Ο Ντόναλντ Τραμπ αλλάζει τη στάση του απέναντι στην Τεχεράνη, καθώς οι μέχρι τώρα προσπάθειες για μια γρήγορη συμφωνία δεν έχουν αποδώσει και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εξελίσσεται σε μια ολοένα μεγαλύτερη πολιτική και στρατιωτική δοκιμασία για την αμερικανική κυβέρνηση.
Η νέα προσέγγιση φαίνεται να απομακρύνεται από την ιδέα ενός άμεσου αποφασιστικού χτυπήματος και να στηρίζεται περισσότερο στη σταδιακή οικονομική και στρατηγική πίεση.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι κυρώσεις, ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών και η προσπάθεια να αυξηθεί το κόστος για την ιρανική ηγεσία, μέχρι να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με μεγαλύτερη διάθεση για υποχωρήσεις.
Η εξέλιξη έρχεται μετά το νέο αδιέξοδο στις επαφές ΗΠΑ - Ιράν.
Ο Τραμπ έδωσε εντολή στην αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα, στην οποία συμμετέχουν ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, να σταματήσει τις επαφές με την Τεχεράνη.
Η απόφαση αυτή προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μόλις μία ημέρα νωρίτερα ο Κούσνερ είχε περιγράψει τις συνομιλίες ως ιδιαίτερα ουσιαστικές και ενεργές. Ωστόσο, η αμερικανική πλευρά φέρεται να έχει απογοητευτεί από την απροθυμία της ιρανικής ηγεσίας να αποδεχθεί τους βασικούς όρους που θέτει η Ουάσινγκτον.
Ο ίδιος ο Τραμπ, μάλιστα, έδωσε δημόσια μια εντελώς διαφορετική εικόνα, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν συνομιλίες ή προγραμματισμένες συζητήσεις με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν. Παράλληλα, επέμεινε ότι ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός παραμένει σε ισχύ και ότι τα Στενά του Ορμούζ είναι ανοιχτά.
Η εικόνα επί του πεδίου, ωστόσο, παραμένει πολύ πιο σύνθετη. Η ναυσιπλοΐα στη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια δίοδο εξακολουθεί να είναι περιορισμένη, ενώ η ένταση γύρω από τα πλοία που επιχειρούν να διασχίσουν τα στενά παραμένει υψηλή.
Το μεγάλο μέτωπο των Στενών του Ορμούζ
Τα Στενά του Ορμούζ έχουν εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της αμερικανικής στρατηγικής. Η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας αποτελεί πλέον κρίσιμο στόχο για την Ουάσινγκτον, καθώς από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο εξαρτάται ένα τεράστιο μέρος της περιφερειακής και διεθνούς εμπορικής κίνησης.
Στο παρασκήνιο βρίσκεται και το Ομάν, το οποίο έχει αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή και συμμετέχει στις προσπάθειες για μια συμφωνία σχετικά με τη λειτουργία της θαλάσσιας οδού.
Το σχέδιο που εξετάζεται θα μπορούσε να προβλέπει διαφορετικό τρόπο διαχείρισης της κυκλοφορίας από και προς τον Περσικό Κόλπο. Στην Ουάσινγκτον, όμως, υπάρχουν έντονες επιφυλάξεις ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενίσχυση της επιρροής του Ιράν στα στενά.
Ο Τραμπ έχει ήδη εκφράσει δημόσια τη δυσαρέσκειά του απέναντι στο Ομάν, παρά το γεγονός ότι η χώρα αποτελεί εδώ και χρόνια σημαντικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.
Ιδιαίτερα αρνητική είναι η στάση του Αμερικανού προέδρου απέναντι στην πιθανότητα επιβολής τελών διέλευσης στα πλοία.
Η αμερικανική πλευρά δεν επιθυμεί ένα μοντέλο στο οποίο η διέλευση από τα στενά θα συνοδεύεται από οικονομικές επιβαρύνσεις ή άλλες πληρωμές.
Η θέση του Λευκού Οίκου είναι ότι η διεθνής θαλάσσια οδός πρέπει να επιστρέψει σε καθεστώς ελεύθερης ναυσιπλοΐας, όπως ίσχυε πριν από την έναρξη του πολέμου. Οποιαδήποτε συμφωνία θα μπορούσε να επιτρέψει σε μία χώρα να αποκτήσει ουσιαστικό έλεγχο πάνω στα στενά θεωρείται από την αμερικανική κυβέρνηση επικίνδυνο προηγούμενο.
