Οι ηγέτες της παγκόσμιας ενεργειακής βιομηχανίας έχουν αιφνιδιαστεί από το μέγεθος των επιπτώσεων που έχει για τις δραστηριότητές τους ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν — και η εικόνα που αντικρίζουν δεν τους καθησυχάζει.
Είναι η δεύτερη φορά μέσα σε τέσσερα χρόνια που κορυφαίοι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου ανεβαίνουν στο βήμα του συνεδρίου CERAWeek της S&P Global, καλώντας τους παραγωγούς να αυξήσουν τις γεωτρήσεις για να καλύψουν τις διαταραχές στην προσφορά λόγω των αυξήσεων στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου που προκαλεί ο πόλεμος.
Ωστόσο, σε αντίθεση με τη συντονισμένη διεθνή αντίδραση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει συγκεντρώσει ελάχιστη στήριξη από συμμάχους και μοιάζει αποσπασματικός, όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, αφήνοντας την αγορά χωρίς σαφή κατεύθυνση.
«Δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο — δεν έχει υπάρξει διαταραχή τέτοιου μεγέθους στο παρελθόν», δήλωσε στο συνέδριο ο επικεφαλής οικονομολόγος της BP, Γκάρεθ Ράμσεϊ. «Είναι το σενάριο που κάθε αναλυτής πετρελαίου μελετά ή φοβάται περισσότερο — κάτι που ποτέ δεν πιστεύαμε ότι θα συμβεί».
Οι επιπτώσεις στην αγορά ενέργειας αποκτούν και πολιτική διάσταση. Η δημοτικότητα του Τραμπ υποχώρησε στο 36% εν μέσω της λαϊκής δυσαρέσκειας για τον πόλεμο και την εκτόξευση των τιμών καυσίμων, σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters που δημοσιεύθηκε την Τρίτη.
Η δυσαρέσκεια αυτή απειλεί να πλήξει τις προσπάθειες των Ρεπουμπλικανών να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές.

Στελέχη των μεγαλύτερων πετρελαϊκών εταιρειών εμφανίζονται περισσότερο ανήσυχα για το εύρος της διαταραχής στην προσφορά παρά ικανοποιημένα από την άνοδο των τιμών.
Ο πόλεμος έχει προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στις δραστηριότητες εταιρειών στη Μέση Ανατολή, ενώ ορισμένοι διευθύνοντες σύμβουλοι- όπως της Exxon Mobil και της Saudi Aramco - απουσίασαν από το συνέδριο, παρά τα αυξημένα κέρδη λόγω των υψηλών τιμών.
Για πολλούς στον κλάδο, ο πόλεμος μετέτρεψε τον χειρότερο φόβο τους σε πραγματικότητα: το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ.
Από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου που εξάγεται από τη Μέση Ανατολή.
Το Ιράν έχει στοχοποιήσει το πέρασμα, ενώ έχει καταστρέψει ή προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε μεγάλα διυλιστήρια, πεδία πετρελαίου και φυσικού αερίου και εγκαταστάσεις εξαγωγής στον Περσικό Κόλπο.
«Είναι το χειρότερο που έχω δει», δήλωσε ο Πολ Σάνκι, ανώτερος σύμβουλος στην Oliver Wyman και έμπειρος αναλυτής της αγοράς ενέργειας, αναφερόμενος στην αναταραχή που προκάλεσε αυτό που αποκάλεσε «Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου».
«Πώς αντικαθιστάς όλο αυτό το φυσικό αέριο, όλο αυτό το πετρέλαιο; Η λίστα δεν τελειώνει», πρόσθεσε.
Ο Λευκός Οίκος υποστήριξε ότι τα τάνκερ θα κινηθούν ξανά ελεύθερα μέσω του Στενού και οι τιμές ενέργειας θα υποχωρήσουν μόλις οι ΗΠΑ πετύχουν τους στρατιωτικούς τους στόχους.

