Η υποκατανάλωση των φρέσκων φρούτων κα λαχανικών είναι εμφανής τα τελευταία χρόνια στις Ελληνικές λαϊκές αγορές, ειδικά μετά τις 15 του μήνα, οπότε έχουν ξοδευτεί οι μισθοί και οι συντάξεις των περισσοτέρων καθώς οι πάγιες υποχρεώσεις των νοικοκυριών πληρώνονται στις αρχές κάθε μήνα.
Αυτό που καταγράφεται ωστόσο τους τελευταίους μήνες στις λαϊκές αγορές της Κρήτης και της Αθήνας, αποδεικνύει ότι τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που για εκείνα θεσπίστηκαν αυτές οι φθηνές αγορές , έχουν φτάσει πλέον στα επίπεδα της οικονομικής εξαθλίωσης, και αυτό φαίνεται καθαρά στην έρευνα που κάναμε στην Ιεράπετρα και στην Αθήνα.
«Οι λαϊκές αγορές της Αθήνας έχουν μετατραπεί σε μικρά πανηγύρια, όπου ο καταναλωτής, δεν έρχεται πλέον να ψωνίσει και να γεμίσει το καροτσάκι του με φρέσκα φρούτα και λαχανικά σε τιμές παραγωγού. Οι περισσότεροι έρχονται χωρίς καρότσι η κάποια τσάντα και κόβουν βόλτες με τα χέρια στις τσέπες.
Από τον περασμένο Νοέμβριο μέχρι σήμερα οι πωλήσεις μας στις λαϊκές αγορές της Αθήνας έχουν μειωθεί κατά 70%. Εκεί που πουλούσαμε 50 κλούβες με φρέσκα κηπευτικά την ημέρα , τώρα με το ζόρι πουλάμε 15 κλούβες», μας λέει ο Ιεραπετρίτης παραγωγός -πωλητής Λαϊκών Αγορών Αθήνας κ. Γιώργος Πηγιάκης.
«Η κατάσταση είναι τραγική και η οικονομική εξαθλίωση των φτωχών λαϊκών στρωμάτων που αποτελούν το πελατολόγιο μας , είναι εμφανέστατη. Είναι τραγικό να βλέπουμε καταναλωτή να κάνει 10 βόλτες μέσα στη λαϊκή αγορά και να φεύγει για το σπίτι του έχοντας αγοράσει με κάρτα, ένα αγγούρι, δυο ντομάτες , ένα κρεμμύδι και ένα κολοκύθι.
Δεν αγοράζουν πλέον οι καταναλωτές της Αθήνας τα κηπευτικά με το κιλό αλλά με το κομμάτι. Μας ζητούν να τους βάλουμε για ένα ευρώ 10 ντοματίνια σε ένα μικρό σακουλάκι και αυτά τα πληρώνουν με κάρτα. Δεν υπάρχει πλέον ρευστό στην τσέπη τους. Αυτοί που δουλεύουν καλά ακόμη στις λαϊκές αγορές της Αθήνας, είναι οι πωλητές αβγών. Αν δούμε κάπου ουρά σε κάποιο πάγκο ξέρουμε ότι εκεί πουλούν αβγά. Σαν να τρώνε κάθε μέρα αβγά μάτια οι Αθηναίοι… Στους δικούς μας πάγκους όπου πουλάμε φρέσκα κηπευτικά Ιεράπετρας παρατηρούμε επίσης, ότι δεν έρχονται πια οι ηλικιωμένες κυρίες να μας ζητήσουν φτηνές μαλακές ντομάτες για σάλτσα. Φαίνεται ότι δε μαγειρεύουν πιά στα σπίτια τους και ίσως έτσι να εξηγείται η τεράστια κίνηση που υπάρχει στο ντιλίβερι.
Κλείνοντας θέλω να σας ειπώ ότι, τόση αναδουλειά , όση είχαμε τον Γενάρη και τον Φλεβάρη, δεν την έχουμε ξαναζήσει ποτέ εδώ και 40 χρόνια που είμαστε στην αγορά», μας είπε ο κ. Γιώργος Πηγιάκης.
50% η πτώση στις λαϊκές αγορές του νομού Λασιθίου
Στις Λαϊκές αγορές του νομού Λασιθίου αλλά και ολόκληρης της Κρήτης, η κατάσταση είναι περίπου η ίδια με εκείνη της Αθήνας.
«Εμείς εδώ στις λαϊκές αγορές του Ν Λασιθίου έχουμε μια τεράστια πτώση στις πωλήσεις μας, που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνά και το 50%. Πουλάμε σχεδόν τα μισά από τα προϊόντα που πουλούσαμε λίγα χρόνια πιο πριν.
