Τα γεγονότα της 26ης Απριλίου 1986 οδήγησαν σε ριζικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η πυρηνική ενέργεια. Η καταστροφή δεν επηρέασε μόνο τη ζωή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που ζούσαν κοντά στον σταθμό, αλλά και το ίδιο το περιβάλλον της περιοχής, το οποίο θεωρείται ακατάλληλο για κατοίκηση για χιλιάδες χρόνια.
Ο πυρηνικός σταθμός του Τσερνόμπιλ περιλάμβανε τέσσερις αντιδραστήρες. Η κατασκευή του πρώτου ξεκίνησε το 1970 και τέθηκε σε λειτουργία τον Σεπτέμβριο του 1979.
Η κατασκευή της Μονάδας 4, όπου σημειώθηκε η καταστροφή, άρχισε τον Απρίλιο του 1979 και τέθηκε σε λειτουργία τον Δεκέμβριο του 1983. Όταν συνέβη το δυστύχημα, είχαν ήδη ξεκινήσει εργασίες για τις Μονάδες 5 και 6.
Ο σταθμός του Τσερνόμπιλ χρησιμοποιούσε την πιο σύγχρονη πυρηνική τεχνολογία που διέθετε η Σοβιετική Ένωση.
Ο αντιδραστήρας RBMK-1000 (αντιδραστήρας καναλιού υψηλής ισχύος) ήταν ένας υδρόψυκτος αντιδραστήρας υπό πίεση, πρώιμης δεύτερης γενιάς, ικανός να παράγει τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας με χαμηλό κόστος. Αντιδραστήρες RBMK-1000 λειτουργούσαν στις Μονάδες 2, 3 και 4, ενώ σχεδιαζόταν να εγκατασταθούν και στις Μονάδες 5 και 6, που βρίσκονταν υπό κατασκευή.
Αυτό που καθιστά τον αντιδραστήρα RBMK ιδιαίτερο είναι ο συνδυασμός γραφίτη ως επιβραδυντή και νερού ως ψυκτικού μέσου, που επιτρέπει τη χρήση μη εμπλουτισμένου ουρανίου ως πυρηνικού καυσίμου.
Οι ράβδοι καυσίμου τοποθετούνται μέσα σε σωλήνες πίεσης ανάμεσα σε μπλοκ γραφίτη, ενώ μεταξύ των μπλοκ διοχετεύεται μείγμα αερίων ηλίου και αζώτου, ώστε να αποτρέπεται η καύση του γραφίτη.
Το νερό διοχετεύεται στο κάτω μέρος των καναλιών καυσίμου και καθώς ανεβαίνει στους σωλήνες πίεσης, βράζει και παράγει ατμό, ο οποίος χρησιμοποιείται για την κίνηση των στροβίλων και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Το νερό δεν παράγει μόνο ατμό, αλλά λειτουργεί και ως ψυκτικό μέσο, διασφαλίζοντας ότι ο πυρήνας δεν υπερθερμαίνεται.
Στους περισσότερους αντιδραστήρες, η πυρηνική αντίδραση επιβραδύνεται όταν αυξάνεται η ποσότητα ατμού στο σύστημα, επειδή τα νετρόνια συνεχίζουν να κινούνται με υψηλή ταχύτητα. Όταν τα νετρόνια κινούνται γρήγορα, είναι λιγότερο πιθανό να διασπάσουν τα άτομα ουρανίου, με αποτέλεσμα ο αντιδραστήρας να παράγει λιγότερη ισχύ.
Ωστόσο, σε έναν αντιδραστήρα RBMK συμβαίνει το αντίθετο: τα νετρόνια επιβραδύνονται ακόμη και όταν αρχίζουν να σχηματίζονται φυσαλίδες ατμού, λόγω της χρήσης γραφίτη ως επιβραδυντή. Αυτό σημαίνει ότι τα νετρόνια μπορούν να διασπούν περισσότερα άτομα ουρανίου, αυξάνοντας έτσι την ισχύ του αντιδραστήρα.
Oι πιθανότητες καταστροφής: 1 στα 10.000 χρόνια
Ο Βιτάλι Σκλιαρόφ, υπουργός Ενέργειας και Ηλεκτροδότησης της Ουκρανίας, ήταν τόσο βέβαιος για την ασφάλεια του σταθμού του Τσερνόμπιλ, ώστε δήλωνε ότι «οι πιθανότητες τήξης του πυρήνα είναι μία στις 10.000 χρόνια».

