Μία επιστολή που εστάλη χθες στο Μέγαρο Μαξίμου, τα υπουργικά και τα βουλευτικά γραφεία από την Κρήτη έρχεται στο επίκεντρο, καθώς μία παθογένεια για τους αγρότες έρχεται να αναδείξει ο εντεταλμένος περιφερειακός σύμβουλος για την ποιότητα ζωής της υπαίθρου. Ο Πρίαμος Ιερωνυμάκης κάνει λόγο για ένα σύστημα «νόμιμου τυχοδιωκτισμού», όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος, με επίκεντρο τα “κόκκινα” αγροτικά δάνεια που έχουν κάνει και τον πρωτογενή τομέα να «στερέψει». Καλώντας τους πολιτικούς φορείς να τοποθετηθούν, εκείνος επεσήμανε πως ακόμη και η διατροφική ασφάλεια της χώρας είναι άμεσα εκτεθειμένη.
Σύμφωνα λοιπόν με την επιστολή του κ. Ιερωνυμάκη, ένα σημείο-ορόσημο και παράγοντας επιβάρυνσης της κατάστασης είναι τα δάνεια που έλαβαν οι αγρότες από την Αγροτική Τράπεζα, βάζοντας υποθήκη καλλιεργήσιμη γη ή μικρές μεταποιητικές μονάδες. Δεκατέσσερα χρόνια αφότου έκλεισε επισήμως η εν λόγω τράπεζα, τεράστιος αριθμός δανείων έχουν γίνει “κόκκινα” και έχουν μεταβιβαστεί στους κατά τόπους servicers και τα funds του εξωτερικού.
Εδώ ξεκινά η παρέμβαση του κ. Ιερωνυμάκη, που σε εκ νέου δηλώσεις του στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr κατήγγειλε τον «μαφιόζικο τρόπο», όπως είπε χαρακτηριστικά, με τον οποίο «τα funds αγόρασαν αυτά τα κεφάλαια, στο 5% της αξίας τους. Ανάλογα πάντα με την τράπεζα αυξομειώθηκε αυτό το ποσοστό, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις τα funds δεν πλήρωσαν παραπάνω από το 8-10% της αρχικής αξίας των δανείων. Το πρόβλημα είναι ευρύτατο: λαμβάνουμε κάθε μέρα μηνύματα με τέτοιες περιπτώσεις δανειοληπτών, που δε μιλούν περαιτέρω. Το ελληνικό Δημόσιο έχει χάσει εις βάρος των αγροτών, με το συμφέρον συγκεκριμένων εταιρειών στο επίκεντρο. Αυτές οι εταιρείες, τα ονόματα των οποίων έχουν ήδη αρχίσει να δημοσιεύονται, είχαν διευθυντές υψηλόβαθμα στελέχη των ίδιων των τραπεζών».
Στο σημείο αυτό ο κ. Ιερωνυμάκης κάνει λόγο για ένα «καλά σχεδιασμένο κύκλωμα», επισημαίνοντας πως μέσα σε αυτό εμπλέκονται φορείς «απ’ όλα τα κόμματα». Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, «μολονότι υπάρχουν διασυνδέσεις σε αυτό από τα κόμματα, πιστεύω ακράδαντα πως η μεγαλύτερη πλειοψηφία των πολιτικών δρώντων απαρτίζει ένα “υγιές” κομμάτι του κράτους. Σε αυτούς λοιπόν απευθυνόμαστε και ο αγροτικός τομέας ζητά να τοποθετηθούν. Είναι στο πλάι των funds ή με την κοινωνία;», διερωτήθηκε ο κ. Ιερωνυμάκης, ο οποίος δεν παρέλειψε να πει πως, αν συνεχίσει αυτή η κατάσταση, η αγορά αδιαμφισβήτητα θα «στερέψει» και τότε θα τεθεί ολόκληρη η διατροφική αλυσίδα της χώρας σε κίνδυνο.
Οι “νόμιμοι κλέφτες” της αγοράς
Οι συνέπειες αυτού του “κυκλώματος” είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Όπως αναδεικνύει στην επιστολή του ο κ. Ιερωνυμάκης, «υπάρχει κίνδυνος πλειστηριασμού αγροτικής γης που καλλιεργείται επί γενιές, αλλά και απώλειας των μικρών οικογενειακών μεταποιητικών μονάδων, όπως τα οικογενειακά τυροκομεία, οικογενειακά οινοποιεία κ.ά. Παράλληλα, γίνεται όλο και πιο έντονη η τάση να διακόπτεται η ολοκληρωμένη παραγωγική δραστηριότητα, από το χωράφι έως το τελικό προϊόν, καθώς τα παραγωγικά μέσα μεταφέρονται σε ξένα κεφάλαια, χωρίς καμία σύνδεση με την τοπική οικονομία».
