Η υπόθεση αποκαλύφθηκε στο Σεν-Μισέλ-σιρ Μερτ, μια μικρή κοινότητα 1.700 κατοίκων, έπειτα από καταγγελία του τοπικού δημάρχου στις 28 Ιανουαρίου 2026, που ανησύχησε καθώς δεν είχε δει τη Λιλιάν Κουανσελέν για πάνω από τρία χρόνια. Η γυναίκα, γεννημένη το 1953, είχε τεθεί υπό την κηδεμονία των γιων της.
Οι δύο γιοι, ηλικίας 39 και 45 ετών, μαζί με τη σύντροφο του μεγαλύτερου, κατηγορούνται για βασανιστήρια που οδήγησαν σε θάνατο, απάτη και κατάχρηση τραπεζικών λογαριασμών. Σύμφωνα με τον εισαγγελέα του Επινάλ, Φρεντερίκ Ναόν, οι αρχικές εξηγήσεις τους ήταν αντικρουόμενες και μη αξιόπιστες.
Η μεγαλύτερη ανατριχιαστική αποκάλυψη αφορά τις συνθήκες αιχμαλωσίας της Λιλιάν Κουανσελέν. Οι κατηγορούμενοι την κρατούσαν κλειδωμένη στο δωμάτιο του μικρότερου γιου χωρίς ιατρική φροντίδα και με ελάχιστη τροφή, παρακολουθώντας την συνεχώς μέσω κάμερας συνδεδεμένης στα κινητά τους.
Ο μεγαλύτερος γιος περιέγραψε πώς η κατάσταση της μητέρας τους επιδεινώθηκε, φτάνοντας τα 30 κιλά, και παραδέχτηκε ότι είδε τον αδελφό του να τη ταρακουνάει, με αποτέλεσμα τον θάνατό της.
Αφού η γυναίκα πέθανε, τα αδέλφια έκρυψαν το πτώμα στο γκαράζ και στη συνέχεια το έθαψαν σε δάσος, ενώ συνέχισαν να χρησιμοποιούν τους τραπεζικούς λογαριασμούς της και να παίρνουν δάνεια στο όνομά της. Ακόμη, δήλωναν στους γύρω τους ότι η μητέρα τους ήταν ζωντανή και ότι πέρασαν μαζί τα Χριστούγεννα του 2026.
► Διαβάστε επίσης: Ανησυχία για φόλες στην Κρήτη – Πέντε περιστατικά μέσα σε λίγες ημέρες
Η υπόθεση αναδεικνύει ακραία σκληρότητα, οικογενειακή βία και απάτη που εκτυλίχθηκαν επί μήνες, θέτοντας σε σοβαρή δοκιμασία τις αρχές και την κοινότητα. Η δικαστική διερεύνηση συνεχίζεται, ενώ οι κατηγορούμενοι παραμένουν υπό κράτηση.