Τη δήλωση αυτή έκανε στο περιοδικό Soviet Life, αγγλόφωνη έκδοση της σοβιετικής πρεσβείας στις ΗΠΑ. Την ίδια ώρα, το περιοδικό φιλοξενούσε και δηλώσεις του επόπτη βάρδιας Πιότρ Μπονταρένκο, ο οποίος θεωρούσε το Τσερνόμπιλ πιο ασφαλές από την οδήγηση αυτοκινήτου.
Η καταστροφή του 1986 σημειώθηκε στην πραγματικότητα πιο κοντά στην πόλη Πρίπιατ παρά στο ίδιο το Τσερνόμπιλ.
Το Πρίπιατ είχε κατασκευαστεί ειδικά από τις σοβιετικές αρχές για να στεγάσει τους εργαζόμενους του σταθμού.
Η πόλη αριθμούσε πάνω από 50.000 κατοίκους. Οι άνθρωποι έλκονταν να ζήσουν και να εργαστούν εκεί λόγω των υψηλών αποδοχών, αλλά και της προοπτικής απασχόλησης σε έναν πρωτοποριακό ενεργειακό σταθμό.
Το περιοδικό Soviet Life, που εκδιδόταν από τη σοβιετική πρεσβεία, εξήρε το Πρίπιατ σε τεύχος του Φεβρουαρίου 1986, αναφέροντας ότι «αποτελείται κυρίως από νέους ανθρώπους», με μέσο όρο ηλικίας τα 26 έτη και ότι «οι άνθρωποι έρχονται σε εμάς με τη θέλησή τους».
Ο δήμαρχος του Πρίπιατ, Βλαντίμιρ Βολόσκο, ανέφερε ότι οι δρόμοι της πόλης είναι «γεμάτοι λουλούδια. Οι πολυκατοικίες βρίσκονται μέσα σε πευκοδάση. Κάθε οικιστική περιοχή διαθέτει σχολείο, βιβλιοθήκη, καταστήματα, αθλητικές εγκαταστάσεις και παιδικές χαρές σε κοντινή απόσταση».
Πυρηνική ενέργεια και Σοβιετική Ένωση
Από τη δεκαετία του 1960, η Σοβιετική Ένωση επιδίωκε την επέκταση του πυρηνικού της προγράμματος, μετά τη λειτουργία του πυρηνικού σταθμού Μπελογιάρσκ, του πρώτου μεγάλου σταθμού αυτού του τύπου στη χώρα, το 1964.
Το 1980, οι αντιδραστήρες RBMK-1000 παρήγαν το 64,5% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας στη Σοβιετική Ένωση, σύμφωνα με μελέτη του Μπόρις Σεμένοφ, σοβιετικού εκπροσώπου στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA), η οποία δημοσιεύθηκε από τον Οργανισμό. Όπως ανέφερε, η πυρηνική ενέργεια προτιμούνταν από τις αρχές, καθώς θεωρούνταν λιγότερο επιβαρυντική για το περιβάλλον.
Ο Σεμένοφ σημείωσε επίσης ότι οι αντιδραστήρες RBMK προτιμούνταν επειδή απαιτούσαν χαμηλά εμπλουτισμένο ουράνιο, ενώ η κατασκευή των βασικών τους εξαρτημάτων μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε ήδη υπάρχουσες βιομηχανικές μονάδες, χωρίς να απαιτείται η δημιουργία νέων εργοστασίων.
Οι τεχνικοί του σταθμού πραγματοποιούσαν μια σειρά δοκιμών στο ηλεκτρικό σύστημα ελέγχου της Μονάδας 4. Ωστόσο, οι χειριστές είχαν απενεργοποιήσει κρίσιμους μηχανισμούς ασφαλείας, οι οποίοι θα απέτρεπαν τον αντιδραστήρα από το να φτάσει σε ασταθείς συνθήκες.
Μια ξαφνική αύξηση ισχύος προκάλεσε έκρηξη, η οποία διέλυσε τμήμα του αντιδραστήρα. Αυτό επέτρεψε στον ατμό να καταστρέψει τον πυρήνα και προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο κτίριο, με αποτέλεσμα τη διαρροή ραδιενεργών υλικών στο περιβάλλον.
Ο Βλαντίμιρ Μπρόνικοφ, επικεφαλής των επιχειρήσεων περιορισμού της καταστροφής στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ, έκανε λόγο για μια αλληλουχία λαθών και αστοχιών που προηγήθηκαν των δοκιμών.
Η δοκιμή για να διαπιστωθεί αν οι στρόβιλοι θα συνέχιζαν να λειτουργούν σε περίπτωση διακοπής ηλεκτροδότησης επρόκειτο να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας στις 25 Απριλίου 1986, όταν οι ανώτεροι τεχνικοί βρίσκονταν σε υπηρεσία.
Οι χειριστές του Τσερνόμπιλ επιδίωκαν να διαπιστώσουν αν, καθώς οι στρόβιλοι επιβραδύνονταν, θα υπήρχε επαρκής ηλεκτρική ενέργεια για τη λειτουργία των ράβδων ελέγχου και των αντλιών κυκλοφορίας για τα 20 έως 40 δευτερόλεπτα που απαιτούνταν μέχρι να τεθούν σε λειτουργία οι εφεδρικές γεννήτριες ντίζελ. Αν το νερό δεν έφτανε στις αντλίες, ο αντιδραστήρας θα μπορούσε να στεγνώσει από υγρό και να υπερθερμανθεί, όπως ένας τεράστιος βραστήρας.
Η δοκιμή επιχειρήθηκε αρχικά το 1985, όμως η ισχύς που έπρεπε να μεταφερθεί στον στρόβιλο μειώθηκε πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η επανάληψή της σε μεταγενέστερη ημερομηνία.
Ωστόσο, η δοκιμή καθυστέρησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της 26ης Απριλίου 1986, καθώς η διακοπή λειτουργίας του αντιδραστήρα θα οδηγούσε σε πτώση της ηλεκτροδότησης στο δίκτυο, κάτι που θεωρήθηκε απαράδεκτο. Έτσι αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα ήταν χαμηλότερη.
Πως ήρθε η καταστροφή
26 Απριλίου 1986
00:00
Η νυχτερινή βάρδια έχει αναλάβει τον έλεγχο της Μονάδας 4 και προετοιμάζεται για τη δοκιμή. Ο αναπληρωτής αρχιμηχανικός Ανατόλι Ντιάτλοφ επιβλέπει μια ομάδα νέων και ικανών, αλλά άπειρων εργαζομένων.
00:05
Το επίπεδο ισχύος έχει μειωθεί κάτω από τα 700 MWt (θερμικά μεγαβάτ).
00:28
Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Ένωσης Πυρηνικής Ενέργειας, η ισχύς έπεσε από τα 500 MWt καθώς ο έλεγχος μεταφέρθηκε από το χειροκίνητο στο αυτόματο σύστημα ρύθμισης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια απότομη πτώση της ισχύος μόλις στα 30 MWt.
00:38
Με τον αντιδραστήρα ουσιαστικά ακινητοποιημένο, ο Ντιάτλοφ αποφασίζει να προσπαθήσει να αυξήσει την ισχύ, ανυψώνοντας τις ράβδους ελέγχου, κάτι που θα ενίσχυε την αστάθεια του αντιδραστήρα, καθιστώντας τον ανεξέλεγκτο.
01:00
Η κατάσταση παραμένει ασταθής, αλλά δεν εξετάζεται το ενδεχόμενο ακύρωσης της δοκιμής. Το αυτόματο σύστημα έκτακτης διακοπής και το σύστημα έκτακτης ψύξης έχουν απενεργοποιηθεί, ώστε να συνεχιστεί η διαδικασία.
01:03
Ενεργοποιείται μια εφεδρική αντλία, προκειμένου να αυξηθεί η ροή νερού προς τον πυρήνα, στο πλαίσιο της δοκιμής. Τέσσερα λεπτά αργότερα τίθεται σε λειτουργία και δεύτερη αντλία ψύξης, η οποία απομακρύνει θερμότητα από τον πυρήνα, οδηγώντας σε μείωση της αντιδραστικότητας.
01:23:04
Το πείραμα ξεκινά, με τη διακοπή παροχής ισχύος προς τους στροβίλους, οι οποίοι συνεχίζουν να περιστρέφονται περιμένοντας την ενεργοποίηση των εφεδρικών γεννητριών ντίζελ. Λιγότερο νερό φτάνει στις αντλίες και παράγεται όλο και περισσότερος ατμός. Αυτή η αύξηση ισχύος οδηγεί τον αντιδραστήρα σε υπερθέρμανση.
01:23:40
Η δοκιμή διαρκεί μόλις περίπου 40 δευτερόλεπτα, όμως ο αντιδραστήρας βρίσκεται στα πρόθυρα έκρηξης λόγω της υψηλής πίεσης. Ένας από τους χειριστές πατά το κουμπί έκτακτης ανάγκης AZ-5, το οποίο θα έπρεπε να μειώσει την ισχύ. Ωστόσο, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Το κουμπί AZ-5 ενεργοποιεί την εισαγωγή ράβδων ελέγχου από βόριο, οι οποίες θεωρητικά μειώνουν την ισχύ. Επειδή όμως είναι επικαλυμμένες με γραφίτη, προκαλούν μια καταστροφική αντίδραση και νέα αύξηση ισχύος όταν εισέρχονται στον πυρήνα του αντιδραστήρα.
01:24:00
Η πίεση μέσα στον αντιδραστήρα είναι τόσο υψηλή, ώστε οι ράβδοι καυσίμου έχουν υποστεί ζημιές και πυρηνικό καύσιμο διαρρέει, καταλήγοντας στο νερό ψύξης. Η αντίδραση αυτή αυξάνει τον ατμό μέσα στον αντιδραστήρα και αρκεί για να διαρρήξει τους σωλήνες πίεσης. Το σύνολο της αντίδρασης προκαλεί μια έκρηξη, η οποία εκτοξεύει το καπάκι του αντιδραστήρα, βάρους 1.000 τόνων, επιτρέποντας σε επικίνδυνα επίπεδα ραδιενέργειας να διαφύγουν από τον πυρήνα.
Ταυτόχρονα, το οξυγόνο εισέρχεται στον πυρήνα και αντιδρά με τον γραφίτη. Η χημική αυτή αντίδραση παράγει υδρογόνο, το οποίο οδηγεί σε δεύτερη έκρηξη.
01:25:30
Ενεργοποιείται ο συναγερμός πυρκαγιάς και καλείται η τοπική πυροσβεστική. Ωστόσο, ο Ντιάτλοφ και ο επικεφαλής της νυχτερινής βάρδιας, Αλεξάντρ Ακίμοφ, δεν αντιλαμβάνονται άμεσα τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ένας εργαζόμενος τους ενημερώνει ότι ο πυρήνας έχει εκραγεί, όμως ο Ντιάτλοφ πιστεύει ότι ο αντιδραστήρας παραμένει άθικτος και ότι η έκρηξη προκλήθηκε από συσσώρευση υδρογόνου στις δεξαμενές έκτακτης ανάγκης.
Ο Ντιάτλοφ διατάζει δύο εργαζόμενους να μεταβούν στον αντιδραστήρα και να προσπαθήσουν να κατεβάσουν χειροκίνητα τις ράβδους ελέγχου. Οι Αλεξάντρ Κουντριαβτσέφ και Βίκτορ Προσκουριάκοφ θα πεθάνουν αργότερα από οξεία ασθένεια ακτινοβολίας.
Οι ίδιες οι εκρήξεις προκάλεσαν τον θάνατο δύο ανθρώπων. Το σώμα του Βαλέρι Χοντέμτσουκ εξαϋλώθηκε — ήταν χειριστής της κύριας αντλίας κυκλοφορίας του σταθμού. Ο Βλαντίμιρ Σασένoκ, τεχνικός ρύθμισης αυτοματισμών, βρέθηκε αναίσθητος, με το σώμα του να έχει υποστεί σοβαρή μόλυνση από ραδιενεργό νερό.
Πολλοί ακόμη θάνατοι, τραυματισμοί και περιπτώσεις ασθενειών θα ακολουθούσαν.
Η έκρηξη, η φωτιά η μόλυνση
Τεράστιες ποσότητες ραδιενεργών υλικών εκτινάχθηκαν μέσα από το άνοιγμα που δημιουργήθηκε στην οροφή του κτιρίου του αντιδραστήρα. Ενώ το μεγαλύτερο μέρος των βαρύτερων υλικών κατέπεσε κοντά στον σταθμό, τα ελαφρύτερα στοιχεία μεταφέρθηκαν από τους βορειοδυτικούς ανέμους.
Μια ομάδα 14 πυροσβεστών έφτασε στο σημείο του ατυχήματος στις 01:28, ενώ άλλοι 100 κλήθηκαν από το Πρίπιατ. Όλοι εκτέθηκαν σε δυνητικά θανατηφόρες δόσεις ακτινοβολίας.
«Οι βασικές προκλήσεις ήταν να αποτραπεί η εξάπλωση της πυρκαγιάς στη Μονάδα 3, να περιοριστεί η φωτιά στην οροφή της κοινής αίθουσας μηχανών των Μονάδων 3 και 4, να προστατευθούν τα άθικτα τμήματα της Μονάδας 4 (η αίθουσα ελέγχου, οι χώροι μέσα στην αίθουσα μηχανών, τα διαμερίσματα των κύριων αντλιών κυκλοφορίας, τα καλωδιακά κανάλια) και να προστατευθούν τα εύφλεκτα υλικά που βρίσκονταν στον χώρο, όπως το πετρέλαιο ντίζελ, τα αποθηκευμένα αέρια και τα χημικά», ανέφερε έκθεση της Διεθνούς Ομάδας Πυρηνικής Ασφάλειας (INSAG).