Όπως επεσήμανε, η απώλεια είτε της γης, είτε της εκάστοτε μικρής μεταποιητικής μονάδας καταλήγει να “διαλύει” το ίδιο το μοντέλο της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, το οποίο βασίζεται στην αγροτική γη, που μεταβιβάζεται διαγενεακά και σε μικρές οικογενειακές μεταποιητικές μονάδες, οι οποίες, όπως γράφει ο κ. Ιερωνυμάκης, «επεξεργάζονται τα προϊόντα της ίδιας γης, δημιουργούνται για να δώσουν προστιθέμενη αξία στην παραγωγή και λειτουργούν συμπληρωματικά και αδιάσπαστα με την αγροτική εκμετάλλευση».
Ο κ. Ιερωνυμάκης προχώρησε στις δηλώσεις του και δεν παρέλειψε να κάνει μία “κρούση” για τον κίνδυνο που γενικότερα εγκυμονεί η κατάσταση των πραγμάτων αυτή τη στιγμή: «Αρκεί να κοιτάξει κανείς τα μαγαζιά του Ηρακλείου, τουλάχιστον η μισή αγορά του έχει κλείσει. Αυτό ισχύει και στον πρωτογενή τομέα, καθώς οι μικροί παραγωγοί αναγκάζονται να δραστηριοποιούνται μέσα σε μία κατάσταση ολιγοπωλίου. Οι εταιρείες-κολοσσοί είναι οι σύγχρονοι νόμιμοι κλέφτες της αγοράς και αυτή τη στιγμή υπάρχουν παντού. Εμείς επισημαίνουμε πως ακόμη και αυτοί που δε χρωστούν με δάνεια αυτή τη στιγμή, θα πρέπει να παλέψουν να κρατηθεί η πληθώρα στην αγορά του πρωτογενούς τομέα, γιατί τα funds “στεγνώνουν” την αγορά και σε λίγα χρόνια θα μπούμε σε πραγματική “κρίση”, από την οποία δε θα μπορούμε εύκολα να βγούμε» είπε καταληκτικά ο κ. Ιερωνυμάκης.
Χρειάζεται ειδικός μηχανισμός: Έμφαση στο να έχουν οι διάδοχοι το δικαίωμα αναχρηματοδότησης
Η επιστολή, μάλιστα, προχωρά σε πρόταση, τη νομοθετική θέσπιση ενός ειδικού μηχανισμού για τα “κόκκινα” δάνεια, που αφορούν την αγροτική γη με παραγωγική χρήση και τις μικρές οικογενειακές μεταποιητικές μονάδες, που συνδέονται άμεσα με την αγροτική παραγωγή.
Αυτή η ρύθμιση, σύμφωνα με τον κ. Ιερωνυμάκη, θα καλύπτει όσους επαγγελματίες του κλάδου έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια, διαθέτουν διάδοχη κατάσταση, παιδιά ή κληρονόμους, ή είναι νέοι σε ηλικία διάδοχοι, οι οποίοι δηλώνουν και αποδεικνύουν πρόθεση να συνεχίσουν την καλλιέργεια της γης και τη λειτουργία της μεταποιητικής μονάδας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο να έχουν οι διάδοχοι το δικαίωμα αναχρηματοδότησης και να μπορούν να λάβουν νέο δάνειο, το οποίο θα μπορεί να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για εξόφληση του servicer ή fund, σε ποσό ίσο ή ελαφρώς υψηλότερο από την τιμή αγοράς του δανείου από το fund.
Έτσι, όπως συμπεραίνει ο κ. Ιερωνυμάκης στην επιστολή, «η αγροτική γη και η μεταποιητική μονάδα παραμένουν στην οικογένεια και θα διασφαλίζεται η συνέχεια της παραγωγής και της μεταποίησης. Τα funds εισπράττουν άμεσα, χωρίς δικαστικές εμπλοκές, και θα αποτραπεί η κοινωνική και οικονομική αναστάτωση. Ύστατος στόχος είναι η ρύθμιση να προστατεύσει την αγροτική γη, να διασώσει τις οικογενειακές μεταποιητικές μονάδες, καθώς θα διατηρήσει ζωντανή την ελληνική αγροδιατροφική παραγωγή, αποτρέποντας τη μεταβίβαση παραγωγικών μέσων σε μη παραγωγικά κεφάλαια. Η ίδια η ρύθμιση είναι πλήρως ενταγμένη στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη στήριξη της αγροτικής παράγωγης και τις υπαίθρου, μέσω επιδοτούμενων προγραμμάτων νέων αγροτών, ενώ αποτελεί μία στρατηγική επιλογή υπέρ της ελληνικής οικονομίας, της υπαίθρου και της κοινωνικής συνοχής».