«Ο πρόεδρος Τραμπ γνωρίζει ακριβώς τι κάνει και η ενεργειακή του ομάδα έχει λάβει σειρά μέτρων για να περιορίσει τις επιπτώσεις αυτών των βραχυπρόθεσμων διαταραχών», δήλωσε εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου.
«Μόλις ολοκληρωθούν οι στρατιωτικοί στόχοι και εξουδετερωθεί το ιρανικό καθεστώς, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα ρέουν πιο ελεύθερα από ποτέ και οι τιμές θα υποχωρήσουν γρήγορα».
Η ένταση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος ήταν εμφανής ακόμη και στο ίδιο το συνέδριο, καθώς αρκετοί από τους σημαντικότερους «παίκτες» της αγοράς απουσίαζαν.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Exxon Mobil, Ντάρεν Γουντς, και ο επικεφαλής της Saudi Aramco, Αμίν Νάσερ, δεν παρευρέθηκαν, επιλέγοντας να διαχειριστούν τις κρίσεις στις επιχειρήσεις τους. Στελέχη κρατικών πετρελαϊκών εταιρειών από το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα συμμετείχαν εξ αποστάσεως.
«Είμαστε εξοργισμένοι από αυτή την επίθεση», δήλωσε ο επικεφαλής της Kuwait Petroleum, Σέιχης Ναουάφ Αλ-Σαμπάχ, αναφερόμενος σε ιρανικά πλήγματα που έπληξαν μεγάλο διυλιστήριο. «Δεν πρόκειται μόνο για επίθεση στον Κόλπο, αλλά για ενέργεια που κρατά όμηρο την παγκόσμια οικονομία».
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ συναντώνται με στελέχη του κλάδου στο Χιούστον, εκφράζοντας αισιοδοξία ότι οι εταιρείες θα ανταποκριθούν στο κάλεσμα για αύξηση της παραγωγής.
«Οι αγορές λειτουργούν όπως λειτουργούν», δήλωσε ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ, σημειώνοντας ότι οι υψηλές τιμές θα ενθαρρύνουν νέες επενδύσεις.

Ωστόσο, σε ιδιωτικές συζητήσεις, στελέχη της βιομηχανίας πετρελαίου, φυσικού αερίου και επενδύσεων εκφράζουν αμφιβολίες για το αν οι ΗΠΑ μπορούν να περιορίσουν γρήγορα το Ιράν και ανησυχούν για τις επιπτώσεις στις επιχειρήσεις και την παγκόσμια οικονομία.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ConocoPhillips, Ράιαν Λανς, ανέφερε ότι οι συνομιλίες του με την κυβέρνηση επικεντρώνονται στην προστασία ενεργειακών υποδομών στη Μέση Ανατολή, ιδίως στο Κατάρ.
Aναλυτής επενδύσεων σημείωσε ότι οι traders αναγκάζονται να λαμβάνουν αποφάσεις με βάση αναρτήσεις του Τραμπ στα social media, οι οποίες συχνά αλλάζουν σύντομα μετά, προκαλώντας έντονες διακυμάνσεις στις τιμές.
Μέσα στις πρώτες τρεις εβδομάδες του πολέμου, η αγορά πετρελαίου κινήθηκε σε εύρος 40 δολαρίων.
Ο Ράμσεϊ της BP εξέφρασε αμφιβολίες για το αν οι παραγωγοί θα αυξήσουν την παραγωγή, χαρακτηρίζοντας τη μεταβλητότητα των τιμών «ανεπιθύμητη» για τον κλάδο.
«Στο άμεσο χρονικό διάστημα δεν υπάρχει καμία αντίδραση στην προσφορά», είπε. «Δεν υπάρχει καν δυνατότητα άμεσης αντίδρασης».
Ο Τζέφρι Πάιατ, πρώην επικεφαλής ενεργειακών θεμάτων στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υπογράμμισε ότι οι επενδύσεις στον κλάδο απαιτούν χρόνια και αποδίδουν σε βάθος δεκαετιών, καθιστώντας δύσκολη την άμεση προσαρμογή.

Αξιωματούχοι ανέφεραν ότι χώρες όπως η Βενεζουέλα και η Αλάσκα θα μπορούσαν να καλύψουν μέρος των απωλειών στην προσφορά, ωστόσο οι εταιρείες εμφανίζονται επιφυλακτικές λόγω πολιτικών και επενδυτικών κινδύνων.
Το μόνο βέβαιο, σύμφωνα με τον κλάδο, είναι ότι οι επιπτώσεις του πολέμου θα είναι μακροχρόνιες.
Εκτός από την ανάγκη ανοικοδόμησης υποδομών δισεκατομμυρίων, πολλές χώρες θα στραφούν σε εγχώριες πηγές ενέργειας για να μειώσουν την εξάρτηση από εισαγωγές.
Οι τιμές καυσίμων αναμένεται να παραμείνουν υψηλές ακόμη και μετά το τέλος των εχθροπραξιών, ενώ η κρίση ενδέχεται να δώσει νέα ώθηση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
«Θα δούμε αποθέματα να αυξάνονται — και αυτή τη φορά δεν θα είναι μόνο χαρτί υγείας», σχολίασε χαρακτηριστικά στέλεχος της αγοράς.
