Σημαντικές αναταράξεις στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου προκαλεί η απόφαση της κυβέρνησης Στάρμερ να προχωρήσει σε μερική άρση των περιορισμών που είχαν επιβληθεί στα ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα, επικαλούμενη τις πιέσεις που προκαλεί η ενεργειακή κρίση μετά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο στο Ιράν.
Η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε πως εξαιρεί από το καθεστώς απαγόρευσης το ντίζελ και τα καύσιμα αεροσκαφών που παράγονται από ρωσικό αργό, εφόσον έχουν προηγουμένως υποστεί επεξεργασία ή διύλιση σε τρίτες χώρες, όπως η Ινδία. Με αυτό τον τρόπο, το Λονδίνο ουσιαστικά ανοίγει εκ νέου τον δρόμο για την είσοδο ρωσικών καυσίμων στη βρετανική αγορά μέσω ενδιάμεσων κρατών.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονο εκνευρισμό στις Βρυξέλλες, καθώς θεωρείται ότι αποδυναμώνει το κοινό μέτωπο πίεσης προς τη Μόσχα και προσφέρει νέα οικονομική «ανάσα» στη ρωσική οικονομία, σε μια περίοδο όπου η ΕΕ επιδιώκει την περαιτέρω αυστηροποίηση των κυρώσεων λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Μάλιστα, η βρετανική κυβέρνηση ξεκαθάρισε πως η εξαίρεση θα ισχύσει επ’ αόριστον, με περιοδικές επανεξετάσεις, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις ανησυχίες των Ευρωπαίων αξιωματούχων.
Έντονη ήταν η αντίδραση του Επιτρόπου Οικονομίας της ΕΕ, Βάλντις Ντομπρόφσκις, ο οποίος δήλωσε ότι αιφνιδιάστηκε αρνητικά από την απόφαση του Λονδίνου. Όπως ανέφερε, το θέμα δεν τέθηκε ποτέ στη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών της G7 που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι, παρότι σε εκείνη τη συνάντηση – όπως είπε – οι συμμετέχοντες συζητούσαν ακριβώς το αντίθετο: την ανάγκη ενίσχυσης και όχι χαλάρωσης των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Ο Ευρωπαίος αξιωματούχος υπογράμμισε ότι η Ρωσία συγκαταλέγεται στις χώρες που επωφελούνται άμεσα από τη σύγκρουση στο Ιράν, καθώς οι αυξημένες τιμές ενέργειας και οι αναταράξεις στην αγορά πετρελαίου αυξάνουν σημαντικά τα έσοδά της.
«Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για υποχωρήσεις», ξεκαθάρισε, προσθέτοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να πιέζει για διατήρηση και ενίσχυση των κυρώσεων.
Από την πλευρά του, ο Κιρ Στάρμερ υπερασπίστηκε την επιλογή του, χαρακτηρίζοντας τα μέτρα «στοχευμένες και προσωρινές εξαιρέσεις» που αποσκοπούν στην προστασία των Βρετανών καταναλωτών και της οικονομίας από τις ακραίες διακυμάνσεις στην αγορά ενέργειας.
Ανάλογη θέση εξέφρασε και ο υπουργός Εμπορίου, Κρις Μπράιαντ, ο οποίος απέδωσε την απόφαση στην αστάθεια που έχει προκαλέσει στις διεθνείς αγορές η πολεμική σύγκρουση με το Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Σύμφωνα με στοιχεία του Centre for Research on Energy and Clean Air, τα προϊόντα που εξαιρούνται – κυρίως ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα – αντιστοιχούν σχεδόν στο σύνολο των βρετανικών εισαγωγών από διυλιστήρια που χρησιμοποιούν ρωσικό αργό. Αυτό σημαίνει πως η νέα απόφαση ουσιαστικά αδειάζει το προηγούμενο πακέτο κυρώσεων που είχε ανακοινωθεί από το ίδιο το Λονδίνο τον περασμένο Οκτώβριο.
Τότε, η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς είχε διαβεβαιώσει ότι η Βρετανία θα λάβει κάθε απαραίτητο μέτρο ώστε να περιορίσει τα οικονομικά έσοδα της Μόσχας από τις διεθνείς αγορές πετρελαίου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να διατηρεί πλήρως σε ισχύ τη δική της απαγόρευση εισαγωγής αντίστοιχων προϊόντων, η οποία εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο.
Ανάλογη στάση χαλάρωσης, πάντως, έχει ακολουθήσει και η κυβέρνηση Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε πρόσφατα νέα παράταση στις εξαιρέσεις που επιτρέπουν τη διακίνηση ρωσικού πετρελαίου μέσω θαλάσσιων μεταφορών.
Ανησυχία επικρατεί και στο Κίεβο, καθώς Ουκρανοί αξιωματούχοι δηλώνουν πως δεν είχαν ενημερωθεί από το Λονδίνο για τη συγκεκριμένη απόφαση. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Κιρ Στάρμερ, ο οποίος – σύμφωνα με τη Ντάουνινγκ Στριτ – διαβεβαίωσε ότι η στρατηγική στήριξης προς την Ουκρανία παραμένει αμετάβλητη.
Ο ίδιος ο Ζελένσκι χαρακτήρισε το θέμα των κυρώσεων «εξαιρετικά ευαίσθητο», επισημαίνοντας ότι το Κίεβο έχει ήδη μεταφέρει τις ανησυχίες του προς τη βρετανική κυβέρνηση.
Παρά τις εξηγήσεις του Λονδίνου, η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ότι η ενεργειακή κρίση και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δοκιμάζουν πλέον σοβαρά την ενότητα της Δύσης απέναντι στη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, η Μόσχα εμφανίζεται να αποκομίζει τεράστια οικονομικά οφέλη από την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, τα ρωσικά έσοδα από εξαγωγές πετρελαίου αυξήθηκαν θεαματικά μετά το ξέσπασμα της κρίσης στο Ιράν, με το ρωσικό αργό να καταγράφει ιστορικά υψηλές τιμές και τα συνολικά ενεργειακά έσοδα της χώρας να εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 39 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο στο πρώτο πεντάμηνο του έτους.