Κυρώσεις αντί για άμεση στρατιωτική κλιμάκωση
Η αλλαγή στρατηγικής του Τραμπ δεν σημαίνει ότι η αμερικανική πίεση προς το Ιράν μειώνεται. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι η Ουάσινγκτον ετοιμάζεται να ενισχύσει σημαντικά το οικονομικό μέτωπο.
Νέες και ιδιαίτερα αυστηρές κυρώσεις κατά του Ιράν αναμένεται να ανακοινωθούν, ενώ οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις παραμένουν σε θέση να διατηρήσουν τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών για όσο χρειαστεί.
Η λογική πίσω από αυτή τη στρατηγική είναι ότι η οικονομική πίεση θα αυξάνεται σταδιακά και τελικά θα αναγκάσει την Τεχεράνη να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσινγκτον για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια μετάβαση από την άμεση στρατιωτική δράση στη μακροχρόνια πίεση, με στόχο να περιοριστούν οι δυνατότητες του Ιράν χωρίς να απαιτείται συνεχής κλιμάκωση στο πεδίο.
Η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι ένας από τους βασικούς στόχους της εκστρατείας είναι η αποτροπή του Ιράν από την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Την ίδια στιγμή, όμως, η στρατιωτική διάσταση του πολέμου δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερο κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή συνεχίζεται εδώ και μήνες, με πολεμικά πλοία και σημαντικές στρατιωτικές μονάδες να παραμένουν σε επιχειρησιακή ετοιμότητα. Η παρατεταμένη παρουσία τους προκαλεί πλέον ερωτήματα για τη φθορά του εξοπλισμού και την καταπόνηση του προσωπικού.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τραμπ έχει αναγνωρίσει ότι τα αποθέματα ορισμένων από τα πιο προηγμένα αμερικανικά πυρομαχικά έχουν μειωθεί ύστερα από μήνες πολεμικών επιχειρήσεων.
Η πολιτική πίεση μεγαλώνει
Πέρα από το στρατιωτικό κόστος, ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος και με πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η διάρκεια του πολέμου και η απουσία μιας καθαρής λύσης έχουν ενισχύσει τις φωνές που ζητούν από την κυβέρνηση να αναζητήσει έναν τρόπο απεμπλοκής.
Ο Τραμπ, μέχρι σήμερα, έχει αντισταθεί στις εκκλήσεις αυτές και εξακολουθεί να εμφανίζεται αποφασισμένος να διατηρήσει την αμερικανική πίεση προς την Τεχεράνη.
Το Ιράν, από την πλευρά του, θεωρεί ότι η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται υπό πίεση και ότι η ανάγκη για μια έξοδο από τη σύγκρουση μπορεί τελικά να λειτουργήσει προς όφελος της Τεχεράνης.
Έτσι, οι δύο πλευρές παραμένουν εγκλωβισμένες σε ένα στρατηγικό αδιέξοδο, με καμία να δείχνει διατεθειμένη να κάνει πρώτη το αποφασιστικό βήμα.
Η νέα τακτική του Τραμπ επιχειρεί να αλλάξει αυτή την ισορροπία. Αντί να επιδιώκει άμεση συμφωνία μέσω νέων συνομιλιών, η αμερικανική πλευρά φαίνεται να επιλέγει την παράταση της πίεσης, περιμένοντας από την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι όταν το κόστος της αντιπαράθεσης γίνει μεγαλύτερο.
► Διαβάστε επίσης: Δημοσκόπηση-κόλαφος για Τραμπ: Οι Αμερικανοί βλέπουν σύγκρουση συμφερόντων
Παράλληλα, ο Τραμπ εξακολουθεί να στέλνει μηνύματα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προτίθενται να εγκαταλείψουν εύκολα την περιοχή. Η δημόσια τοποθέτησή του για τα Στενά του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων και την προετοιμασία νέων κυρώσεων, δείχνει ότι η Ουάσινγκτον θέλει να κρατήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα πίεσης στο τραπέζι.
