Στην Κρήτη, σε μια γωνιά της χώρας όπου η άσφαλτος έχει αφήσει βαθιά χαραγμένο το σημάδι της, το Πάρκο Τροχαίων Δυστυχημάτων στα Χανιά στέκει ως μια ιδιότυπη νησίδα μνήμης. Δεν είναι απλώς ένας χώρος, αλλά ένα σημείο όπου συναντιούνται ο πόνος, η μνήμη και η ανάγκη για αλλαγή.
Ο άνθρωπος πίσω από την προσπάθεια αυτή, ο κ. Σταύρος Πολέντας, πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Αρωγής και Αλληλεγγύης Θυμάτων Τροχαίων Δυστυχημάτων “Ο Άγιος Χριστόφορος”, κουβαλάει στη φωνή του τη βαρύτητα όσων έχει δει, όσων έχει ζήσει και όσων συνεχίζει καθημερινά να αντιμετωπίζει μέσω του συλλόγου και της δράσης του, με τον δικό του αγώνα να αρχίζει το 2004, όταν και έχασε τον δικό του γιο, Χρήστο Πολέντα, σε δυστύχημα.
►Διαβάστε επίσης: Η Κρήτη ζητάει παρεμβάσεις για να μην χαθούν άλλες ανθρώπινες ζωές - Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες των ανθρώπων που θρήνησαν πάνω στα συντρίμμια (vid)
«Εμείς στα Χανιά έχουμε κάνει το μοναδικό Πάρκο Τροχαίων Δυστυχημάτων στη χώρα και σε αυτό έχει δώσει τη σφραγίδα του ο ΟΗΕ και το έχει εγκαταστήσει ως παγκόσμιο σημείο αναφοράς», αναφέρει, με τον σκοπό να κάνει αντιληπτό ότι το πάρκο δε δημιουργήθηκε για να εντυπωσιάσει. Δημιουργήθηκε γιατί ο θάνατος στην άσφαλτο είναι συχνός, αδικαιολόγητος και κυρίως παραμένει ένα τραύμα που η κοινωνία δεν ξέρει πώς να το επουλώσει.
«Προσπαθούμε, λοιπόν, μέσα από το πάρκο να πραγματοποιούμε δηλώσεις τιμής και υπόμνησης», εξηγεί. Σκοπός του δεν είναι μόνο η μνήμη, αλλά και η ανάδειξη των κενών του συστήματος που αφήνουν τις οικογένειες μόνες, αβοήθητες και ψυχικά εκτεθειμένες, τη στιγμή ακριβώς που καταρρέουν.
Η κοινωνία που “γυρνάει σελίδα”
Όταν συμβαίνει ένα τροχαίο, ο χρόνος “παγώνει” για τις οικογένειες - για τους γύρω, όμως, συνεχίζει. Αυτό το χάσμα είναι που πληγώνει περισσότερο, σύμφωνα με τον κ. Πολέντα και τούτο διότι: «Υπάρχουν πολλά προβλήματα, ειδικότερα μετά το τροχαίο. Πρόβλημα κοινωνικό. Και η κοινωνία δεν ανταποκρίνεται, γυρνάει σελίδα».
Είναι μια ρεαλιστική αλλά σκληρή διαπίστωση: Όταν τα φώτα της δημοσιότητας σβήνουν και η ηχώ της κραυγής περιορίζεται, οι οικογένειες παραμένουν αντιμέτωπες με έναν φόρο τιμής που καλούνται να πληρώσουν μόνες. Ούτε θεσμικά πλαίσια, ούτε δομές, ούτε στελέχη υπάρχουν για να στηρίξουν την κρίσιμη πρώτη στιγμή, όπως ο ίδιος αναδεικνύει.
«Δεν υπάρχει καμία κοινωνική υποστήριξη. Σου ανακοινώνουν ότι έχασες τον άνθρωπό σου και είναι σαν να σου λένε “πάρε το νεκρό σου και φύγε”», λέει. Η περιγραφή του σοκάρει με έναν τρόπο που ξεγυμνώνει και αφοπλίζει. Κι όμως, αυτή είναι η πραγματικότητα σε πολλά νοσοκομεία της χώρας: η απώλεια βιώνεται με όρους γραφειοκρατίας και ελλιπούς ψυχολογικής υποστήριξης.
