Τα κόμματα της ισπανικής αντιπολίτευσης εξαπολύουν σφοδρή επίθεση κατά του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ για τη μεταναστευτική του πολιτική, μετά την άφιξη δεκάδων χιλιάδων παράτυπων μεταναστών στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, στη βόρεια Αφρική.
Τις τελευταίες 24 ώρες, χιλιάδες μετανάστες πέρασαν παράνομα τα αυστηρά φυλασσόμενα σύνορα της αυτόνομης πόλης, η οποία εκτείνεται σε μόλις 18,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα στις βόρειες ακτές της Αφρικής.
Οι δυνάμεις της Guardia Civil, που είναι επιφορτισμένες με τη φύλαξη της Θέουτα, δεν κατάφεραν να αναχαιτίσουν το κύμα εισόδου, με αποτέλεσμα η ισπανική κυβέρνηση να διατάξει αργά το βράδυ της Πέμπτης την ανάπτυξη του στρατού για την ενίσχυση της ασφάλειας στα σύνορα.
Ο Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος μετέβη την Παρασκευή στη Θέουτα προκειμένου να ενημερωθεί από τους αξιωματούχους που διαχειρίζονται την κρίση, χαρακτήρισε την κατάσταση «επίθεση και παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Ισπανίας».
Σύμφωνα με το ισπανικό υπουργείο Εσωτερικών, περίπου 50.000 άνθρωποι εισήλθαν παράνομα στη Θέουτα, η οποία αριθμεί περίπου 80.000 κατοίκους.
Από αυτούς, σχεδόν οι μισοί έχουν ήδη επιστρέψει οικειοθελώς στο Μαρόκο, ενώ, σύμφωνα με την ισπανική προεδρία, οι αναχωρήσεις συνεχίζονται με ρυθμό περίπου 150 ατόμων ανά λεπτό.
Σφοδρές επιθέσεις της αντιπολίτευσης
Στη Μαδρίτη, τα κόμματα της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν ότι η κρίση είναι αποτέλεσμα των επιλογών της ίδιας της κυβέρνησης και ειδικότερα του σχεδίου νομιμοποίησης περισσότερων από ενός εκατομμυρίου παράτυπων μεταναστών.
Ο πρόεδρος του ακροδεξιού κόμματος Vox, Σαντιάγο Αμπασκάλ, κατηγόρησε τον Πέδρο Σάντσεθ ότι με τη μεταναστευτική του πολιτική «υποκίνησε μια εισβολή», προσθέτοντας ότι ο πρωθυπουργός «συμπεριφέρεται σαν εχθρός της Ισπανίας».
Συνεχίζοντας την επίθεσή του, δήλωσε:
«Κάθε μελλοντικός βιασμός ή μαχαίρωμα θα είναι εισαγόμενο από τον Πέδρο Σάντσεθ, ενώ η πολιτική του θα αφήσει ως κληρονομιά την κατάρρευση της στεγαστικής πολιτικής και του συστήματος υγείας μας.
Ο Πέδρο Σάντσεθ είναι ο βασικός υπεύθυνος για όσα υποφέρουν σήμερα και θα υποφέρουν στο μέλλον οι Ισπανοί.»
Ο ίδιος κατέληξε λέγοντας:
«Αυτή η εθνική κρίση μπορεί να λυθεί μόνο αν απομακρυνθεί από την εξουσία πριν επιχειρήσει να κλέψει και τις επόμενες εκλογές και αν λογοδοτήσει στη Δικαιοσύνη ως προδότης και μαφιόζος.»
Ανάλογη στάση κράτησε και ο πρόεδρος του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος (PP), Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο, ο οποίος συνέδεσε επίσης την κρίση στη Θέουτα με «ανεύθυνες αποφάσεις» της κυβέρνησης στον τομέα της μεταναστευτικής πολιτικής.
Όπως ανέφερε, τα βίντεο που δείχνουν συνοριακά φυλάκια να κατακλύζονται από χιλιάδες μετανάστες αποτελούν «μια εικόνα παρακμής που δεν αξίζει στην Ισπανία».