Ειδικά όταν στήσουμε τους πάγκους μας μετά τις 15 κάθε μήνα, τα βλέπουμε όλα, τα προβλήματα που βιώνει ο κόσμος της μισθωτής εργασίας αλλά και της σύνταξης. Οι μισθοί και οι συντάξεις φτάνουν μόνο για το πρώτο 15θήμερο. Από τις 15 μέχρι τις 30 του μήνα βλέπουμε ότι πέφτει πολύ πείνα. Είναι χαρακτηριστική της κατάστασης η εικόνα που έχω στο μυαλό μου, με καταναλωτή που θέλει να αγοράσει κηπευτικά που κοστίζουν 1,5 ευρώ το κιλό και σου λέει … «μη μου βάλεις ένα κιλό. Κάνε το να κάνει ένα ευρώ»... γιατί δεν έχει 50 σεντς να συμπληρώσει.
Η Ελληνική κοινωνία έχει τεράστια οικονομικά προβλήματα και αυτά φαίνονται από τη συμπεριφορά των καταναλωτών στις πιο φτηνές αγορές της χώρας», καταλήγει η πρόεδρος του Συλλόγου Παραγωγών και Πωλητών Λαϊκών Αγορών νομού Λασιθίου κ. Εριέττα Μπαγορδάκη.
Ο τελευταίος χιονιάς πάγωσε και την αγορά των κηπευτικών
Εκεί που το κλίμα ήταν κακό στις αγορές ήρθε και ο “coral” και πάγωσε ότι προσπαθούσε να κινηθεί στην παραγωγή και την εμπορία των κηπευτικών.
«Όλοι περιμέναμε να κινηθεί κάπως η αγορά λόγω της Τσικνοπέμπτης και της Αποκριάς και επειδή οι υπεύθυνοι των αλυσίδων και των Σούπερ Μάρκετ, γνώριζαν ότι θα πέσουν πάρα πολύ οι θερμοκρασίες, άρα και οι ποσότητες που συγκομίζουν οι παραγωγοί, έκαναν μεγάλες παραγγελίες από την αρχή της περασμένης εβδομάδας, προκλήθηκε μεγάλη ζήτηση κηπευτικών και συνεπώς μεγάλη αύξηση έως και διπλασιασμός των τιμών. Στη συνέχεια οι καταναλωτές δεν βγήκαν, δεν έκαναν μεγάλες αγορές και μετά τις μικρές Αποκριές οι αποθήκες έμεναν γεμάτες απούλητα κηπευτικά. Έτσι δεν υπήρχε ενδιαφέρον για νέες αγορές τούτη την εβδομάδα, ενόψει του τριημέρου της Μεγάλης Αποκριάς και της Καθαρής Δευτέρας, με αποτέλεσμα να πέσουν και πάλι οι τιμές σε χαμηλά επίπεδα. Αυτό το ασανσέρ των τιμών προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην αγορά.
Η ντομάτα που είχε 0,70 στο δημοπρατήριο έφτασε στο 1,40 και τις δυο τελευταίες μέρες γύρισε πάλι πίσω στα 0,60-0,70 λεπτά», μας είπε ο πρόεδρος της Ομάδας Παραγωγών «Νότος» κ Αντώνης Πλεξουσάκης.
«Πράγματι στα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας υπήρξε μια ζήτηση υπερβολική σε όλα τα κηπευτικά με αποτέλεσμα να ανέβουν απότομα οι τιμές σε όλα τα προϊόντα. Μετά ήρθε ο χιονιάς που κράτησε πολλές μέρες και οι καταναλωτές δεν έκαναν τα ψώνια που περίμεναν οι έμποροι, με αποτέλεσμα να μείνουν απούλητες μεγάλες ποσότητες κηπευτικών στις λαχαναγορές και στα σούπερ μάρκετ. Ο χιονιάς κράτησε κλειστές τις συγκοινωνίες από τα βόρεια σύνορα μας με αποτέλεσμα να μην κατέβουν οι Βούλγαροι έμποροι για αγορές στη Θεσσαλονίκη και αυτό προκάλεσε ασφυξία στην αγορά που είχε φορτωθεί μεγάλες ποσότητες κηπευτικών. Οι αγορές δεν ζήτησαν πολλά κηπευτικά τις τελευταίες μέρες και έτσι έπεσαν και πάλι οι τιμές σε ορισμένα προϊόντα.. Σίγουρα το τριήμερο της Μεγάλης Αποκριάς και η Σαρακοστή θα δώσουν ένα καινούργιο ενδιαφέρον στην αγορά των Κρητικών κηπευτικών, δεδομένου ότι θα υπάρξει μείωση της παραγωγής λόγω των τελευταίων πολύ χαμηλών θερμοκρασιών που έχουν φρενάρει τις καλλιέργειες», μας είπε ο κ Μανόλης Διακάκης από το Δημοπρατήριο «Γκόλντεν Φάρμ»
Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι, εκτός από την οικονομική κατάσταση των καταναλωτών, ο καλός η ο κακός καιρός είναι πάντα το βαρόμετρο στην αγορά, που απέδειξε για μια ακόμα φορά, ότι, η προσφορά και η ζήτηση είναι οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν το ύψος της τιμής του κάθε προϊόντος.