Η 20χρονη τότε Μαρία Κοβάλτσουκ ταξίδεψε στο Ντουμπάι για μια απλή φωτογράφιση, όμως η επίσκεψη αυτή μετατράπηκε σε μια νύχτα τρόμου που σημάδεψε για πάντα τη ζωή της.
Τον Μάρτιο του 2025 βρέθηκε αναίσθητη σε δρόμο της πόλης, με πολλαπλά κατάγματα, βαθιές κακώσεις και σχεδόν κατεστραμμένα άκρα.
Οι αρχές των ΗΑΕ υποστήριξαν ότι έπεσε από εργοτάξιο. Η ίδια το απορρίπτει κατηγορηματικά: «Δέχθηκα επίθεση. Κανείς δεν έπεσε από πουθενά».
Όπως περιγράφει, βρέθηκε σε δωμάτιο ξενοδοχείου με δύο άνδρες και δύο γυναίκες, αφού ένας από αυτούς «προσφέρθηκε να τη βοηθήσει» όταν έχασε την πτήση επιστροφής.
Εκεί, σύμφωνα με την ίδια, εμφανίστηκαν αλκοόλ και ναρκωτικές ουσίες, που στο Ντουμπάι μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε ισόβια.
Όταν αρνήθηκε να συμμετάσχει, η συμπεριφορά της παρέας έγινε «εχθρική και απειλητική», ενώ –όπως λέει– προσπάθησαν να την κάνουν να καταναλώσει ουσίες ώστε να τη κακοποιήσουν σεξουαλικά.
Αναφέρει ότι της άρπαξαν το διαβατήριο, το κινητό και τα ρούχα της, ενώ μια από τις γυναίκες την χτύπησε στο πρόσωπο.
Η πρώτη προσπάθεια απόδρασης ματαιώθηκε όταν την έσυραν με τη βία πίσω στο δωμάτιο. Η δεύτερη μετατράπηκε σε αγώνα για τη ζωή της: «Έτρεξα μέσα στο σκοτάδι. Το επόμενο που θυμάμαι είναι ένα χτύπημα στο κεφάλι».
Ξύπνησε οκτώ ημέρες αργότερα από κώμα, δεμένη στο κρεβάτι, ανίκανη να αναγνωρίσει ακόμα και τη μητέρα της μέσω βιντεοκλήσης.
Η ιατρική έκθεση κατέγραψε σπασμένο σπόνδυλο, θρυμματισμένο πόδι, πολλαπλά κατάγματα, καθώς και σοβαρό τραύμα στο κρανίο. «Δεν ήξερα ούτε το όνομά μου», λέει χαρακτηριστικά.

Η ίδια περιγράφει ότι στο νοσοκομείο την κατέγραψαν με ψεύτικη ταυτότητα, ενώ η αστυνομία του Ντουμπάι «ήταν επιθετική» και επεδίωκε – σύμφωνα με την καταγγελία της – να την κάνει να αλλάξει την εκδοχή της.
Οι τέσσερις ύποπτοι, αν και αρχικά συνελήφθησαν, αφέθηκαν ελεύθεροι μέσα σε μία ημέρα, ενώ αργότερα ενημερώθηκε ότι τα βίντεο των καμερών «διαγράφηκαν» ή «δεν λειτουργούσαν».
Η Μαρία υποστηρίζει ότι οι εμπλεκόμενοι είχαν «ισχυρές διασυνδέσεις», με οικογένειες που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στο Ντουμπάι, γεγονός που – όπως πιστεύει – οδήγησε στο κλείσιμο της υπόθεσης.

► Διαβάστε επίσης: «Κερδισμένοι χωρίς να πολεμούν»: Κίνα και Ρωσία αναδιαμορφώνουν τον παγκόσμιο χάρτη μέσα στη σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν

Όταν τελικά της επετράπη να φύγει, επέστρεψε στη Νορβηγία όπου ζει η μητέρα της. Εκεί όμως ξεκίνησε ένας νέος κύκλος τρόμου: συνεχείς απειλές θανάτου μέσω μηνυμάτων από τους φερόμενους δράστες. Η οικογένεια έχει πλέον εξοπλιστεί με panic buttons.
Σήμερα, στα 21 της, εξακολουθεί να περπατά με πατερίτσες εξαιτίας σοβαρών επιπλοκών, ενώ αντιμετωπίζει μυϊκή ατροφία και μετατραυματική αρθρίτιδα. Έχει εγκαταλείψει το OnlyFans και προσπαθεί να χτίσει μια νέα ζωή ως μακιγιέρ, διατηρώντας ενεργή παρουσία στο Instagram που – όπως λέει – της δίνει ξανά σκοπό.
Παρά τον εφιάλτη, ένα πράγμα είναι βέβαιο για την ίδια: «Δεν θα επιστρέψω ποτέ στο Ντουμπάι. Ποτέ.»
