Σε ισχύ βρίσκεται ο ναυτικός αποκλεισμός του Ντόναλντ Τραμπ στα ιρανικά λιμάνια, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ να απειλεί, μέσω ανάρτησής του στο Truth SOcial πως όποιο πλοίο πλησιάσει, θα χτυπηθεί.
Κλιμακώνεται επικίνδυνα η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, προκαλώντας έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια
Η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν γύρω από τα Στενά του Ορμούζ κλιμακώνεται επικίνδυνα, προκαλώντας έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια. Η περιοχή αποτελεί κομβικό πέρασμα για τη διακίνηση πετρελαίου και οποιαδήποτε διαταραχή επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς αγορές.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν στην επιβολή ναυτικού αποκλεισμού σε ιρανικά λιμάνια, με εφαρμογή από τις 17:00 ώρα Ελλάδας, μέσω της Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM), μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, πλοία που κινούνται στην αποκλεισμένη ζώνη χωρίς άδεια ενδέχεται να υποστούν αναχαίτιση, εκτροπή ή ακόμη και κατάληψη. Τα μέτρα επεκτείνονται στον Κόλπο του Ομάν και στην Αραβική Θάλασσα, ανεξαρτήτως σημαίας, αν και επιτρέπεται η ουδέτερη διέλευση προς μη ιρανικούς προορισμούς.
Όπως έγινε γνωστό νωρίτερα, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται αμετακίνητος, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω στρατιωτικών ενεργειών εφόσον η πίεση δεν αποδώσει. Στον αντίποδα, η Τεχεράνη καταγγέλλει τον αποκλεισμό ως παράνομο, κάνοντας λόγο για ενέργεια που ισοδυναμεί με «πειρατεία», ενώ προειδοποιεί ότι θα εφαρμόσει μόνιμο μηχανισμό ελέγχου στα Στενά, διαμηνύοντας πως σε περίπτωση απειλής των λιμανιών της, καμία θαλάσσια οδός στον Κόλπο δεν θα είναι ασφαλής.
Οι επιπτώσεις στην αγορά πετρελαίου είναι ήδη εμφανείς. Το Ιράν εξήγαγε περίπου 1,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το προηγούμενο διάστημα, ενώ σημαντικές ποσότητες παραμένουν αποθηκευμένες σε δεξαμενόπλοια. Η πιθανή παρεμπόδιση αυτών των ροών ενδέχεται να περιορίσει την παγκόσμια προσφορά, εντείνοντας τις πιέσεις στις τιμές. Παράλληλα, η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχει περιοριστεί σημαντικά, με πολλά πλοία να αποφεύγουν τη διέλευση ή να παραμένουν αγκυροβολημένα.
Την ίδια ώρα, το Ισραήλ δηλώνει ότι στηρίζει πλήρως τον αμερικανικό σχεδιασμό, με τον πρωθυπουργό Benjamin Netanyahu να επισημαίνει ότι η απόφαση ελήφθη μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την ανάγκη άσκησης πίεσης στο Ιράν. Παράλληλα, ευρωπαϊκές και διεθνείς δυνάμεις εκφράζουν έντονη ανησυχία για τις εξελίξεις.
Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας είναι ζωτικής σημασίας, προειδοποιώντας για τον μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο της κρίσης στην Ευρώπη, καθώς οι δαπάνες για εισαγωγές ενέργειας έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά. Τόνισε επίσης την ανάγκη συντονισμένων και στοχευμένων μέτρων στήριξης, ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Από την πλευρά του, ο Βρετανός πρωθυπουργός Keir Starmer ξεκαθάρισε ότι το Λονδίνο δεν στηρίζει έναν αποκλεισμό των Στενών και δεν επιθυμεί εμπλοκή στον πόλεμο, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη να διασφαλιστεί η ελεύθερη διέλευση στην περιοχή.
Την ανάγκη για διπλωματική λύση υπογράμμισε και ο Πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν, ανακοινώνοντας πρωτοβουλία για τη συγκρότηση πολυεθνικής αποστολής με στόχο την προστασία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Όπως ανέφερε, η αποστολή θα έχει αμυντικό χαρακτήρα και θα επιδιώξει να συμβάλει στη σταθερότητα της περιοχής.
Η Μόσχα επαναφέρει πρόταση για παραλαβή ιρανικού εμπλουτισμένου ουρανίου στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης
Αντιδράσεις καταγράφονται και από άλλες χώρες, με τη Ρωσία να προειδοποιεί για αρνητικές συνέπειες στις διεθνείς αγορές, ενώ η Ισπανία εκφράζει επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα του αποκλεισμού. Παράλληλα, η Μόσχα επαναφέρει πρόταση για παραλαβή ιρανικού εμπλουτισμένου ουρανίου στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης.
Συνολικά, το σκηνικό παραμένει εξαιρετικά ρευστό, με τη διεθνή κοινότητα να αναζητά διέξοδο μέσω της διπλωματίας, την ώρα που ο κίνδυνος περαιτέρω κλιμάκωσης παραμένει ορατός και οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία γίνονται ολοένα και πιο αισθητές.