Από τους πρώτους εργαζόμενους έκτακτης ανάγκης που έφτασαν στο σημείο, 134 διαγνώστηκαν με οξύ σύνδρομο ακτινοβολίας. Από αυτούς, 28 πέθαναν μέσα στους πρώτους τρεις μήνες.
Σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA) που δημοσιεύθηκε μια δεκαετία μετά το ατύχημα, μεταξύ 3% και 4% του καυσίμου του αντιδραστήρα απελευθερώθηκε, μαζί με όλα τα ευγενή αέρια. Το ποσοστό αυτό ήταν υψηλότερο από εκείνο που είχαν ανακοινώσει οι σοβιετικές αρχές το 1986. Ραδιενεργά υλικά εναποτέθηκαν σε μια περιοχή περίπου 16.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων, καλύπτοντας τμήματα της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της Ρωσίας.
Οι δόσεις ακτινοβολίας την πρώτη ημέρα εκτιμήθηκε ότι έφτασαν έως και τα 20.000 millisieverts (mSv), οδηγώντας τελικά στον θάνατο 28 ανθρώπων μέσα σε τρεις μήνες.
Οι έως και 900.000 «εκκαθαριστές» (όσοι επιστρατεύθηκαν για την αντιμετώπιση του ατυχήματος) που έφτασαν στο σημείο τους επόμενους μήνες έλαβαν επίσης υψηλές δόσεις, κατά μέσο όρο περίπου 100 mSv. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Ένωση Πυρηνικής Ενέργειας, περίπου 20.000 από αυτούς έλαβαν δόσεις γύρω στα 250 mSv και ορισμένοι έφτασαν τα 500 mSv.

Εκατοντάδες χιλιάδες ακόμη εκκαθαριστές επιστρατεύθηκαν στη συνέχεια, αλλά δέχθηκαν σχετικά χαμηλότερες δόσεις ακτινοβολίας. Οι περίπου 1.000 εργαζόμενοι έκτακτης ανάγκης που βρίσκονταν στον χώρο τις πρώτες ημέρες του ατυχήματος έλαβαν τις υψηλότερες δόσεις.
Η Επιστημονική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τις Επιπτώσεις της Ατομικής Ακτινοβολίας (UNSCEAR) αναφέρει ότι η μέση φυσική δόση ακτινοβολίας που δέχεται ο άνθρωπος παγκοσμίως είναι περίπου 2,4 mSv.
Ένα από τα στοιχεία που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη ζημιά ήταν το Ιώδιο-131. Παρά τον χρόνο ημιζωής του, που είναι μόλις οκτώ ημέρες, εισήλθε στην τροφική αλυσίδα, καταλήγοντας σε βοσκοτόπια και περνώντας στο γάλα των αγελάδων, το οποίο στη συνέχεια κατανάλωσαν τοπικά παιδιά. Αυτό, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), οδήγησε σε περίπου 5.000 περιπτώσεις καρκίνου του θυρεοειδούς.
Η εκκένωση «Δεν υπάρχει χρόνος για υπογραφές»
Παρά τη θανατηφόρα ακτινοβολία που διέρρεε από τη Μονάδα 4, οι κάτοικοι δεν γνώριζαν τι συνέβαινε. Χρειάστηκαν περισσότερες από 36 ώρες από την καταστροφή για να δοθεί το πράσινο φως για την εκκένωση των 43.000 κατοίκων του Πρίπιατ. Μέσα σε διάστημα περίπου τρεισήμισι ωρών, η πόλη άδειασε, καθώς ο πληθυσμός απομακρύνθηκε με 1.200 λεωφορεία.
Ο Νικολάι Ριζκόφ, πρόεδρος του Συμβουλίου Υπουργών της Σοβιετικής Ένωσης, θυμάται ότι του ειπώθηκε πως «δεν υπήρχε χρόνος για υπογραφές, απλώς έπρεπε να αποδεχθεί την απόφαση για εκκένωση».
Στους κατοίκους δόθηκε εντολή να ετοιμαστούν γρήγορα και να πάρουν μαζί τους μόνο λίγα ρούχα και έγγραφα.
«Είπα: “Εντάξει, δίνω την έγκρισή μου - αρχίστε αμέσως την οργάνωση”. Κατάφεραν να συγκεντρώσουν μέσα στη νύχτα αρκετά τρένα και αρκετές χιλιάδες λεωφορεία και μέχρι τις 14:00 ή 15:00 η πόλη του Πρίπιατ είχε αδειάσει. Μου είπαν τηλεφωνικά ότι στους δρόμους είχαν απομείνει μόνο σκυλιά», ανέφερε ο Ριζκόφ.
Αργότερα, στις 14 Μαΐου 1986, ελήφθη απόφαση να εκκενωθούν όλοι όσοι ζούσαν σε ακτίνα 30 χιλιομέτρων από τον αντιδραστήρα, γεγονός που σήμαινε ότι 116.000 άνθρωποι θα εγκατέλειπαν για πάντα τα σπίτια τους.

