Στο καφενείο των Ανωγείων, εκεί όπου οι κουβέντες "μπλέκονται" με τον καφέ και τη ρακή, ο 20χρονος Μοχάμαντ κινείται με άνεση πίσω από τον πάγκο. Μιλάει με μια κρητική προφορά που ίσως δε συνειδητοποίησε κι ο ίδιος πότε υιοθέτησε. Για τους ντόπιους ο Μοχάμαντ δεν είναι πια «ο ξένος», είναι το δικό τους παιδί.
Γεννήθηκε στη Συρία και μεγάλωσε δουλεύοντας σε καλλιέργειες φυστικιού. Στα 17 του, ο πόλεμος τον έφερε αντιμέτωπο με αποφάσεις που κανένα παιδί δε θα έπρεπε να πάρει. Δεν μπόρεσε να διανοηθεί ότι θα σταθεί απέναντι σε άλλους ανθρώπους, αρνήθηκε να γίνει μέρος της βίας. Έφυγε για να σώσει τη ζωή του και μαζί το δικαίωμά του στο όνειρο και το "αύριο".

Το ταξίδι του κράτησε τρεις μήνες. Περπάτησε από τη Συρία στην Τουρκία και από εκεί - παράνομα, δεν είχε άλλο τρόπο - πέρασε στην Ελλάδα μέσω της Ξάνθης. Ένα λεωφορείο για την Αθήνα ήταν η πρώτη του "ανάσα" ασφάλειας, όμως η διαδρομή δεν είχε τελειώσει. Λίγους μήνες μετά, βρέθηκε στην Κρήτη. Στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου τον εντόπισαν χωρίς χαρτιά και οδηγήθηκε στο Κέντρο Ασυνόδευτων Ανηλίκων Προσφύγων στα Ανώγεια.
Εκεί, στα ορεινά της Κρήτης, ενηλικιώθηκε.
Το αρχικό του σχέδιο ήταν να φύγει για τη Νορβηγία. Σήμερα, το σχέδιο αυτό έχει μπει στο συρτάρι. «Εδώ θα μείνω» - λέει με σιγουριά. Θέλει να σπουδάσει, να προχωρήσει, να χτίσει τη ζωή του στην Ελλάδα. Από το «Λόλα, να ένα μήλο» έφτασε να φοιτά στην τελευταία τάξη του Λυκείου, μιλώντας ελληνικά με άνεση και - χωρίς να το καταλαβαίνει - με κρητική προφορά.

Στο καφενείο όπου εργάζεται, σερβίρει, έχει μάθει να φτιάχνει σαλάτες, πανσέτες, αυγά, ομελέτες. Μα πάνω απ’ όλα ξέρει να φτιάχνει σχέσεις. Συμμετέχει στις παρελάσεις, στις γιορτές του χωριού, στέκεται με σεβασμό στην Εκκλησία. Έχει αναπτύξει ιδιαίτερο δεσμό και με τον Δεσπότη.
Οι Ανωγειανοί τον αγκάλιασαν. Τον δίδαξαν όσα χρειαζόταν κι ακόμη περισσότερα. Του έδωσαν χώρο, δουλειά, εμπιστοσύνη και τον προσέχουν σαν να είναι δικό τους παιδί. Κι εκείνος ανταποδίδει με σεβασμό, εργατικότητα και μια ωριμότητα που δύσκολα συναντά κανείς σε 20χρονο. Ίσως γιατί η ζωή και οι αντίξοες συνθήκες τον ανάγκασαν να μεγαλώσει πιο γρήγορα.

«Αν φύγω από τα Ανώγεια, θα είναι μόνο για να πάω σε κάποια σχολή» - λέει. Κι όταν το λέει, το εννοεί.
Ο Μοχάμαντ δεν ξέχασε τη Συρία. Μιλά καθημερινά με τους δικούς του, έχει φροντίσει για δάσκαλο για τα μικρά παιδιά της οικογένειάς του και σχεδιάζει να επανενωθεί μαζί τους στην Ελλάδα. Στα Ανώγεια βρήκε κάτι που του είχε λείψει: ασφάλεια, αποδοχή, μια δεύτερη πατρίδα. Και ίσως, τελικά, το πιο μεγάλο του ταξίδι να μην ήταν από αυτά που μετρά κανείς σε χιλιόμετρα, αλλά το ταξίδι από τον φόβο στην ελπίδα, από τον πόλεμο στην ειρήνη, από... το «ξένος» στο «δικός μας».
