Η υπόθεση της μυστικής απομάκρυνσης του Ντόναλντ Τραμπ από την Τουρκία παίρνει νέα διάσταση, καθώς νεότερες πληροφορίες από αμερικανικά μέσα περιγράφουν μια επιχείρηση παραπλάνησης πολύ πιο σύνθετη από την απλή αλλαγή προεδρικού αεροσκάφους που είχε γίνει αρχικά γνωστή.
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν ταξίδεψε τελικά με το παλαιότερο Air Force One, παρότι επιβιβάστηκε σε αυτό μπροστά στις κάμερες. Αντίθετα, μεταφέρθηκε κρυφά σε ένα τρίτο στρατιωτικό αεροσκάφος, τύπου C-32A, το οποίο αναχώρησε για τη Βρετανία.
Η επιχείρηση φέρεται να οργανώθηκε λόγω αξιόπιστης απειλής από το Ιράν και συμμάχους του, με αμερικανικές πηγές να κάνουν λόγο ακόμη και για πιθανότητα επίθεσης με πύραυλο εναντίον του αεροσκάφους του προέδρου.
Το σχέδιο με τα τρία αεροσκάφη
Το πραγματικό σχέδιο φαίνεται πως εξελίχθηκε σε τρία στάδια.
Ο Τραμπ είχε φτάσει στην Τουρκία με το νέο Boeing 747 που είχε δωρίσει το Κατάρ στις ΗΠΑ, το οποίο χρησιμοποιείται προσωρινά ως προεδρικό αεροσκάφος. Όταν ήρθε η ώρα της αναχώρησης από την Άγκυρα, αποφασίστηκε να μην επιστρέψει με αυτό.
Ο πρόεδρος εμφανίστηκε δημόσια και επιβιβάστηκε στο παλαιότερο Air Force One, δημιουργώντας την εικόνα ότι αυτό θα ήταν το αεροσκάφος της επιστροφής του.
Σύμφωνα με τις νεότερες αποκαλύψεις, όμως, η εικόνα αυτή ήταν μέρος της επιχείρησης παραπλάνησης. Ο Τραμπ μεταφέρθηκε κρυφά έξω από το αεροσκάφος με τη βοήθεια οχήματος τροφοδοσίας, το οποίο τον μετέφερε σε άλλο σημείο του αεροδρομίου. Εκεί επιβιβάστηκε στο μικρότερο στρατιωτικό C-32A.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι δημοσιογράφοι και ορισμένα μέλη του προσωπικού του Λευκού Οίκου παρέμειναν στο παλαιό Air Force One, θεωρώντας ότι ο πρόεδρος βρισκόταν μαζί τους.
Το αεροσκάφος αναχώρησε κανονικά και πέταξε προς τη Βρετανία, ενώ ο Τραμπ έφτασε εκεί με το C-32A. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε ξανά στο παλαιό Air Force One και ταξίδεψε με αυτό στο επόμενο σκέλος, πριν επιβιβαστεί εκ νέου στο νεότερο αεροσκάφος για την επιστροφή στις ΗΠΑ.
Η επιλογή αυτή δημιουργεί το πιο δύσκολο ερώτημα της υπόθεσης: ήταν το Air Force One που μετέφερε δημοσιογράφους και κυβερνητικούς υπαλλήλους ουσιαστικά ένα αεροσκάφος-δόλωμα;
«Υπήρχε κάποια απειλή»
Ο Τραμπ, μετά την αποκάλυψη, επιχείρησε να παρουσιάσει την απόφαση ως μια φυσιολογική διαδικασία ασφαλείας.
«Κάνω ό,τι μου λένε», ανέφερε, εξηγώντας ότι οι Secret Service και οι στρατιωτικοί επέμεναν να χρησιμοποιήσει διαφορετικό αεροσκάφος. Παράλληλα παραδέχθηκε ότι πιθανότατα υπήρχε απειλή, αν και είπε πως δεν ζήτησε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες.
Ο πρόεδρος έχει υποστηρίξει επίσης ότι δέχεται συνεχώς απειλές και ότι το Ιράν τον έχει στο στόχαστρό του.
Η νέα εικόνα, ωστόσο, διαφέρει σημαντικά από την αρχική δημόσια εκδοχή. Όταν η αλλαγή αεροσκάφους έγινε γνωστή τον Ιούλιο, ο Τραμπ είχε αρνηθεί ότι οφειλόταν σε συγκεκριμένο ζήτημα ασφαλείας, ενώ είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η στάση στη Βρετανία σχετιζόταν με την παρουσίαση του νέου αεροσκάφους σε Αμερικανούς στρατιώτες.
Οι μεταγενέστερες αποκαλύψεις, όμως, δείχνουν ότι η απειλή από το Ιράν αποτέλεσε βασικό παράγοντα της επιχείρησης.
Γιατί έμειναν στο αεροσκάφος δημοσιογράφοι και στελέχη;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ευαίσθητο σημείο.