Μέχρι το τέλος του 1986, οι σοβιετικές αρχές αποφάσισαν την κατασκευή μιας νέας πόλης περίπου 50 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Πρίπιατ, προκειμένου να στεγαστούν οι εκτοπισμένοι. Ο οικισμός ονομάστηκε Σλαβούτιτς, από την παλαιά σλαβική ονομασία του ποταμού Δνείπερου.
Η προσπάθεια κατάσβεσης της πυρκαγιάς στο εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ δεν ήταν εύκολη υπόθεση, καθώς οι πυροσβέστες εκτίθεντο σε θανατηφόρες δόσεις ακτινοβολίας. Οι εκκαθαριστές ανέλαβαν το έργο περιορισμού της φωτιάς και εργάζονταν για διαστήματα τριών λεπτών, φορώντας στολές μολύβδου, προσπαθώντας να ρίξουν όσο το δυνατόν περισσότερα συντρίμμια πίσω στον πυρήνα του αντιδραστήρα.
Υπολογίζεται ότι περίπου 350.000 εκκαθαριστές συμμετείχαν στις επιχειρήσεις, αποτελούμενοι από μέλη του σοβιετικού στρατού, της τοπικής αστυνομίας και της πυροσβεστικής, καθώς και προσωπικό του σταθμού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι περίπου 250.000 από αυτούς έλαβαν τις υψηλότερες δόσεις ακτινοβολίας.

Παράλληλα, μετά από σύσταση του ερευνητή του Τσερνόμπιλ Βαλέρι Λεγκάσοφ, ελικόπτερα πετούσαν πάνω από τον αντιδραστήρα ρίχνοντας χιλιάδες τόνους βόριου, δολομίτη, άμμου, πηλού και μολύβδου στον ραδιενεργό πυρήνα, προκειμένου να σβήσουν οι φωτιές.
Η ενέργεια αυτή ήταν κρίσιμη, ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω διασπορά θανατηφόρων ραδιενεργών υλικών στην ατμόσφαιρα — διαφορετικά, μια πολύ μεγαλύτερη περιοχή θα είχε μολυνθεί.
Η απόφαση να αντληθεί νερό στον αντιδραστήρα μετά το ατύχημα, σε συνδυασμό με το νερό που χρησιμοποιούσαν οι πυροσβέστες, θα μπορούσε να προκαλέσει μια καταστροφή πολύ χειρότερη από την αρχική έκρηξη που κατέστρεψε τον πυρήνα.
Το νερό συγκεντρώθηκε κάτω από τον αντιδραστήρα και το βάρος των χιλιάδων τόνων άμμου και βόριου που ρίχθηκαν αύξησε την πίεση στο δάπεδο. Αν ο πυρήνας κατέρρεε μέσα στο νερό, οι εκρήξεις ατμού θα διασκόρπιζαν ραδιενεργό υλικό σε πολύ μεγαλύτερη έκταση.
Τρεις άνδρες προσφέρθηκαν εθελοντικά να καταδυθούν στο ραδιενεργό νερό, γνωρίζοντας ότι πιθανότατα θα πέθαιναν από τις τεράστιες δόσεις ακτινοβολίας.
Ο Αλεξέι Ανανένκο, που εργαζόταν στο εργοστάσιο και γνώριζε τη θέση των βαλβίδων για την αποστράγγιση του νερού, δήλωσε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθεί την αποστολή.
«Ήμουν ο μόνος στη βάρδια που γνώριζε πού βρίσκονταν οι βαλβίδες», ανέφερε, σύμφωνα με το TASS. Οι άλλοι δύο άνδρες ήταν ο Βαλέρι Μπεσπάλοφ και ο Μπόρις Μπαράνοφ. Και οι τρεις πέθαναν τις επόμενες εβδομάδες από οξύ σύνδρομο ακτινοβολίας.
Η σαρκοφάγος
Οι μηχανικοί που προσπαθούσαν να περιορίσουν τις συνέπειες της καταστροφής έκριναν επιτακτική την κατασκευή ενός σαρκοφάγου, προκειμένου να αποτραπεί η διαφυγή ραδιενεργών υλικών από τον αντιδραστήρα. Σύμφωνα με τη Greenpeace, για την κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν περισσότενοι από 7.000 τόνοι χάλυβα και 410.000 κυβικά μέτρα σκυροδέματος.

Ο σχεδιασμός ξεκίνησε τον Μάιο και οι εργασίες έναν μήνα αργότερα, όμως ολοκληρώθηκαν μόλις τον Νοέμβριο του 1986. Παρ’ όλα αυτά, το έργο κατασκευάστηκε βιαστικά λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης και η διάρκεια ζωής του εκτιμήθηκε σε 20 έως 30 χρόνια.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Ένωση Πυρηνικής Ενέργειας, περίπου 200 τόνοι εξαιρετικά ραδιενεργού υλικού παραμένουν βαθιά στον πυρήνα, αποτελώντας περιβαλλοντικό κίνδυνο έως ότου περιοριστούν αποτελεσματικότερα.
Πριν από την κατασκευή του σαρκοφάγου, υπήρχε ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης αλυσιδωτής αντίδρασης που θα έλιωνε τα θεμέλια του αντιδραστήρα, επιτρέποντας στους ρύπους να διεισδύσουν στα υπόγεια ύδατα.
Ελήφθη επείγουσα απόφαση να διανοιχθεί σήραγγα κάτω από τον αντιδραστήρα και να τοποθετηθεί εκεί μια ενισχυμένη πλάκα σκυροδέματος. Η διάνοιξη ολοκληρώθηκε σε 15 ημέρες, με τη συμμετοχή περίπου 400 μεταλλωρύχων από όλη τη Σοβιετική Ένωση. Η πλάκα θα συνέβαλλε τόσο στην ψύξη του πυρήνα όσο και στην αποτροπή διαρροής ρύπων προς τα υπόγεια ύδατα.
«Όταν οι μεταλλωρύχοι έσκαβαν τη σήραγγα, την επισκέφθηκα ο ίδιος και τα επίπεδα ακτινοβολίας μέσα στη σήραγγα ήταν φυσιολογικά», δήλωσε στο RT ο Γιούρι Σαράεφ, προσωρινός διευθυντής του πυρηνικού σταθμού του Τσερνόμπιλ μετά την καταστροφή του 1986.
«Ωστόσο, η έκθεση στην ακτινοβολία ήταν υψηλή έξω, στο σημείο όπου μεταφέρονταν τα βαγονέτα εξόρυξης για εκφόρτωση.»