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, ο γενικός γραμματέας του PP, Μιγκέλ Τεγιάδο, υποστήριξε ότι:
«Κανείς δεν πρέπει να εκπλήσσεται όταν χιλιάδες άνθρωποι επιθυμούν να εισέλθουν σε μια χώρα που νομιμοποιεί πάνω από ένα εκατομμύριο παράτυπους μετανάστες μέσα σε μία νύχτα. Όχι μόνο δεν ανακόπτουμε αυτή τη χιονοστιβάδα, αλλά στέλνουμε το μήνυμα ότι όσοι έρθουν σύντομα θα μπορούν να αποκτήσουν και την ισπανική υπηκοότητα.»
Την ίδια ώρα, η πρόεδρος της Περιφέρειας της Μαδρίτης και κορυφαίο στέλεχος του PP, Ισαμπέλ Ντίαθ Αγιούσο, κατηγόρησε τον Σάντσεθ ότι «επιτρέπει την εισβολή μέσω της Θέουτα για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από τις δικαστικές υποθέσεις που αντιμετωπίζει», αναφερόμενη στις υποθέσεις διαφθοράς που ερευνώνται και αφορούν το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Η κυβέρνηση απαντά
Η ισπανική κυβέρνηση απέρριψε κατηγορηματικά τις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης.
Εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών υποστήριξε ότι η κρίση στη Θέουτα δεν έχει καμία σχέση με τη μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι κανένας από τους ανθρώπους που εισήλθαν παράνομα στη Θέουτα δεν μπορεί να ενταχθεί στο πρόγραμμα νομιμοποίησης.
Όπως εξήγησε:
«Η διαδικασία αυτή βασίζεται σε πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η απόδειξη ότι κάποιος διέμενε στην Ισπανία πριν από την 1η Ιανουαρίου 2026 και ότι είχε συμπληρώσει πέντε συνεχόμενους μήνες διαμονής κατά την υποβολή της αίτησής του.»
Παράλληλα υπενθύμισε ότι η προθεσμία υποβολής αιτήσεων για το πρόγραμμα, το οποίο ξεκίνησε τον Απρίλιο, έληξε ήδη τον Ιούνιο.
Η κυβέρνηση Σάντσεθ εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη νομιμοποίηση μεταναστών, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη της χώρας, σε μια περίοδο που η Ισπανία αντιμετωπίζει σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα λόγω της υπογεννητικότητας.
Μάλιστα, το μέτρο υποστηρίχθηκε από απρόσμενους συμμάχους, όπως η εργοδοτική συνομοσπονδία της Ισπανίας αλλά και η Καθολική Εκκλησία.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη πολιτική εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας, καθώς δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι περισσότεροι από τους μισούς Ισπανούς θεωρούν πως η χώρα φιλοξενεί ήδη υπερβολικά μεγάλο αριθμό αλλοδαπών.
Παράλληλα, η πολιτική αυτή έχει δεχθεί επικρίσεις και από άλλους Ευρωπαίους ηγέτες, όπως η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, η οποία αμφισβήτησε δημόσια τις επιλογές της κυβέρνησης Σάντσεθ κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συνάντησης των Ευρωπαίων ηγετών.
Το Ανώτατο Δικαστήριο και οι αλλαγές στις επαναπροωθήσεις
Οι ισπανικές αρχές αποδίδουν μέρος της σημερινής κρίσης και σε μια πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, η οποία άλλαξε τον τρόπο διαχείρισης των μεταναστών που επιχειρούν να εισέλθουν παράνομα στη Θέουτα και τη Μελίγια.

Στις 8 Ιουλίου, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας αποφάνθηκε ότι οι μετανάστες που εντοπίζονται στη θάλασσα, ενώ προσπαθούν να κολυμπήσουν προς τις δύο ισπανικές πόλεις της βόρειας Αφρικής, δεν μπορούν πλέον να επαναπροωθούνται άμεσα στο Μαρόκο.
Σύμφωνα με την απόφαση, οι αρχές οφείλουν να ακολουθούν την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία απέλασης, εκτός εάν ο μετανάστης συλληφθεί τη στιγμή που επιχειρεί να υπερβεί τον συνοριακό φράχτη.
Το δικαστήριο διευκρίνισε ότι η άμεση επιστροφή μπορεί να εφαρμοστεί μόνο όταν υπάρχει φυσική παραβίαση των συνοριακών εγκαταστάσεων, όχι όμως όταν η είσοδος επιχειρείται μέσω θαλάσσης.