Εάν οι υπηρεσίες ασφαλείας είχαν πληροφορίες για συγκεκριμένη και αξιόπιστη απειλή, γιατί επέτρεψαν σε δημοσιογράφους και κυβερνητικούς υπαλλήλους να ταξιδέψουν με το αεροσκάφος που χρησιμοποιήθηκε ως παραπλανητικός στόχος;
Και ακόμη περισσότερο: γνώριζαν οι επιβαίνοντες ότι ο πρόεδρος δεν βρισκόταν πλέον στο αεροσκάφος;
Οι νεότερες πληροφορίες αναφέρουν ότι αρκετοί από τους επιβάτες δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί. Αυτό έχει προκαλέσει συζήτηση στην Ουάσινγκτον για το εάν η προστασία του προέδρου οδήγησε σε μια κατάσταση όπου άλλοι άνθρωποι βρέθηκαν, χωρίς ενημέρωση, μέσα σε ένα αεροσκάφος που μπορούσε να θεωρηθεί πιθανός στόχος.
Η χρήση αεροσκαφών-δόλωμα δεν είναι πρωτοφανής στην αμερικανική προεδρική ασφάλεια. Το ιδιαίτερο στοιχείο στην περίπτωση Τραμπ είναι ότι η επιχείρηση φέρεται να διατηρήθηκε μυστική ακόμη και από ανθρώπους που ταξίδευαν μαζί με τον πρόεδρο.
Το νέο Air Force One στο επίκεντρο
Η υπόθεση επαναφέρει ταυτόχρονα το ζήτημα της ασφάλειας του καταριανού Boeing 747-8.
Το αεροσκάφος, αξίας περίπου 400 εκατ. δολαρίων, παραχωρήθηκε από το Κατάρ στις ΗΠΑ και μπήκε σε υπηρεσία ως προσωρινό Air Force One. Ωστόσο, από την πρώτη στιγμή είχαν εκφραστεί ερωτήματα για το κατά πόσο διέθετε τα ίδια προηγμένα αμυντικά συστήματα με τα παλαιότερα προεδρικά αεροσκάφη.
Αμερικανικά δημοσιεύματα έχουν αναφέρει ότι το νέο αεροσκάφος δεν διέθετε εξαρχής ορισμένες από τις προηγμένες δυνατότητες αντιπυραυλικής προστασίας και ηλεκτρονικής άμυνας των παλαιότερων Air Force One.
Ο ίδιος ο Τραμπ είχε δηλώσει τον Ιούλιο ότι το αεροσκάφος θα αναβαθμιζόταν ώστε να είναι ουσιαστικά «πλήρως εξοπλισμένο». Η κυβέρνηση είχε αναφέρει ότι ο εκσυγχρονισμός θα διαρκούσε περίπου έναν μήνα.
Το γεγονός ότι, ενώ το νέο αεροσκάφος είχε ήδη χρησιμοποιηθεί για την πτήση προς την Τουρκία, ο πρόεδρος κρίθηκε αναγκαίο να επιστρέψει με παλαιότερο αεροσκάφος λόγω απειλής, ενισχύει τα ερωτήματα γύρω από τις πραγματικές δυνατότητες προστασίας του.
Η έρευνα για τις διαρροές
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Τραμπ έχει κινηθεί επιθετικά για να εντοπίσει τις πηγές των δημοσιευμάτων σχετικά με τα προβλήματα ασφαλείας του νέου Air Force One.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης είχε εκδώσει κλητεύσεις σε δημοσιογράφους των New York Times, μετά από δημοσιεύματα που αποκάλυπταν πληροφορίες για τις αδυναμίες του αεροσκάφους. Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών.
Ο Τραμπ, πάντως, έχει υπερασπιστεί την ανάγκη προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών, ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αποκάλυψη λεπτομερειών σχετικά με τις προεδρικές μετακινήσεις μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του προέδρου.
Το μεγάλο ερώτημα για την ιρανική απειλή
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που έχει παρουσιάσει επανειλημμένα ο Τραμπ για την αποδυνάμωση του Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος και κορυφαίοι αξιωματούχοι έχουν υποστηρίξει ότι οι στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης έχουν υποστεί τεράστιο πλήγμα.
Ωστόσο, εάν η αμερικανική κυβέρνηση θεώρησε αρκετά σοβαρή μια ιρανική απειλή κατά του προεδρικού αεροσκάφους ώστε να οργανώσει ολόκληρη επιχείρηση παραπλάνησης, τότε η πραγματική εικόνα των δυνατοτήτων του Ιράν φαίνεται να είναι πιο σύνθετη από την εικόνα που έχει παρουσιαστεί δημόσια.
Και αυτό είναι πλέον ένα από τα βασικά ερωτήματα που αφήνει πίσω της η υπόθεση: πόσο σοβαρή ήταν η απειλή που οδήγησε στην κρυφή μεταφορά του Τραμπ και πόσα από τα στοιχεία της επιχείρησης παραμένουν ακόμη απόρρητα;