Η παραδοχή Γκορμπατσόφ
Στις 14 Μαΐου, ο σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ απηύθυνε τηλεοπτικό διάγγελμα στο οποίο περιέγραψε τα γεγονότα της πυρηνικής καταστροφής στο Τσερνόμπιλ. Επιβεβαίωσε ότι 292 άνθρωποι ενδέχεται να έπασχαν από ασθένεια ακτινοβολίας, ενώ επτά είχαν ήδη καταλήξει.
Παραδέχθηκε ότι το ατύχημα «έπληξε οδυνηρά τον σοβιετικό λαό και προκάλεσε ανησυχία στη διεθνή κοινή γνώμη», όπως μετέδωσε το TASS.
Ο Γκορμπατσόφ πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση αντιλήφθηκε τη «σοβαρότητα της κατάστασης» και ότι μόλις ελήφθησαν αξιόπιστες πληροφορίες, «διατέθηκαν στον σοβιετικό λαό και διαβιβάστηκαν μέσω διπλωματικών καναλιών στις κυβερνήσεις ξένων χωρών».
Ο σοβιετικός ηγέτης εκτίμησε ότι «οι πιο σοβαρές συνέπειες έχουν αποτραπεί», αν και παραδέχθηκε ότι «το επίπεδο ακτινοβολίας στη ζώνη του σταθμού και στην άμεση γύρω περιοχή παραμένει επικίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία».
Παράλληλα, επέκρινε αυτό που χαρακτήρισε «ανεξέλεγκτη αντισοβιετική εκστρατεία» από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ποιος ευθύνεται για τον όλεθρο;
Η αρχική έκθεση για την καταστροφή του Τσερνόμπιλ απέδιδε ευθύνες στους εργαζόμενους που χειρίζονταν τον σταθμό και διεξήγαγαν τη δοκιμή. Ο Βαλέρι Λεγκάσοφ, μέλος της ερευνητικής επιτροπής, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου τον Αύγουστο του 1986 ότι υπήρχαν έξι παράγοντες που συνέβαλαν στην καταστροφή και ότι αν είχε αποφευχθεί έστω ένας από αυτούς, το ατύχημα θα μπορούσε να είχε αποτραπεί.
- Υπήρχαν λιγότερες εφεδρικές ράβδοι ελέγχου στον πυρήνα από όσες επιτρέπονταν για ασφαλή λειτουργία.
- Τα αυτόματα συστήματα ελέγχου της ισχύος του αντιδραστήρα είχαν απενεργοποιηθεί, επιτρέποντας την πτώση της ισχύος κάτω από ασφαλή επίπεδα.
- Οι κύριες και οι εφεδρικές αντλίες κυκλοφορίας νερού λειτουργούσαν ταυτόχρονα, προκαλώντας υπερβολικά γρήγορη ροή του ψυκτικού και δημιουργία φυσαλίδων αέρα που εμπόδιζαν την ψύξη.
- Στην προσπάθεια να αποφευχθεί η διακοπή λειτουργίας του αντιδραστήρα, το προσωπικό απενεργοποίησε αυτόματα συστήματα που θα τον είχαν θέσει εκτός λειτουργίας όταν ο ατμός δεν έφτανε στη γεννήτρια.
- Το προσωπικό απενεργοποίησε επίσης συστήματα που ρύθμιζαν τη στάθμη του νερού και την πίεση του ατμού.
- Απενεργοποιήθηκε το σύστημα έκτακτης ψύξης του αντιδραστήρα.
Παρά το γεγονός ότι ο Λεγκάσοφ επικεντρώθηκε στα λάθη των χειριστών, υπογράμμισε επίσης ότι υπήρχαν ευθύνες και στο ευρύτερο σύστημα, σημειώνοντας ότι «δεν υπάρχει ένας και μοναδικός υπαίτιος».
«Η αμέλεια της επιστημονικής διοίκησης και των σχεδιαστών ήταν παντού, χωρίς να δίνεται προσοχή στην κατάσταση των οργάνων ή του εξοπλισμού.»
Βαλέρι Λεγκάσοφ, ερευνητής του Τσερνόμπιλ.
«Αφού επισκέφθηκα τον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το ατύχημα ήταν το αναπόφευκτο αποκορύφωμα του οικονομικού συστήματος που είχε αναπτυχθεί στη Σοβιετική Ένωση επί δεκαετίες...
Όταν εξετάζει κανείς την αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην καταστροφή, το γιατί ένας άνθρωπος ενήργησε με έναν τρόπο και κάποιος άλλος διαφορετικά, είναι αδύνατο να εντοπιστεί ένας και μόνος υπαίτιος, ένας και μοναδικός εκκινητής των γεγονότων, γιατί ήταν σαν ένας κλειστός κύκλος», ανέφερε ο Λεγκάσοφ.

Οι ευθύνες «μπαλάκι»
Ο αναπληρωτής αρχιμηχανικός Ανατόλι Ντιάτλοφ, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι άσκησε πίεση στο προσωπικό για τη διεξαγωγή της δοκιμής, θεωρήθηκε ευρέως υπεύθυνος για το ατύχημα. Ωστόσο, ο ίδιος επέμενε ότι υπεύθυνοι ήταν οι σχεδιαστές του αντιδραστήρα και όχι όσοι διεξήγαγαν το πείραμα.
«Αν παραδέχονταν ότι ο αντιδραστήρας ήταν η αιτία του ατυχήματος, τότε η Δύση θα απαιτούσε το κλείσιμο όλων των άλλων αντιδραστήρων του ίδιου τύπου. Αυτό θα αποτελούσε πλήγμα για ολόκληρη τη σοβιετική βιομηχανία», υποστήριξε ο Ντιάτλοφ.
Έξι εργαζόμενοι του σταθμού του Τσερνόμπιλ, μεταξύ των οποίων και ο Ντιάτλοφ, οδηγήθηκαν σε δίκη τον Ιούλιο του 1987.
Ο διευθυντής του σταθμού, Βίκτορ Μπριουχάνοφ, θεωρήθηκε ο βασικός υπεύθυνος και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια καταναγκαστικής εργασίας, αφού κρίθηκε ένοχος για σοβαρή παραβίαση των κανόνων ασφαλείας και εγκληματική αμέλεια. Ποινή 10 ετών επιβλήθηκε και στον αρχιμηχανικό του σταθμού, Νικολάι Φόμιν, καθώς και στον αναπληρωτή του, Ντιάτλοφ.

Έλλειψη «κουλτούρας ασφάλειας»
Η Διεθνής Ομάδα Πυρηνικής Ασφάλειας (INSAG) του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA) εξέδωσε το 1992 έκθεση, στην οποία διαπιστωνόταν έλλειψη «γενικής κουλτούρας ασφάλειας». Ο οργανισμός δεν απέδωσε αποκλειστικά ευθύνες στους χειριστές του σταθμού, επισημαίνοντας ότι και οι σχεδιαστικές αδυναμίες του αντιδραστήρα συνέβαλαν στην καταστροφή.
«Υπάρχει ανάγκη μετατόπισης της αντίληψης, ώστε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις ελλείψεις των χαρακτηριστικών ασφαλείας του σχεδιασμού και να αναγνωριστούν τα προβλήματα που απορρέουν από το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούσε ο σταθμός», ανέφερε χαρακτηριστικά η έκθεση.
Η INSAG σημείωσε επίσης ότι οι εργαζόμενοι στο Τσερνόμπιλ δεν είχαν ενημερωθεί για τα επικίνδυνα ελαττώματα των αντιδραστήρων RBMK.
«Το προσωπικό δεν γνώριζε ορισμένα από τα επικίνδυνα χαρακτηριστικά του αντιδραστήρα και, συνεπώς, δεν αντιλαμβανόταν τις συνέπειες των παραβιάσεων. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την έλλειψη κουλτούρας ασφάλειας, όχι τόσο εκ μέρους του προσωπικού, όσο εκ μέρους των σχεδιαστών του αντιδραστήρα και της οργανωτικής δομής λειτουργίας», επισημαινόταν στην έκθεση.