Η συγκεκριμένη απόφαση θεωρήθηκε από αρκετούς ειδικούς ότι περιορίζει σημαντικά τα επιχειρησιακά περιθώρια των ισπανικών αρχών και δημιουργεί ένα νέο νομικό πλαίσιο διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών.
Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο πρότεινε στην κυβέρνηση να εξετάσει την εγκατάσταση πλωτών θαλάσσιων εμποδίων, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη νέα «συνοριακή γραμμή» και να επιτρέψουν την εφαρμογή της διαδικασίας άμεσης επαναπροώθησης.
Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε ήδη ότι η κυβέρνησή του προτίθεται να προχωρήσει στην εγκατάσταση τέτοιων πλωτών φραγμάτων τόσο στη Θέουτα όσο και στη Μελίγια.

Υποψίες για στάση του Μαρόκου
Την ίδια στιγμή, ισπανικές πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι η μαζική εισροή μεταναστών δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από τη δράση κυκλωμάτων διακινητών.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι μαροκινές δυνάμεις ασφαλείας, οι οποίες συνήθως περιπολούν στην απέναντι πλευρά των συνόρων και συνεργάζονται στενά με τις ισπανικές αρχές για την αποτροπή παράτυπων διελεύσεων, απουσίαζαν τις τελευταίες ημέρες από την περιοχή.
Η απουσία αυτή είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ουσιαστικά ένα «κενό ασφαλείας», επιτρέποντας σε χιλιάδες ανθρώπους να κινηθούν προς τα σύνορα σχεδόν ανεμπόδιστα.
Η εξέλιξη αυτή αναζωπυρώνει τις υποψίες ότι το Ραμπάτ χρησιμοποιεί για ακόμη μία φορά το μεταναστευτικό ως μέσο άσκησης πολιτικής πίεσης προς τη Μαδρίτη.

Οι σχέσεις Μαρόκου – Ισπανίας
Οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά τη στήριξη που παρείχε η κυβέρνηση Σάντσεθ στο μαροκινό σχέδιο αυτονομίας για τη Δυτική Σαχάρα.
Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημεία έντασης, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε αιφνίδιες κρίσεις.
Ορισμένοι θεωρούν ότι η σημερινή κατάσταση ίσως συνδέεται με την πρόσφατη προσπάθεια της ισπανικής κυβέρνησης να ενισχύσει τις σχέσεις της με την Αλγερία, γεγονός που δεν αντιμετωπίστηκε θετικά από το Μαρόκο.
Παρά τις εκτιμήσεις αυτές, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι μαροκινές αρχές οργάνωσαν ή ενθάρρυναν τη μαζική μετακίνηση μεταναστών προς τη Θέουτα.
Η κυβέρνηση του Μαρόκου απορρίπτει κάθε σχετική κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για οργανωμένη δράση δικτύων διακινητών ανθρώπων.
Δεν είναι η πρώτη φορά
Η σημερινή κρίση θυμίζει έντονα τα γεγονότα του Μαΐου του 2021, όταν περίπου 8.000 άνθρωποι πέρασαν μέσα σε λίγες ώρες από το Μαρόκο στη Θέουτα.
Τότε, η μαζική είσοδος είχε αποδοθεί στη διπλωματική κρίση που ξέσπασε όταν η Ισπανία επέτρεψε την είσοδο στη χώρα του ηγέτη του Μετώπου Πολισάριο, Μπραχίμ Γκάλι, προκειμένου να νοσηλευτεί για λόγους υγείας.
Το Μαρόκο είχε αντιδράσει έντονα, θεωρώντας ότι η ισπανική κυβέρνηση υπονόμευσε τις θέσεις του στο ζήτημα της Δυτικής Σαχάρας.
Η κρίση εκείνη είχε προκαλέσει σοβαρή ένταση μεταξύ των δύο χωρών και είχε οδηγήσει στην ανάπτυξη του ισπανικού στρατού για την προστασία των συνόρων.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι το σημερινό περιστατικό παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με εκείνη την περίοδο, αν και οι δύο κυβερνήσεις αποφεύγουν προς το παρόν οποιαδήποτε δημόσια αντιπαράθεση.

