Με ξεκάθαρο τόνο παρεμβαίνει η Washington Post, καλώντας τον Ντόναλντ Τραμπ να ανακοινώσει ότι πέτυχε τους στόχους του και να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις. Το κύριο άρθρο της ιστορικής εφημερίδας –που ανήκει στον Τζεφ Μπέζος της Amazon– αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς εκφράζει μια από τις πιο θεσμικές και ισχυρές φωνές του αμερικανικού κατεστημένου.
Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε σε πολεμικές ενέργειες κατά του Ιράν, γνώριζε ότι η Τεχεράνη είχε τη δυνατότητα να απαντήσει επηρεάζοντας τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές και μπλοκάροντας τα Στενά του Ορμούζ. Σήμερα, οι ΗΠΑ καλούνται να διαχειριστούν μια κρίση με σοβαρές επιπτώσεις για τη διεθνή οικονομία.
Ο Τραμπ εμφανίζεται ενοχλημένος με κράτη –συμμάχους και μη– που δεν συντάσσονται με τις πιέσεις του για επαναλειτουργία της κρίσιμης θαλάσσιας αρτηρίας, την οποία θεωρεί ότι κρατά «όμηρο» το ιρανικό καθεστώς. Έχει, μάλιστα, αφήσει αιχμές ότι η στάση αυτή μπορεί να επηρεάσει αρνητικά ακόμη και το μέλλον του ΝΑΤΟ.
Παρά τους ισχυρισμούς του ότι οι στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν έχουν ουσιαστικά εξουδετερωθεί, το ίδιο το αμερικανικό ναυτικό χαρακτηρίζει την περιοχή των Στενών ως εξαιρετικά επικίνδυνη, κάνοντας λόγο για μια «ζώνη θανάτου» όπου οι συνοδείες πλοίων δεν είναι ασφαλείς. Το ερώτημα που τίθεται είναι εύλογο: αν το Ιράν έχει ηττηθεί, γιατί η ισχυρότερη δύναμη στον κόσμο αδυνατεί να εξασφαλίσει μια θαλάσσια δίοδο μόλις 30 μιλίων;
Αν και οι ΗΠΑ διατηρούν πλήρη αεροπορική υπεροχή και μπορούν να επιτηρούν διαρκώς την περιοχή, αυτό δεν μεταφράζεται σε έλεγχο της θάλασσας. Οι ιρανικοί πύραυλοι είναι κρυμμένοι σε δύσβατες παράκτιες ζώνες και αξιοποιούν τακτικές αιφνιδιασμού, ενώ τα φθηνά drones τύπου Shahed μπορούν να κατασκευάζονται εύκολα και να εκτοξεύονται από πολλαπλά σημεία.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Πενταγώνου, η ασφαλής συνοδεία πλοίων δεν είναι άμεσα εφικτή. Μάλιστα, το Ιράν δεν χρειάζεται καν να επιτεθεί: η απλή υποψία ναρκοθέτησης ή ενεργών πυραυλικών συστημάτων αρκεί για να αποσύρουν οι ασφαλιστικές εταιρείες την κάλυψη, παραλύοντας έτσι την εμπορική ναυσιπλοΐα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εφημερίδα προτείνει ως πιο ρεαλιστική επιλογή την κήρυξη νίκης και την αποχώρηση. Με τη διακοπή των βομβαρδισμών, η Τεχεράνη θα στερηθεί αξιόπιστου προσχήματος για συνέχιση επιθέσεων στον Κόλπο. Παράλληλα, μια τέτοια απόφαση δεν θα παραποιούσε την πραγματικότητα.
Η Ουάσιγκτον έχει ήδη επιβάλει βαρύ πλήγμα στο ιρανικό καθεστώς, μειώνοντας δραστικά τις πυραυλικές του δυνατότητες και αποδυναμώνοντας την ηγεσία του. Διακόπτοντας τις επιχειρήσεις χωρίς επίσημη ειρηνευτική συμφωνία, ο Τραμπ διατηρεί την ευχέρεια επανέναρξης στρατιωτικής δράσης, ενώ αφήνει πίσω του ένα καθεστώς σε βαθιά κρίση.
Οι ιρανικές αρχές θα βρεθούν αντιμέτωπες με έναν εξασθενημένο στρατό, μια κατεστραμμένη οικονομία και έναν πληθυσμό που θα ζητά απαντήσεις για το τίμημα της σύγκρουσης.
Όπως επισημαίνεται, οι αεροπορικές επιχειρήσεις από μόνες τους δεν φέρνουν αλλαγή καθεστώτος. Το παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας το 1999 δείχνει ότι, αν και οι βομβαρδισμοί δεν ανέτρεψαν άμεσα τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, τον αποδυνάμωσαν αρκετά ώστε να ανατραπεί λίγο αργότερα από λαϊκή εξέγερση.
Ανάλογη δυναμική θα μπορούσε να διαμορφωθεί και στο Ιράν. Ένα καθεστώς που έχει υποστεί τόσο σοβαρό πλήγμα ενδέχεται να βρίσκεται σε τροχιά φθοράς.
Το συμπέρασμα της Washington Post είναι σαφές: ο Τραμπ δεν χρειάζεται να ολοκληρώσει ο ίδιος την ανατροπή. Αρκεί να σταματήσει κινήσεις που τον εκθέτουν ως ανήμπορο να διαχειριστεί την κατάσταση.