Το μέλλον των αντιδραστήρων RBMK
Οι σοβιετικές αρχές βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα δίλημμα μετά την καταστροφή του Τσερνόμπιλ, καθώς ο αντιδραστήρας RBMK, που ευθυνόταν για το ατύχημα, χρησιμοποιούνταν ευρέως και σε άλλους πυρηνικούς σταθμούς της χώρας.
Ένα πρόγραμμα ασφάλειας για τους RBMK, που ξεκίνησε από τον IAEA το 1992, κατέγραψε συνολικά 58 ζητήματα ασφάλειας, τα οποία σχετίζονταν με έξι βασικούς τομείς.
Μεταξύ των αλλαγών που εφαρμόστηκαν μετά την καταστροφή περιλαμβάνονταν η αντικατάσταση των καναλιών καυσίμου, καθώς και βελτιώσεις στα συστήματα ψύξης του πυρήνα.
Ωστόσο, μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις ήταν η τροποποίηση των ράβδων ελέγχου. Με τη μετατροπή αυτή αποφεύγεται η είσοδος ψυκτικού νερού στον χώρο που δημιουργείται όταν αποσύρεται η ράβδος, γεγονός που επηρεάζει την αντιδραστικότητα.
Από τους 35 αντιδραστήρες που λειτουργούν σε 10 πυρηνικούς σταθμούς της Ρωσίας, οι 11 είναι RBMK.
Το 2006, η Rosatom, που διαχειρίζεται την πυρηνική βιομηχανία της Ρωσίας, ανακοίνωσε ότι εξετάζει την παράταση της διάρκειας λειτουργίας τους. Την τελευταία δεκαετία, οι πυρηνικοί σταθμοί στο Σμολένσκ και κοντά στην Αγία Πετρούπολη έχουν προχωρήσει σε αναβαθμίσεις των αντιδραστήρων RBMK.

Στις 27 Απριλίου 1988, ο ερευνητής του Τσερνόμπιλ Βαλέρι Λεγκάσοφ αυτοκτόνησε στο διαμέρισμά του στη Μόσχα, σε ηλικία 51 ετών, μία ημέρα μετά τη δεύτερη επέτειο της πυρηνικής καταστροφής.
Η κόρη του, Ίνγκα, ανέφερε ότι παρουσίαζε συμπτώματα σοβαρής ασθένειας από ακτινοβολία μετά το Τσερνόμπιλ, ωστόσο τόνισε ότι αυτό δεν ήταν που τον οδήγησε στην απόγνωση.
Ο Λεγκάσοφ είχε αποκαλύψει πολλές αδυναμίες στον σχεδιασμό των αντιδραστήρων RBMK, αλλά και στο ίδιο το σοβιετικό σύστημα. Ωστόσο, κάθε προσπάθεια να εκφράσει τις απόψεις του καταπνιγόταν.
Στις 27 Αυγούστου 1987 επιχείρησε να δώσει τέλος στη ζωή του ενώ νοσηλευόταν, όμως οι γιατροί κατάφεραν να τον σώσουν. Μετά την αποχώρησή του από το νοσοκομείο, συνέχισε να εργάζεται για να εντοπίσει τα αίτια της καταστροφής.
«Άρχισε να συγκεντρώνει πληροφορίες για όλες τις τεχνικές καταστροφές στον κόσμο — γιατί είχαν συμβεί», ανέφερε η Ίνγκα στο RT.
Ο Λεγκάσοφ προτάθηκε δύο συνεχόμενες χρονιές για το βραβείο «Ήρωας της Σοσιαλιστικής Εργασίας» για τη συμβολή του στο Τσερνόμπιλ, όμως και τις δύο φορές δεν επιλέχθηκε.
«Το προσωπικό του ιδρύματος φοβόταν ότι θα γινόταν προϊστάμενός τους και, λόγω του μεταρρυθμιστικού του χαρακτήρα, θα άλλαζε τα πάντα. Οι ιδέες του δεν έτυχαν υποστήριξης», δήλωσε στο RT ο Αλεξάντρ Μποροβόι, εκκαθαριστής στο Τσερνόμπιλ.

Ο Λεγκάσοφ επιχείρησε επίσης να δημιουργήσει ένα ειδικό επιστημονικό συμβούλιο, που θα προωθούσε αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και θα έβαζε τέλος στη στασιμότητα. Παρουσίασε την ανάλυσή του στις 26 Απριλίου 1988 στην Ακαδημία Επιστημών, όμως το σχέδιο δεν εγκρίθηκε.
Το επόμενο πρωί, ο γιος του τον βρήκε απαγχονισμένο στο διαμέρισμά του.
O αριθμός των θυμάτων
Παρότι ο επίσημος αριθμός των άμεσων θυμάτων ανέρχεται σε 31, η εκτίμηση του συνολικού αριθμού των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους ως άμεση συνέπεια της καταστροφής του Τσερνόμπιλ, τέσσερις δεκαετίες μετά, είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Η Επιστημονική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τις Επιπτώσεις της Ατομικής Ακτινοβολίας (UNSCEAR) έχει συστήσει να μην χρησιμοποιούνται οι συλλογικές δόσεις ακτινοβολίας για τον υπολογισμό των θυμάτων. Ωστόσο, η αποφυγή αυτής της μεθόδου καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την εκτίμηση.
Μια μεγάλη μελέτη το 2005, που πραγματοποιήθηκε από διεθνή ομάδα άνω των 100 επιστημόνων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο συνολικός αριθμός θανάτων λόγω έκθεσης σε ακτινοβολία ενδέχεται να φτάσει τους 4.000.
«Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, δεν διαπιστώσαμε σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία για τον υπόλοιπο πληθυσμό των γύρω περιοχών, ούτε εκτεταμένη μόλυνση που θα εξακολουθούσε να αποτελεί σημαντική απειλή για την ανθρώπινη υγεία, πέρα από ορισμένες εξαιρετικές, περιορισμένες περιοχές», δήλωσε ο δρ. Μπέρτον Μπένετ, πρόεδρος του Φόρουμ Τσερνόμπιλ και ειδικός στις επιπτώσεις της ακτινοβολίας, σύμφωνα με τον IAEA.

Η δεύτερη σαρκοφάγος
Ο αρχικός σαρκοφάγος, που κατασκευάστηκε μέσα σε μόλις έξι μήνες, είχε εξαρχής σχεδιαστεί ως προσωρινή λύση. Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (IAEA) είχε επισημάνει την ανάγκη αντικατάστασής του.
«Η πιθανή αστάθεια του σαρκοφάγου αποτελεί σημαντικό πρόβλημα. Η ανησυχία σχετίζεται κυρίως με το γεγονός ότι βασικά στηρίγματα της κύριας κατασκευής έπρεπε να τοποθετηθούν με τηλεχειρισμό, χωρίς σταθερές συνδέσεις όπως συγκολλήσεις ή κοχλίες», ανέφερε ο IAEA σε έκθεση που εκπονήθηκε μία δεκαετία μετά την καταστροφή του Τσερνόμπιλ.
Σε αναζήτηση μιας πιο μόνιμης λύσης, το 1997 ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (IAEA) και η ουκρανική κυβέρνηση συμφώνησαν στο Σχέδιο Υλοποίησης Καταφυγίου (Shelter Implementation Plan), με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.
Μέρος του σχεδίου ήταν η απόφαση για την κατασκευή ενός νέου σαρκοφάγου, γνωστού ως New Safe Confinement (NSC). Το συμβόλαιο για την κατασκευή του ανατέθηκε στη γαλλική εταιρεία Novarka το 2007. Οι εργασίες ξεκίνησαν την ίδια χρονιά και αρχικά προβλεπόταν να ολοκληρωθούν το 2012-2013. Ωστόσο, λόγω ελλείψεων χρηματοδότησης και τεχνικών δυσκολιών, το χρονοδιάγραμμα καθυστέρησε επανειλημμένα.