Η κυβέρνηση απορρίπτει τα σενάρια περί ρήξης με το Μαρόκο
Παρά τις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης και τις εκτιμήσεις ορισμένων αναλυτών, η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ επιμένει ότι οι σχέσεις της Ισπανίας με το Μαρόκο παραμένουν εξαιρετικές.
Κυβερνητικές πηγές υπογραμμίζουν ότι η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών στον τομέα του μεταναστευτικού συνεχίζεται κανονικά και χαρακτηρίζουν τις πληροφορίες περί σκόπιμης χαλάρωσης των συνοριακών ελέγχων ως αβάσιμες.
Το Ραμπάτ, από την πλευρά του, απορρίπτει κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση, επιμένοντας ότι η μαζική μετακίνηση ανθρώπων οργανώθηκε από κυκλώματα διακίνησης μεταναστών που εκμεταλλεύονται την απόγνωση ανθρώπων οι οποίοι επιδιώκουν να φτάσουν στην Ευρώπη.
Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές υπενθυμίζουν ότι στο παρελθόν το Μαρόκο έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα πως χρησιμοποιεί το μεταναστευτικό ως εργαλείο πίεσης στις σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα με την Ισπανία.
Έκτακτα μέτρα ασφαλείας
Η ισπανική κυβέρνηση έχει θέσει σε εφαρμογή σειρά έκτακτων μέτρων για τον έλεγχο της κατάστασης στη Θέουτα.
Στρατιωτικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν στην περίμετρο της πόλης για να ενισχύσουν τις αστυνομικές και συνοριοφυλακές δυνάμεις, ενώ αυξήθηκαν σημαντικά οι περιπολίες κατά μήκος των χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων.
Παράλληλα, συνεχίζονται οι επιχειρήσεις καταγραφής των μεταναστών που παραμένουν στη Θέουτα, καθώς και οι διαδικασίες επιστροφής όσων πληρούν τις προϋποθέσεις επαναπροώθησης.
Οι αρχές επιδιώκουν να αποτρέψουν νέα κύματα εισόδου, καθώς υπάρχουν φόβοι ότι, εάν δεν ενισχυθούν οι συνοριακοί έλεγχοι, ενδέχεται να ακολουθήσουν και άλλες μαζικές αφίξεις τις επόμενες ημέρες.
Η πίεση προς την Ευρώπη αυξάνεται
Η νέα κρίση στη Θέουτα επαναφέρει στο προσκήνιο το ευρύτερο ευρωπαϊκό ζήτημα της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών.
Οι ισπανικοί θύλακες της Θέουτα και της Μελίγια αποτελούν τα μοναδικά χερσαία σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την αφρικανική ήπειρο και, εδώ και χρόνια, βρίσκονται στο επίκεντρο των προσπαθειών χιλιάδων μεταναστών να εισέλθουν στην Ευρώπη.
Η νέα μαζική είσοδος μεταναστών αναμένεται να προκαλέσει συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με την αποτελεσματικότητα της φύλαξης των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε., τη συνεργασία με τρίτες χώρες και την ανάγκη αναθεώρησης των πολιτικών ασύλου και επιστροφών.
Παράλληλα, η κρίση αναμένεται να οξύνει την πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό της Ισπανίας, όπου το μεταναστευτικό εξελίσσεται σε ένα από τα κυρίαρχα ζητήματα της δημόσιας συζήτησης.
Μια κρίσιμη δοκιμασία για την κυβέρνηση Σάντσεθ
Η μαζική εισροή μεταναστών στη Θέουτα αποτελεί μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ στο μεταναστευτικό.
Εκτός από την άμεση επιχειρησιακή διαχείριση της κρίσης, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη πολιτική πίεση, καθώς η αντιπολίτευση επιχειρεί να συνδέσει τα γεγονότα με τις επιλογές της στον τομέα της μεταναστευτικής πολιτικής.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποδειχθεί καθοριστικό τόσο για την εξέλιξη της κατάστασης στα σύνορα όσο και για τις σχέσεις της Ισπανίας με το Μαρόκο, αλλά και για τη συζήτηση που ανοίγει εκ νέου στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την προστασία των εξωτερικών συνόρων και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.