Ο “Γολγοθάς” μετά τον θάνατο
Για πολλούς, το τροχαίο θεωρείται το τέλος. Για τους ανθρώπους, όμως, που μένουν πίσω είναι η αρχή ενός μεγάλου πόνου, με τον κ. Πολέντα να περιγράφει την κατάσταση με απόλυτη σαφήνεια.
Όπως λέει, «το τροχαίο είναι μεγάλος πόνος, αλλά ο “Γολγοθάς” των οικογενειών είναι μετά το τροχαίο. Και μετά το τροχαίο, τι; Τίποτα».
Ο ίδιος τονίζει ότι ένα από τα πιο επώδυνα σημεία είναι η μεταφορά των νεκρών σε άλλους νομούς για νεκροψία-νεκροτομή. Οι συγγενείς, βυθισμένοι σε πένθος, καλούνται να οργανώσουν και να καλύψουν οικονομικά μια διαδικασία που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα τακτοποιημένη από την Πολιτεία.
Όπως αποκαλύπτει, «οι νεκροψίες είναι ένα τεράστιο ζήτημα... σου λένε στείλε τον άνθρωπό σου για νεκροψία στο Ρέθυμνο, με έξοδα δικά σου. Είναι τραγικά τα πράγματα».
Η πρότασή του είναι απλή, λογική, ανθρώπινη: «Να δίνεται εντολή στον ιατροδικαστή, με “φύλλο πορείας”, να πηγαίνει αυτός στο νοσοκομείο όπου μεταφέρεται αρχικά ο νεκρός. Όχι ο νεκρός». Κι όμως, όπως τονίζει, παρά τις αναφορές, τις πιέσεις και τις προτάσεις του προς τα υπουργεία Υγείας και Δικαιοσύνης, η πρακτική δεν έχει αλλάξει.
Ακρωτηριασμοί, εγκεφαλικά τραύματα και ζωή που δεν επιστρέφει
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τους νεκρούς, αλλά και τους επιζώντες - αυτούς που παραμένουν στη ζωή αλλά με βαριά βλάβη, σωματική ή ψυχική, εκεί που δεν υπάρχει ουσιαστική πρόβλεψη για μακροχρόνια φροντίδα, ούτε μηχανισμός στήριξης.
Ο κ. Πολέντας το θέτει ξεκάθαρα: «Σε κάποιον, από τροχαίο μπορεί να του κοπεί το πόδι. Δεν υπάρχει στήριξη από εκεί και πέρα». Οι οικογένειες αναγκάζονται να αναλάβουν εξ ολοκλήρου το βάρος της αποκατάστασης, οικονομικά και ψυχικά.
Κι όταν το τραύμα είναι εγκεφαλικό και μη αναστρέψιμο, το βάρος γίνεται σχεδόν αβάσταχτο, καθώς «εκεί η οικογένεια παραμένει εκτεθειμένη, θρηνώντας τον άνθρωπό της χωρίς να τον χάσει σωματικά, αλλά ψυχικά. Εκεί τι γίνεται;». Δεν υπάρχει απάντηση σε τέτοιου είδους κρίσιμα και καθοριστικά κενά.
Ψυχολογική υποστήριξη: μια άγνωστη λέξη
Όπως τονίζει ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Αρωγής και Αλληλεγγύης Θυμάτων Τροχαίων Δυστυχημάτων “Ο Άγιος Χριστόφορος”, στις πιο σκοτεινές στιγμές η παρουσία ειδικών θα μπορούσε να βοηθήσει να αποφευχθούν καταρρεύσεις, σοκ, ακόμη και επικίνδυνες συναισθηματικές εκρήξεις. Όμως στα νοσοκομεία η ψυχολογική υποστήριξη φαίνεται να είναι μια άγνωστη έννοια, με τη νομοθεσία να μην προβλέπει την παροχή τέτοιου είδους υποστήριξης.
Ο κ. Πολέντας θυμάται ένα από τα περιστατικά, τα οποία έλαβαν χώρα προ δεκαετίας και που σημάδεψαν τη δράση του: «Τροχαίο θανατηφόρο με τρία πολύ μικρά παιδιά... λέμε στον διοικητή του νοσοκομείου “κατέβασε κάτω έναν ψυχίατρο”... Δεν είπε σε κανέναν να κατέβει κάτω να βοηθήσει... Τελικά έστειλε έναν παθολόγο».
