Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ζητήσει την Τετάρτη από τις χώρες της ΕΕ να εξαλείψουν τη φτώχεια, υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να βρουν τους απαραίτητους πόρους εάν αξιοποιήσουν πιο αποτελεσματικά τα ήδη υπάρχοντα ευρωπαϊκά κονδύλια.
Το σχέδιο, που περιγράφεται στην πρώτη στρατηγική κατά της φτώχειας της Επιτροπής καλεί τις κυβερνήσεις να συντονίσουν καλύτερα τις εθνικές πολιτικές, να ενισχύσουν τη συμμετοχή των νέων, να στηρίξουν όσους ζουν από μισθό σε μισθό και να επανεξετάσουν τα μέτρα προστασίας για τους ηλικιωμένους και άλλες ευάλωτες ομάδες.
Ωστόσο, προς το παρόν η στρατηγική δεν συνοδεύεται από νέα χρηματοδότηση — και οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η προσπάθεια δεν θα αποδώσει αν η ΕΕ δεν τη στηρίξει με στοχευμένα κονδύλια και δεν ενισχύσει τον ρόλο της Επιτροπής ώστε να διασφαλίσει ότι τα κράτη-μέλη θα υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις.
Η πρόταση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια παραμένει στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας σε όλη την Ευρώπη, μετά τα κέρδη που σημείωσαν ακροδεξιά κόμματα στις ομοσπονδιακές εκλογές της Γερμανίας και στις δημοτικές εκλογές της Γαλλίας, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια για τη στέγαση, τους μισθούς και τις δημόσιες υπηρεσίες.
«Οι άνθρωποι που βιώνουν τη φτώχεια συχνά δεν ακούγονται και δεν υποστηρίζονται, και αυτό τροφοδοτεί μια αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στις δημόσιες πολιτικές που υποτίθεται ότι τους προστατεύουν.
Η ακροδεξιά εκμεταλλεύεται αυτό το κενό», δήλωσε η ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών Μάριτ Μάιζ, αντιπρόεδρος της διακομματικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την καταπολέμηση της φτώχειας.
Η Κάριν Γιόχανσον, η οποία έχει βιώσει τη φτώχεια και εργάζεται σε κέντρο υποστήριξης αστέγων στο Νίκοπινγ της Σουηδίας, δήλωσε ότι η αποτυχία των κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν το ζήτημα έχει οδηγήσει ορισμένους νέους στην αποξένωση.
«Πολλοί νέοι άνδρες απομακρύνονται από τη σουηδική κοινωνία επειδή δεν την εμπιστεύονται.
Και αυτό φαίνεται — πυροβολισμοί, εκρήξεις, η μαφία αυξάνεται ραγδαία», είπε η Γιόχανσον, η οποία είναι επίσης μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά της φτώχειας.
Η ακροδεξιά «επηρεάζει τα πάντα και δεν θέλει σταθερές κοινωνίες. Θέλει οι κοινωνίες να βρίσκονται διαρκώς σε αναταραχή».
Η Επιτροπή θα παρουσιάσει τη στρατηγική την Τετάρτη μαζί με προτάσεις για την αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας, του αποκλεισμού από τη στέγαση και των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία.
«Όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά τη στέγαση, την τροφή, τη φροντίδα, την εκπαίδευση ή μια σταθερή ζωή, οι κοινωνίες μας αποδυναμώνονται και η εμπιστοσύνη διαβρώνεται», δήλωσε η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ροξάνα Μινζάτου η οποία θα παρουσιάσει τα μέτρα.
«Η Ευρώπη χρειάζεται μια ισχυρότερη και πιο συντονισμένη απάντηση… Μια απάντηση που θα προλαμβάνει τη φτώχεια, θα στηρίζει όσους πλήττονται ήδη και θα μετατρέπει τις κοινωνικές δεσμεύσεις σε πραγματικά αποτελέσματα για τους πολίτες».

Μάχη για τη χρηματοδότηση
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα χρήματα υπάρχουν ήδη, αλλά οι εθνικές κυβερνήσεις δεν τα αξιοποιούν αποτελεσματικά.