Τον Νοέμβριο του 2016, το τεράστιο τόξο μετακινήθηκε επιτυχώς στη θέση του πάνω από τον αντιδραστήρα. Ακολούθησαν αρκετά χρόνια εργασιών εγκατάστασης, δοκιμών και θέσης σε λειτουργία.
Αν και αρχικά η ολοκλήρωση είχε προγραμματιστεί για τον Νοέμβριο του 2017, η προθεσμία μετατέθηκε αργότερα για τον Μάιο του 2018. Το NSC ολοκληρώθηκε τελικά και τέθηκε επίσημα σε λειτουργία στις 10 Ιουλίου 2019.
Η νέα κατασκευή αποτρέπει την είσοδο όμβριων υδάτων στον κατεστραμμένο αντιδραστήρα και παρέχει την απαραίτητη υποδομή για τη μακροπρόθεσμη αποσυναρμολόγηση του αρχικού σαρκοφάγου και των υπολειμμάτων του αντιδραστήρα. Κατασκευασμένο πάνω σε ράγες ώστε να μπορεί να μετακινηθεί στη θέση του, το έργο αποτελείται από ένα τεράστιο ατσάλινο τόξο, εξοπλισμένο με εσωτερικούς γερανούς για μελλοντικές εργασίες αποξήλωσης.
Το NSC παραμένει η μεγαλύτερη κινητή κατασκευή εδάφους που έχει κατασκευαστεί ποτέ, με βάρος περίπου 31.000 τόνων και συνολικό κόστος γύρω στα 2,1 δισ. ευρώ (2,4 δισ. δολάρια).

«Επιστροφή» στο Πρίπιατ
Θα ήταν αδιανόητο μερικές δεκαετίες νωρίτερα, όμως το Τσερνόμπιλ μετατράπηκε σε τουριστικό προορισμό. Με περίπου 100 δολάρια, επισκέπτες μπορούσαν να ταξιδέψουν στη ζώνη αποκλεισμού για να δουν από κοντά πώς είναι η περιοχή μετά τη χειρότερη πυρηνική καταστροφή στην ιστορία.
«Για κάποιους — είναι η παιδική τους ηλικία, σαν να διατηρείται η σοβιετική ατμόσφαιρα. Για μένα όμως είναι πιο σημαντικό όχι γιατί έρχονται εδώ, αλλά τι επίδραση έχει σε αυτούς», δήλωσε στο RT ο Αλεξάντρ Σιρότα, πρώην κάτοικος του Πρίπιατ που αργότερα οργάνωνε ξεναγήσεις στην περιοχή.
Η ποσότητα ακτινοβολίας που απορροφούσαν οι επισκέπτες κατά τη διάρκεια μιας ημερήσιας επίσκεψης στο Τσερνόμπιλ ήταν εκπληκτικά χαμηλή, εφόσον ακολουθούσαν τις καθορισμένες διαδρομές και δεν απομακρύνονταν από αυτές.
Η δόση ακτινοβολίας ήταν συγκρίσιμη με εκείνη μιας πτήσης διάρκειας μίας ώρας, περίπου 160 φορές μικρότερη από μια ακτινογραφία θώρακα και 3.600 φορές μικρότερη από μια αξονική τομογραφία ολόκληρου σώματος.
Ωστόσο, μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης στην Ουκρανία, ο τουρισμός στη ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ ουσιαστικά σταμάτησε, καθώς η πρόσβαση περιορίστηκε λόγω κινδύνων ασφαλείας και της στρατιωτικοποίησης της περιοχής.
Η μολυσμένη ζώνη μέτωπο πολέμου
Τον Φεβρουάριο του 2022, η ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής.
Κατά τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης στην Ουκρανία, ρωσικές δυνάμεις ανέλαβαν τον έλεγχο της περιοχής γύρω από τον πυρηνικό σταθμό. Αν και δεν αναφέρθηκαν άμεσες ζημιές στις εγκαταστάσεις των αντιδραστήρων, η κατάσταση προκάλεσε άμεσες ανησυχίες σχετικά με την πυρηνική ασφάλεια και την κατάσταση των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ραδιενεργών υλικών.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, οι εργασίες στον σταθμό συνεχίστηκαν με τη συμμετοχή του τοπικού προσωπικού.
Η ουκρανική ρυθμιστική αρχή για την πυρηνική ενέργεια ανέφερε προσωρινές αυξήσεις στα επίπεδα ακτινοβολίας γάμμα, αποδίδοντάς τις στην κίνηση βαρέων στρατιωτικών οχημάτων που αναμόχλευαν μολυσμένο έδαφος και σκόνη, ενώ σημείωσε ότι δεν καταγράφηκαν ζημιές σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης ραδιενεργών αποβλήτων.

Η διατήρηση της ασφάλειας των εγκαταστάσεων παρέμεινε βασική προτεραιότητα για τις ρωσικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, λόγω των κινδύνων που συνδέονται με την περιοχή.
Στη Μόσχα, οι ενέργειες του στρατού δικαιολογήθηκαν με την επίκληση κινδύνου «προκλήσεων από Ουκρανούς εθνικιστές» στην περιοχή του πυρηνικού σταθμού.
Στα τέλη Μαρτίου 2022, μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ ρωσικών και ουκρανικών αντιπροσωπειών στην Κωνσταντινούπολη, η Μόσχα ανακοίνωσε την αποχώρηση των δυνάμεών της από τις περιοχές του Κιέβου και του Τσερνίγκοφ. Λίγο αργότερα, ρωσικές μονάδες εγκατέλειψαν και την περιοχή του Τσερνόμπιλ.
Τα επόμενα χρόνια, η πρόσβαση στη ζώνη παρέμεινε αυστηρά περιορισμένη. Αυτό που κάποτε είχε εξελιχθεί σε οργανωμένο τουριστικό προορισμό ουσιαστικά έκλεισε, με την είσοδο να επιτρέπεται μόνο σε ειδικούς, προσωπικό ασφαλείας και επίσημες αποστολές. Οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην αποκατάσταση των συστημάτων παρακολούθησης, στην αξιολόγηση της κατάστασης των υποδομών και στη διασφάλιση της ακεραιότητας του New Safe Confinement πάνω από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα.
Επιστροφή για λίγους
Παρά τους κινδύνους, ακόμη και πριν από την κλιμάκωση των συγκρούσεων το 2022, κάποιοι άνθρωποι επέστρεψαν για να ζήσουν στη ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ.
Η Ματρένα Κορνιένκο είναι μία από αυτούς. Μετά την καταστροφή, της παραχωρήθηκε διαμέρισμα στο Κίεβο, όμως εκείνη ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι της — και το έκανε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
«Εδώ έχω τα ζώα μου και καλλιεργώ τα πάντα. Υπάρχει λίγη ακτινοβολία, αλλά δεν υπάρχει μέρος χωρίς αυτήν, οπότε δεν φοβάμαι», δήλωσε.
Ζει σχεδόν αποκομμένη από τον έξω κόσμο, καθώς λεωφορείο περνά από το χωριό λιγότερο από μία φορά τον μήνα, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να χρησιμοποιούν άλογα για τις μετακινήσεις τους.
«Πάντα αναρωτιόμουν τι ώθησε αυτούς τους ανθρώπους. Να εγκαταλείψουν ένα νέο διαμέρισμα στο Κίεβο, να παραβούν τον νόμο και να επιστρέψουν στη ζώνη κινδύνου; Για ποιο λόγο;

Δεν φοβούνται τον αόρατο, άυλο και ανίκητο εχθρό, την ακτινοβολία. Δεν τους ενδιαφέρουν οι συνεχείς έλεγχοι ακτινοβολίας. Δεν ενοχλούνται ούτε από τη θέα των σκελετών των εγκαταλελειμμένων σπιτιών των γειτόνων τους.
Επέστρεψαν στο σπίτι τους - και αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία για αυτούς», θυμάται ο πρώην ανταποκριτής του RT στο Κίεβο, Αλεξέι Γιαροσέφσκι, ο οποίος πραγματοποίησε δεκάδες αποστολές στο Τσερνόμπιλ για γυρίσματα.
Μετά την κλιμάκωση της στρατιωτικής σύγκρουσης το 2022, η επανεγκατάσταση στη ζώνη απέκτησε νέα διάσταση.
Ορισμένα μέσα ενημέρωσης άρχισαν να αναφέρονται σε λεγόμενους «μετακινούμενους του Τσερνόμπιλ» — Ουκρανούς που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή για να αποφύγουν την επιστράτευση. Τέτοιες αναφορές εμφανίστηκαν την άνοιξη του 2024, μετά από βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ανάρτησαν κάτοικοι οι οποίοι είχαν ήδη δημιουργήσει μια βασική καθημερινότητα εκεί.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, αρκετές χιλιάδες άνθρωποι έχουν μετακινηθεί στη ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ από το 2022.

