Νέα επιστημονική ανασκόπηση αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα των σύγχρονων θεραπειών για τη νόσο Αλτσχάιμερ, υποστηρίζοντας ότι το όφελος για τους ασθενείς είναι περιορισμένο.
Παρά την ικανότητά τους να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η πραγματική επίδραση στην καθημερινότητα ενδέχεται να είναι μικρή, ενώ δεν λείπουν και οι διαφωνίες στην επιστημονική κοινότητα.
Η εκτεταμένη επιστημονική ανασκόπηση έρχεται να αμφισβητήσει τις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί γύρω από τα νέα φάρμακα για τη νόσο Αλτσχάιμερ, τα οποία είχαν παρουσιαστεί ως σημαντική πρόοδος στην αντιμετώπιση της ασθένειας.
Οι θεραπείες, όπως τα φάρμακα donanemab και lecanemab, έχουν δείξει σε κλινικές δοκιμές ότι μπορούν να επιβραδύνουν τη γνωστική έκπτωση στα αρχικά στάδια της νόσου. Πρόκειται για την πρώτη φορά που φάρμακα φαίνεται να επηρεάζουν την ίδια τη βιολογική διαδικασία της νόσου και όχι απλώς τα συμπτώματα.
Ωστόσο, η νέα ανάλυση δείχνει ότι το όφελος που προσφέρουν μπορεί να είναι πολύ περιορισμένο, σε βαθμό που να μην γίνεται ουσιαστικά αντιληπτό στην καθημερινότητα των ασθενών.
Περιορισμένο όφελος, σύμφωνα με τη μελέτη
Ερευνητές από τον διεθνή οργανισμό Cochrane Collaboration εξέτασαν 17 κλινικές δοκιμές με περισσότερους από 20.000 ασθενείς, οι οποίοι λάμβαναν φάρμακα που στοχεύουν στην απομάκρυνση της πρωτεΐνης αμυλοειδούς από τον εγκέφαλο.
Το συμπέρασμα ήταν ότι, παρότι οι θεραπείες μπορούν να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου Αλτσχάιμερ, το αποτέλεσμα είναι «σημαντικά χαμηλότερο» από το επίπεδο που θα απαιτούνταν ώστε οι ασθενείς να διαπιστώσουν σαφή βελτίωση.

Κίνδυνοι και υψηλό κόστος
Η ανάλυση ανέδειξε επίσης πιθανούς κινδύνους που συνδέονται με τα συγκεκριμένα φάρμακα, όπως οίδημα στον εγκέφαλο και αιμορραγίες.
Επιπλέον, οι θεραπείες απαιτούν τακτικές ενδοφλέβιες εγχύσεις κάθε δύο έως τέσσερις εβδομάδες, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά τους ασθενείς.
Το κόστος αποτελεί ακόμη ένα σημαντικό εμπόδιο, καθώς η ιδιωτική θεραπεία μπορεί να φτάσει δεκάδες χιλιάδες λίρες ετησίως, καθιστώντας την απρόσιτη για την πλειονότητα των ασθενών.
Το National Institute for Health and Care Excellence έχει μέχρι στιγμής αρνηθεί να εντάξει τα φάρμακα στο βρετανικό ΕΣΥ, επικαλούμενο το περιορισμένο όφελος σε σχέση με το κόστος.

Επιφυλάξεις από επιστήμονες
Ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, ο καθηγητής Ίντο Ρίτσαρντ, δήλωσε ότι θα ήταν επιφυλακτικός στο να προτείνει αυτές τις θεραπείες σε ασθενείς, επισημαίνοντας ότι ενδέχεται να επιβαρύνουν χωρίς να προσφέρουν ουσιαστική βελτίωση στην καθημερινότητα.
Τα συμπεράσματα της έρευνας βρίσκουν σύμφωνους και ορισμένους παλαιότερους επικριτές των συγκεκριμένων φαρμάκων. Ο καθηγητής Ρόμπερτ Χάουαρντ υποστήριξε ότι τα φάρμακα έχουν «υπερπροβληθεί» χωρίς να υπάρχει επαρκής επιστημονική τεκμηρίωση.

Διαφωνίες στην επιστημονική κοινότητα
Ωστόσο, τα ευρήματα της μελέτης έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από άλλους ειδικούς.
Ορισμένοι επικριτές της ανασκόπησης υποστηρίζουν ότι η ανάλυση συνδυάζει παλαιότερες, αποτυχημένες θεραπείες με νεότερα φάρμακα που έχουν δείξει μετρήσιμα - έστω και περιορισμένα - οφέλη.
Ο καθηγητής Μπαρτ ντε Στρούπερ σχολίασε ότι η μελέτη «δεν ξεκαθαρίζει τα δεδομένα, αλλά τα θολώνει», τονίζοντας ότι τα νεότερα φάρμακα έχουν αποφέρει «μέτριο αλλά υπαρκτό κλινικό όφελος».
Στο ίδιο πνεύμα, ο καθηγητής Ρίτσαρντ Όκλεϊ από την Alzheimer's Society επισήμανε ότι τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή.
«Δεν ισχύει ότι όλα τα φάρμακα που στοχεύουν το αμυλοειδές είναι αναποτελεσματικά», τόνισε. «Η ανασκόπηση αυτή παρουσιάζει μια πιο απαισιόδοξη εικόνα απ’ ό,τι πραγματικά ισχύει… νεότερα φάρμακα όπως το lecanemab και το donanemab έχουν δείξει περιορισμένο αλλά ουσιαστικό όφελος».
