LYKOS

Τσερνόμπιλ: Οι λύκοι «αντέχουν» τη ραδιενέργεια – Γενετικά ίχνη που συνδέονται με ανθεκτικότητα στον καρκίνο

Κόσμος
Τσερνόμπιλ: Οι λύκοι «αντέχουν» τη ραδιενέργεια – Γενετικά ίχνη που συνδέονται με ανθεκτικότητα στον καρκίνο

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σαράντα χρόνια μετά την πυρηνική καταστροφή, οι γκρίζοι λύκοι της ζώνης αποκλεισμού στο Τσερνόμπιλ εμφανίζουν γενετικές προσαρμογές που ενδέχεται να ενισχύουν την ανθεκτικότητά τους στον καρκίνο. Τα ευρήματα προκαλούν έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον, ανοίγοντας νέα πεδία έρευνας για τη σχέση ακτινοβολίας, εξέλιξης και επιβίωσης της άγριας ζωής

Σαράντα χρόνια μετά το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ, ένα απρόσμενο κεφάλαιο της φύσης γράφεται μέσα στη ζώνη αποκλεισμού: οι γκρίζοι λύκοι που κατοικούν στην περιοχή παρουσιάζουν γενετικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με αυξημένη αντοχή στον καρκίνο, κεντρίζοντας το ενδιαφέρον των επιστημόνων για τους μηχανισμούς προσαρμογής της ζωής σε ακραία περιβάλλοντα.

Η έκρηξη στον αντιδραστήρα 4, στις 26 Απριλίου 1986, απελευθέρωσε πάνω από 45.000 τόνους ραδιενεργών υλικών σε εκτεταμένες περιοχές της Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, μεταμορφώνοντας ριζικά την περιοχή γύρω από την Πρίπιατ της Ουκρανίας. Ωστόσο, η έκταση των 4.200 τετραγωνικών χιλιομέτρων που εγκαταλείφθηκε από τον άνθρωπο εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο πλούσια σε άγρια ζωή οικοσυστήματα της ηπείρου, με τους λύκους να βρίσκονται στο επίκεντρο νέων γενετικών μελετών.

Επιστημονική ομάδα υπό την καθοδήγηση των εξελικτικών βιολόγων Cara Love και Shane Campbell-Staton από το Princeton University προχώρησε σε συλλογή δειγμάτων αίματος από λύκους εντός της ζώνης αποκλεισμού, καθώς και από πληθυσμούς σε περιοχές χαμηλότερης ραδιενέργειας, όπως στη Λευκορωσία και το Εθνικό Πάρκο Yellowstone. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν 3.180 γονίδια με διαφοροποιημένη λειτουργία στους λύκους του Τσερνόμπιλ, εκ των οποίων τα 23 σχετίζονται με αυξημένη ανθεκτικότητα στον καρκίνο.

Ένας πληθυσμός που διαψεύδει τις εκτιμήσεις

Η παρουσία και η εξάπλωση των λύκων στην απαγορευμένη ζώνη δεν εξηγείται μόνο από οικολογικούς παράγοντες. Σύμφωνα με μακροχρόνια στοιχεία απογραφής της Tatiana Deryabina από το Polesie State Radioecological Reserve, οι πληθυσμοί ελαφιών και αγριόχοιρων παραμένουν σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα περιοχών χωρίς ραδιενεργή επιβάρυνση, ωστόσο οι λύκοι καταγράφονται σε αριθμούς έως και επτά φορές υψηλότερους.

Ως κορυφαίοι θηρευτές, οι λύκοι συσσωρεύουν ραδιενέργεια από όλα τα επίπεδα της τροφικής αλυσίδας. Θεωρητικά, αυτή η έκθεση θα έπρεπε να έχει καταστροφικές συνέπειες. Παρ’ όλα αυτά, όχι μόνο επιβιώνουν, αλλά εμφανίζουν και υψηλή αναπαραγωγική επιτυχία, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι η φυσική επιλογή μπορεί να λειτουργεί επιταχυνόμενα υπό ακραίες συνθήκες.

Στοιχεία που δημοσιεύθηκαν το 2015 έδειξαν ότι δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ ραδιενεργής ρύπανσης και πληθυσμιακής πυκνότητας θηλαστικών. Αντιθέτως, οι πληθυσμοί άγριας ζωής αυξήθηκαν σταθερά μετά το ατύχημα, κυρίως λόγω της απουσίας ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως το κυνήγι και η γεωργία.

Τι δείχνουν τα γενετικά δεδομένα

Η έρευνα των Love και Campbell-Staton επιχειρεί να απαντήσει στο κατά πόσο η επιτυχία των λύκων οφείλεται αποκλειστικά στην απουσία ανθρώπου ή αν σχετίζεται με βαθύτερες βιολογικές προσαρμογές. Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα ταχύτερα εξελισσόμενα τμήματα του γονιδιώματος συνδέονται με γονίδια που σχετίζονται με την αντικαρκινική άμυνα και το ανοσοποιητικό σύστημα, γεγονός που υποδηλώνει ισχυρή επίδραση της φυσικής επιλογής λόγω ραδιενέργειας.

Όπως ανέφερε ο Campbell-Staton στο NPR το 2024, «είναι πιθανό να υπάρχει γενετική ποικιλότητα που καθιστά ορισμένα άτομα πιο ανθεκτικά στην ακτινοβολία». Ορισμένοι λύκοι φαίνεται να αντέχουν καλύτερα τη ραδιενεργή επιβάρυνση ή να εμφανίζουν μειωμένη συχνότητα καρκινικών νόσων.

Η ερευνητική ομάδα συνέκρινε τα γονιδιωματικά δεδομένα των λύκων με τη βάση The Cancer Genome Atlas, η οποία περιλαμβάνει δέκα τύπους καρκίνου κοινούς σε ανθρώπους και σκύλους. Τα 23 γονίδια που εντοπίστηκαν σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά επιβίωσης σε συγκεκριμένες μορφές καρκίνου, ανοίγοντας προοπτικές για μελλοντική ιατρική έρευνα.

Παρά τα ευρήματα, ο Campbell-Staton επισημαίνει ότι η γενετική αποτελεί μόνο έναν από τους παράγοντες. Η απουσία ανθρώπινης παρουσίας —και κυρίως του κυνηγιού— ενδέχεται να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην αύξηση των πληθυσμών. Η ακριβής συμβολή κάθε παράγοντα παραμένει δύσκολο να αποσαφηνιστεί, ενώ οι έρευνες έχουν προς το παρόν ανασταλεί λόγω των συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News