Μια εικόνα που φέρνει στο φως την πλήρη απουσία πρωτοκόλλων αντιμετώπισης του πένθους και μια πραγματικότητα που ξεπερνά το ανθρώπινο. «Στον πόνο, στη δυστυχία, στον θάνατο δεν υπάρχει η απαραίτητη νομοθεσία που να ορίζει ότι ένας επιστήμονας θα έχει αρμοδιότητα να στηρίξει ψυχολογικά τις οικογένειες», σημειώνει με παράπονο και αναστεναγμό.
Η επαφή με τον νεκρό: μια τραυματική διαδικασία
Ωστόσο, το σκληρό πλήγμα αφορά τη διαδικασία αναγνώρισης του νεκρού, η οποία περιγράφεται ως κάτι που δεν τιμά ούτε τη μνήμη, ούτε τον άνθρωπο.
«Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι σε καλεί η Αστυνομία και σου λέει ουσιαστικά: “Έλα, το παιδί σου σκοτώθηκε”... και πας κάτω και βλέπεις το παιδί σου στο ψυγείο, σε ένα περιβάλλον ανεκδιήγητο. Η συμπεριφορά μας προς τους νεκρούς είναι πρόστυχη», λέει ο ίδιος χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, το εν λόγω σοκ είναι που παραμένει ανεξίτηλο στις οικογένειες. Μια διαδικασία που, αντί να ανακουφίζει ή να βοηθά στην αποδοχή, μετατρέπεται σε ένα δεύτερο χτύπημα, ένα χτύπημα κάτω από τη μέση.
Ο αστικός κώδικας και οι αποζημιώσεις: ο πόνος σε αριθμούς
Ένα ακόμη μεγάλο θέμα που θίγει ο κ. Πολέντας αφορά τον τρόπο με τον οποίο το δικαστικό σύστημα αποδίδει αποζημιώσεις. Όπως υποστηρίζει, η αξιολόγηση του πόνου μέσω χρηματικών ποσών αποτελεί μια πρακτική που προσβάλλει τη μνήμη και το συναίσθημα των οικογενειών.
«Δε γίνεται τον πόνο της μάνας να τον εκτιμά στον βαθμό που θέτει ο εκάστοτε δικαστής...», σημειώνει, προσθέτοντας: «Δηλαδή αξιολογούν ότι ο πόνος της μητέρας αντιστοιχεί σε 80 χιλιάρικα... Είναι πράγματα αυτά;».
Το ποσό που ορίζει ο νόμος, το οποίο μπορεί να φτάνει έως 1.220.000 ευρώ ανά ασφαλιστήριο, συχνά δεν αποδίδεται ανάλογα με την υπαιτιότητα, αλλά με βάση την κρίση για την «ψυχική οδύνη». Μια διαδικασία που, όπως υποστηρίζει, λειτουργεί τελικά υπέρ των ασφαλιστικών εταιρειών.
Ένα κενό που “διψά” για πολιτική βούληση - Το κράτος είναι κατώτερο των περιστάσεων στο θέμα των τροχαίων
Ο κοινός παρονομαστής όλων των ζητημάτων που αναδεικνύει ο κ. Σταύρος Πολέντας είναι ένας: η απουσία κρατικής μέριμνας, με τον ίδιο να διαπιστώνει: «Άρα λοιπόν, αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι, πέρα του ότι πρέπει να τηρούμε τον ΚΟΚ, πρέπει η κυβέρνηση επιτέλους να αποφασίσει για το πώς θα αγκαλιάσει τις οικογένειες...».
Η ανάγκη για θεσμική στήριξη, για αναθεώρηση του αστικού κώδικα, για επίσημες διαδικασίες ψυχολογικής υποστήριξης και για αξιοπρεπή μεταχείριση των νεκρών αποτελεί σήμερα αίτημα και όχι πραγματικότητα.
Στο τέλος της ημέρας, πέρα από νόμους, αποφάσεις και διαδικασίες, το ζήτημα είναι βαθιά ανθρώπινο. Μιλά για μανάδες που λιποθυμούν πάνω στα ψυγεία των νεκροτομείων, για πατέρες που κλαίνε τα παιδιά τους σε διαδρόμους νοσοκομείων, για ανθρώπους που μέσα σε λίγα λεπτά βλέπουν τη ζωή τους να γκρεμίζεται.
Όπως ο ίδιος σημειώνει, «πρέπει να υπάρξει στήριξη για να μην πονάνε και υποφέρουν οι οικογένειες» - και αυτό δεν είναι ζήτημα ούτε οικονομικό ούτε διοικητικό. Είναι ζήτημα πολιτισμού και ανθρωπιάς.