Παρά τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, η καθημερινότητα των πολιτών στις ΗΠΑ αποτυπώνει μια διαφορετική πραγματικότητα. Σύμφωνα με το Axios, η καταναλωτική εμπιστοσύνη καταγράφει ιστορικά χαμηλά, ενώ η ακρίβεια, οι τιμές ενέργειας και οι ανισορροπίες στην αγορά εργασίας εντείνουν τη δυσαρέσκεια.
Το χάσμα ανάμεσα στα «καλά» στοιχεία της οικονομίας και στο αίσθημα των πολιτών αναδεικνύεται σε κρίσιμο πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.
Ενώ η αμερικανική οικονομία καταγράφει σταθερή ανάπτυξη τα τελευταία πέντε χρόνια και ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει αισθητά από τα υψηλά επίπεδα της προηγούμενης περιόδου, η εικόνα που έχουν οι πολίτες για την οικονομία επιδεινώνεται διαρκώς.
Η αντίθεση είναι πλέον ξεκάθαρη: ενώ οι βασικοί οικονομικοί δείκτες παραμένουν σε σχετικά θετική τροχιά, η κοινή γνώμη βυθίζεται σε ολοένα και πιο αρνητική διάθεση.
Το φαινόμενο αυτό δεν καταγράφει απλώς μια συγκυριακή δυσαρέσκεια, αλλά υποδηλώνει μια βαθύτερη μετατόπιση - τόσο στο πολιτικό κλίμα όσο και στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες βιώνουν την οικονομική πραγματικότητα.
Τα τελευταία στοιχεία από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν είναι ενδεικτικά: η προκαταρκτική μέτρηση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης για τον Απρίλιο κατέγραψε τη χαμηλότερη τιμή από το 1978, όταν και ξεκίνησε η συστηματική καταγραφή των δεδομένων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία αυτά συλλέχθηκαν πριν από την προσωρινή εκεχειρία στον πόλεμο με το Ιράν, γεγονός που αφήνει περιθώριο για μικρή βελτίωση.
Ωστόσο, η νέα ένταση στις συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν και η άνοδος των τιμών ενέργειας διατηρούν την αβεβαιότητα.
Αντίστοιχη εικόνα προκύπτει και από τις πολιτικές δημοσκοπήσεις. Έρευνα του CBS δείχνει ότι το 63% των Αμερικανών χαρακτηρίζει την οικονομία «κακή», ενώ το 65% αποδοκιμάζει τη διαχείριση της οικονομίας από τον Donald Trump.

Κι όμως, τα βασικά μεγέθη δεν δείχνουν κρίση: η ανεργία διαμορφώθηκε στο 4,3% τον Μάρτιο, ενώ ο πληθωρισμός κινείται στο 3,3% σε ετήσια βάση, ακόμη και μετά την άνοδο των τιμών ενέργειας λόγω πολεμικών εξελίξεων.
Ο δείκτης S&P 500 παραμένει ουσιαστικά σταθερός μέσα στο έτος, ενώ το ΑΕΠ συνεχίζει να αυξάνεται με σταθερό ρυθμό.
Παρά ταύτα, η καθημερινότητα των πολιτών λέει μια διαφορετική ιστορία.
Η τιμή της βενζίνης έχει εκτοξευθεί στα 4,13 δολάρια το γαλόνι, από λιγότερα από 3 δολάρια τον Φεβρουάριο, επιβαρύνοντας άμεσα τα νοικοκυριά.
Αν και ιστορικά οι τιμές καυσίμων έχουν κινηθεί και υψηλότερα, η πίεση γίνεται εντονότερη όταν συνδυάζεται με το συνολικό κόστος ζωής.
Η βασική εξήγηση βρίσκεται στον τρόπο που οι πολίτες βιώνουν τον πληθωρισμό: όχι ως ένα ποσοστό σε ετήσια βάση, αλλά ως μια σωρευτική εμπειρία που έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα.
Οι αυξήσεις στις τιμές τροφίμων και βασικών αγαθών των προηγούμενων ετών συνεχίζουν να επηρεάζουν την αγοραστική δύναμη, δημιουργώντας ένα διαρκές αίσθημα ακρίβειας.

Ταυτόχρονα, η αγορά εργασίας εμφανίζει αδυναμίες που δεν αποτυπώνονται πλήρως στους βασικούς δείκτες.
Οι προσλήψεις παραμένουν περιορισμένες, ενώ η ανάπτυξη της απασχόλησης συγκεντρώνεται κυρίως στον τομέα της υγείας, αφήνοντας άλλους κλάδους στάσιμους.
Το ερώτημα που τίθεται είναι πόσο βαθύτερα μπορεί να επιδεινωθεί το κλίμα, σε περίπτωση που προκύψει μια πραγματική ύφεση, μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας λόγω τεχνητής νοημοσύνης ή νέα εκτίναξη των τιμών ενέργειας.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η πολιτική πόλωση.
Σε αντίθεση με το παρελθόν, οι αντιλήψεις για την οικονομία επηρεάζονται πλέον σε μεγάλο βαθμό από την κομματική ταυτότητα των πολιτών.

Το 2009, εν μέσω βαθιάς ύφεσης, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι είχαν παρόμοια αρνητική εικόνα για την οικονομία. Σήμερα, η απόσταση έχει μετατραπεί σε χάσμα.
Το 2022, στην κορύφωση του πληθωρισμού επί προεδρίας Μπάιντεν, οι Δημοκρατικοί κατέγραφαν σημαντικά υψηλότερη εμπιστοσύνη στην οικονομία σε σχέση με τους Ρεπουμπλικάνους.
Πλέον, η εικόνα έχει αντιστραφεί: οι Ρεπουμπλικάνοι εμφανίζονται αισιόδοξοι, ενώ οι Δημοκρατικοί καταγράφουν ιστορικά χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης.
Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με το ίδιο δίλημμα που ταλαιπώρησε και την προηγούμενη διοίκηση: πώς να ενισχύσει την εμπιστοσύνη σε μια περίοδο όπου η κοινωνική διάθεση είναι έντονα αρνητική.

Όπως σημειώνει ο Τζάρεντ Μπέρνσταϊν, κορυφαίος οικονομικός σύμβουλος του πρώην προέδρου Joe Biden, «ποτέ μην προσπαθείς να πείσεις τους Αμερικανούς ότι ζουν καλύτερα απ’ όσο πιστεύουν οι ίδιοι».
Και, όπως προσθέτει με νόημα, «θα πρέπει να αποφεύγονται πολιτικές που αυξάνουν το κόστος ζωής, όπως οι δασμοί και οι πόλεμοι επιλογής».
Το χάσμα ανάμεσα στους αριθμούς και την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες φαίνεται πλέον να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά και οικονομικά παράδοξα της σύγχρονης Αμερικής.