Το προσχέδιο για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ περιλαμβάνει περίπου 100 δισ. ευρώ για κοινωνικές πολιτικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για στρατηγικές κατά της φτώχειας, αυξημένα σε σχέση με τα 50 δισ. ευρώ που ήταν διαθέσιμα στο παρελθόν μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου Plus, σύμφωνα με αξιωματούχο της ΕΕ.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι τα κράτη-μέλη δεν έχουν αξιοποιήσει σωστά τα ήδη διαθέσιμα κονδύλια.
«Η πρόοδος είναι αργή και πρέπει να το αναγνωρίσουμε», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η αποτροπή της ριζοσπαστικοποίησης και η «διατήρηση της εμπιστοσύνης στην ΕΕ» αποτελούν βασικά κίνητρα για την πίεση προς τις κυβερνήσεις.
Το σχέδιο θα προσφέρει «πρόσθετα εργαλεία» στα κράτη-μέλη και αποτελεί αφετηρία για πιο συγκεκριμένες προτάσεις το επόμενο έτος.
Ωστόσο, οι επικριτές επιμένουν ότι αυτό που χρειάζονται οι κυβερνήσεις είναι κυρίως χρηματοδότηση.

Η ευρωβουλευτής Μαρί Τουσέ δήλωσε ότι προτεραιότητα της ΕΕ «πρέπει να είναι η υλοποίηση συγκεκριμένων μέτρων και στοχευμένης χρηματοδότησης», τονίζοντας ότι η Επιτροπή οφείλει να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην εφαρμογή.
«Δεν υπάρχει στρατηγική χωρίς χρήματα», δήλωσε η Τζουλιάνα Βάλγκρεν από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Φτώχειας. «Πώς θα εφαρμοστεί αν δεν αποτελεί προτεραιότητα σε επίπεδο χρηματοδότησης;»
Ο στόχος απομακρύνεται
Η ΕΕ έχει θέσει στόχο να μειώσει τον αριθμό των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού κατά τουλάχιστον 15 εκατομμύρια έως το 2030 και να εξαλείψει το φαινόμενο έως το 2050.
Ο στόχος αυτός τέθηκε το 2021. Ωστόσο, μέχρι το 2025 η μείωση ανήλθε μόλις σε 3,4 εκατομμύρια, σύμφωνα με το προσχέδιο της στρατηγικής.
Σε επίπεδο ΕΕ, το 2025 το 20,9% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας, έναντι 21,1% το 2019.
Η εικόνα διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών. Η Ρουμανία και η Βουλγαρία μείωσαν σημαντικά τα ποσοστά, ενώ ορισμένες από τις πλουσιότερες χώρες κινήθηκαν αντίθετα.
Η πανδημία COVID-19 ανέτρεψε τη μείωση της φτώχειας σε χώρες όπως η Γαλλία, η Αυστρία και η Γερμανία, όπου τα ποσοστά ήταν υψηλότερα το 2025 σε σχέση με μια δεκαετία πριν.
Στη Γερμανία, το ποσοστό αυξήθηκε από 17,3% το 2019 σε 21,2% πέρυσι, ενώ την ίδια περίοδο ενισχύθηκε και η ακροδεξιά AfG.
Για όσους βιώνουν τη φτώχεια, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει στήριξη, αλλά και αν μπορούν να την αποκτήσουν.
«Είναι πολύ δύσκολο να έχει κανείς πρόσβαση σε ορισμένα επιδόματα λόγω της γραφειοκρατίας», δήλωσε η Έμα Ποποβίτσι από το Ινστιτούτο Μπουκόβινα στη Ρουμανία.
Η ίδια υπογράμμισε ότι η ΕΕ πρέπει να ακούσει τους ίδιους τους ανθρώπους που βιώνουν τη φτώχεια: «Στα χαρτιά μπορεί να φαίνεται ότι η στρατηγική λειτουργεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν αποδίδει. Χρειάζεται να βγούμε έξω και να μιλήσουμε με τον κόσμο».
Πηγή Politico.eu
