξοδα των πολιτών το προσεχές διάστημα, εκτιμώ ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν άμεσα και ουσιαστικά μέτρα από την πλευρά της κυβέρνησης. Τα μέτρα αυτά δε θα πρέπει να περιορίζονται μόνο στην ενίσχυση της κατανάλωσης, αλλά να αφορούν συνολικά τη στήριξη της κοινωνίας, ώστε οι πολίτες να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες οικονομικές δυσκολίες».
Σε κάθε περίπτωση, η νέα σύμβαση επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο, πιο σταθερό πλαίσιο εργασιακών σχέσεων στον επισιτισμό, σε έναν κλάδο που αποτελεί βασικό πυλώνα τουριστικής οικονομίας και απασχόλησης για τη χώρα, ωστόσο το κατά πόσο οι νέες ρυθμίσεις που θα υπογραφούν θα βελτιώσουν ουσιαστικά τις συνθήκες εργασίας αλλά και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων που εξαρτώνται αλληλένδετα από το προσωπικό που τις συναπαρτίζει θα φανεί στην πράξη κατά τους επόμενους μήνες, όταν η τουριστική δραστηριότητα θα βρίσκεται στο αποκορύφωμά της και οι ανάγκες για εργατικό δυναμικό θα αυξηθούν δυναμικά.
Τι προβλέπεται στη συμφωνία - Στα 950 ευρώ ανεβαίνει ο κατώτατος μισθός
Στη συμφωνία που επιτεύχθηκε και θα υπογραφεί επίσημα αύριο, μεταξύ των συνδικαλιστικών και εργοδοτικών οργανώσεων, προβλέπονται αυξήσεις 8% για το 2026 και επιπλέον 4% για το 2027 στις αποδοχές όλων των ειδικοτήτων του κλάδου, ενώ ο κατώτατος μισθός των ανειδίκευτων εργαζομένων αυξάνεται για το 2026 κατά 70 ευρώ, ανεβαίνοντας από τα 880 στα 950 ευρώ, ενώ το 2027 θα υπάρξει νέα αύξηση κατά 38 ευρώ.
Τα ίδια ποσοστά αύξησης θα ισχύσουν και για εργαζόμενους σε ειδικότητες με υψηλότερες αποδοχές, όπως μάγειροι και σεφ, ενώ ο εισαγωγικός μισθός για τον αρχιμάγειρα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στα 1.000 ευρώ.
Σημαντικό ρόλο στις τελικές αποδοχές θα συνεχίσουν να έχουν τα επιδόματα που προβλέπονται από τη σύμβαση, όπως το επίδομα γάμου, το επίδομα τριετιών, το ανθυγιεινό επίδομα, το επίδομα ταμείου, αλλά και το επίδομα σπουδών.
Με βάση τους νέους υπολογισμούς, εργαζόμενοι που λαμβάνουν επιδόματα γάμου, τριετίας και ανθυγιεινής εργασίας θα δουν τις μηνιαίες αποδοχές τους να αυξάνονται από περίπου 1.144 ευρώ σε περίπου 1.235 ευρώ το 2026 και σε περίπου 1.284 ευρώ το 2027.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι η νέα σύμβαση θα επεκταθεί σε ολόκληρο τον κλάδο, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη εκπροσώπησης του 40% των εργοδοτών, γεγονός που διευκολύνει την εφαρμογή της σε χιλιάδες επιχειρήσεις εστίασης.
Παράλληλα, η συμφωνία συνοδεύεται από μετενέργεια ακόμη και μετά τη λήξη της, διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχιση των βασικών όρων εργασίας.