Επίθεση με drone
Τον Φεβρουάριο του 2025, αναφέρθηκε επίθεση με drone κοντά στη δομή New Safe Confinement στο εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ. Το περιστατικό προκάλεσε πυρκαγιά και εγείρει ανησυχίες σχετικά με την κατάσταση του προστατευτικού τόξου που καλύπτει τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα.
Η επίθεση σημειώθηκε δύο ημέρες μετά την πρώτη συνομιλία μεταξύ του Ρώσου προέδρου Vladimir Putin και του Αμερικανού προέδρου Donald Trump, μετά την επιστροφή του τελευταίου στον Λευκό Οίκο, κατά την οποία συζητήθηκαν η σύγκρουση στην Ουκρανία και οι προοπτικές ειρηνικής επίλυσης.
Οι ουκρανικές αρχές κατηγόρησαν τη Ρωσία για την επίθεση.
Η Μόσχα απέρριψε τους ισχυρισμούς και παρουσίασε μια εναλλακτική εκδοχή, υποστηρίζοντας ότι το περιστατικό ενδέχεται να ήταν προβοκάτσια. Ρώσοι αξιωματούχοι και σχολιαστές δήλωσαν ότι επιθέσεις σε πυρηνικές εγκαταστάσεις δεν συνάδουν με τους στρατιωτικούς στόχους της Ρωσίας, οι οποίοι δίνουν προτεραιότητα στην ασφάλεια τέτοιων υποδομών.
Την ίδια εκδοχή υποστήριξαν και ορισμένοι αξιωματούχοι στην Ουκρανία.

Το παράδοξο της άγριας ζωής
Ενώ η ζώνη αποκλεισμού γύρω από το Τσερνόμπιλ είναι σχεδόν έρημη από ανθρώπινη δραστηριότητα, το ίδιο δεν ισχύει για τον πληθυσμό των ζώων, ο οποίος έχει ευημερήσει τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Μελέτη του 2015 με τίτλο «Μακροχρόνια καταγραφή αποκαλύπτει μεγάλους πληθυσμούς άγριας ζωής στο Τσερνόμπιλ» υπό την καθοδήγηση της Τατιάνα Ντεριάμπινα, διαπίστωσε ότι υπάρχουν «σημαντικοί πληθυσμοί άλκης, ζαρκαδιών, κόκκινων ελαφιών και αγριόχοιρων στη ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ», σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα που παρατηρούνται σε μη επηρεασμένες περιοχές της Λευκορωσίας. Ωστόσο, ο πληθυσμός των λύκων είναι επταπλάσιος στη ζώνη αποκλεισμού.
«Τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν για πρώτη φορά ότι, ανεξάρτητα από τις πιθανές επιπτώσεις της ακτινοβολίας στα μεμονωμένα ζώα, η ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ υποστηρίζει μια πλούσια κοινότητα θηλαστικών μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες χρόνιας έκθεσης σε ακτινοβολία», αναφέρεται στη μελέτη.
Ολόκληρος ο κόσμος γνωρίζει τον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ και τη ζώνη αποκλεισμού των 30 χιλιομέτρων που τον περιβάλλει, ωστόσο η περιοχή αυτή έκρυβε και ένα μυστικό που παρέμεινε κρυφό για πολλές δεκαετίες.
Στο πιο σκοτεινό και απομονωμένο τμήμα της ζώνης αποκλεισμού βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά της Σοβιετικής Ένωσης — ένας ραδιοεντοπιστικός σταθμός με την ονομασία Chernobyl-2 ή Duga («Τόξο»).

Πρόκειται για μια εγκατάσταση ραδιοεντοπισμού πέρα από τον ορίζοντα, με στόχο τον εντοπισμό εκτόξευσης πυραύλων οπουδήποτε στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ωστόσο, δοκιμή το 1980 έδειξε ότι το σήμα της ήταν τόσο ισχυρό, ώστε μπορούσε να φτάσει έως την ανατολική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Υπήρχε η θεωρία ότι δεν επρόκειτο πραγματικά για εγκατάσταση ραδιοεντοπισμού πέρα από τον ορίζοντα, αλλά για μια ειδική εγκατάσταση επηρεασμού του ανθρώπινου νου, που επέτρεπε σε κακόβουλες δυνάμεις να τον ελέγχουν. Αποδείχθηκε όμως ότι ήταν απλώς ένας μύθος», δήλωσε ο Μπόρις Γκορμπατσόφ, εκκαθαριστής στο Τσερνόμπιλ.
Η εγκατάσταση ήταν ένα από τα πιο δαπανηρά έργα της Σοβιετικής Ένωσης, με κόστος περίπου επτά δισεκατομμύρια σοβιετικά ρούβλια — ποσό διπλάσιο από εκείνο που απαιτήθηκε για την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού του Τσερνόμπιλ, μόλις 15 χιλιόμετρα μακριά. Ακόμη και η προσέγγιση στον φράχτη της άκρως απόρρητης εγκατάστασης ήταν κάποτε αδύνατη.
Παρά τους επίσημους ισχυρισμούς ότι η εγκατάσταση τέθηκε εκτός λειτουργίας αμέσως μετά την καταστροφή του 1986, εξακολουθεί να βρίσκεται υπό προστασία, με ένοπλους φρουρούς στα σημεία ελέγχου της περιοχής.
Όλοι οι τεχνικοί που εργάστηκαν στο έργο χαρακτήριζαν το Chernobyl-2 ως το αριστούργημά τους και ως κάτι για το οποίο θα έπρεπε να είναι υπερήφανη η σοβιετική διαστημική τεχνολογία.

Το πραγματικό Τσερνόμπιλ
Το Τσερνόμπιλ διαθέτει τη δική του ιστορία, που εκτείνεται σε βάθος αιώνων και δεν συνδέεται με την πυρηνική καταστροφή. Πρόκειται για το όνομα μιας πόλης κοντά στο εργοστάσιο, στο βόρειο άκρο της Ουκρανίας, κοντά στα σύνορα με τη Λευκορωσία και τη Ρωσία.
Βρίσκεται περίπου 130 χιλιόμετρα βόρεια της πρωτεύουσας της Ουκρανίας, του Κιέβου, στις όχθες του ποταμού Πρίπιατ, παραπόταμου του Δνείπερου.
Έχοντας κάποτε πληθυσμό άνω των 40.000 κατοίκων, το Τσερνόμπιλ μετατράπηκε σε πόλη-φάντασμα μετά την πυρηνική καταστροφή. Σήμερα ο πληθυσμός του αριθμείται σε μερικές εκατοντάδες.
Οι περισσότεροι είναι απαραίτητο προσωπικό της ζώνης αποκλεισμού και κανείς δεν αποτελεί μόνιμο κάτοικο, λόγω των υποχρεωτικών περιορισμών έκθεσης στην ακτινοβολία.