Οι πραγματικοί «robocops» θα μπορούν να εντοπίζουν, να καταδιώκουν και να συλλαμβάνουν υπόπτους, σύμφωνα με τον καθηγητή Ίβαν Σαν από το Πανεπιστήμιο του Ντέλαγουερ.
Όπως εξηγεί, οι αστυνομικές δυνάμεις παγκοσμίως αντιμετωπίζουν αυξανόμενη εγκληματικότητα, πιο σύνθετα εγκληματικά δίκτυα και διαρκή μείωση προσωπικού, γεγονός που καθιστά την τεχνολογική ενίσχυση σχεδόν αναγκαία.
Ανθρωπόμορφα ρομπότ χρησιμοποιούνται ήδη στην Κίνα και, κατά τον ίδιο, η εξάπλωσή τους είναι θέμα χρόνου.
Έως το 2031, εκτιμά ότι οι ρομποτικοί αστυνομικοί θα διαθέτουν προηγμένα συστήματα αναγνώρισης προσώπου, θα μπορούν να καταδιώκουν υπόπτους για μεγάλες αποστάσεις χωρίς να κουράζονται και να τους ακινητοποιούν.
«Ο ουρανός είναι το όριο. Σκεφτείτε μια ληστεία – μπορούν να ελέγξουν πλήρως τη σκηνή», ανέφερε. «Μπορούν να σε κυνηγούν για πέντε μίλια χωρίς να εξαντληθούν.
Ταυτόχρονα, σαρώνουν τα βιομετρικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά του υπόπτου. Η τεχνητή τους νοημοσύνη μπορεί να ανιχνεύσει από απόσταση 200 μέτρων αν φέρει όπλο – κάτι που ένας άνθρωπος αστυνομικός δεν μπορεί να κάνει».
Αν και πιθανότατα θα συνοδεύονται από ανθρώπινο αστυνομικό, θεωρεί ότι θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμα σε επικίνδυνες καταστάσεις, όπως σε ένοπλες συμπλοκές ή καταδιώξεις υψηλής ταχύτητας.
«Δεν είναι πια θέμα φαντασίας, έρχεται», τόνισε, προβλέποντας ότι σύντομα θα αναλαμβάνουν κανονικά καθήκοντα επιβολής του νόμου.
Παράλληλα, οι ανθρώπινοι αστυνομικοί ενδέχεται να εξοπλιστούν με κράνη ενισχυμένα με τεχνητή νοημοσύνη, τα οποία σε κρίσιμες στιγμές θα μπορούν να αναλύουν δεδομένα και να αξιολογούν ακόμη και το «αν πρέπει να πυροβολήσουν ή όχι».

Ωστόσο, ο καθηγητής προειδοποιεί ότι πριν ενσωματωθούν οι «robocops» στις τοπικές κοινωνίες, πρέπει να συζητηθούν εκτενώς νομικά, ηθικά και ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Στο πλαίσιο έρευνας που διεξάγει διεθνώς – συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου – παρουσιάζει σε αστυνομικούς δύο σενάρια: ένα «υπηρεσιακό» ρομπότ που βοηθά σε δημόσιες σχέσεις και κοινοτική αστυνόμευση, και ένα «ρομπότ καταπολέμησης εγκλήματος» που καταδιώκει και συλλαμβάνει υπόπτους.
Εκτιμά ότι στις δυτικές χώρες η προτίμηση θα στραφεί προς τα δεύτερα, καθώς «μειώνουν τον κίνδυνο και την απρόβλεπτη φύση των περιστατικών».
Ήδη, διάφορες χώρες δοκιμάζουν τέτοια συστήματα. Στη Σιγκαπούρη, το ρομπότ Xavier περιπολεί δημόσιους χώρους εντοπίζοντας «ανεπιθύμητες κοινωνικές συμπεριφορές», όπως το κάπνισμα, και ειδοποιεί ανθρώπινους αστυνομικούς.
Στην Κίνα, ρομπότ όπως το AnBot έχουν ενσωματωθεί σε συστήματα ασφαλείας για επιτήρηση, ταυτοποίηση και περιπολίες σε συγκοινωνιακούς κόμβους. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ρομπότ χρησιμοποιούνται κυρίως σε ρόλους εξυπηρέτησης, όπως η υποδοχή τουριστών και η παροχή πολύγλωσσης υποστήριξης σε μεγάλες διοργανώσεις.
Μελέτη του καθηγητή Σαν, που δημοσιεύθηκε στο Asian Journal of Criminology, επισημαίνει ότι, εν μέσω αυξανόμενων απαιτήσεων από τις διωκτικές αρχές και της πολυπλοκότητας του εγκλήματος, πολλές χώρες – μεταξύ αυτών η Κίνα, οι ΗΠΑ, η Σιγκαπούρη και τα ΗΑΕ – έχουν ήδη πιλοτικά εφαρμόσει ρομποτικά συστήματα με διαφορετικά επίπεδα αυτονομίας.
Αν και η χρήση τους παραμένει «σε μεγάλο βαθμό συμβολική», εκτιμάται ότι αυτό θα αλλάξει γρήγορα καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται.
Η ανάπτυξη ρομποτικών αστυνομικών, σημειώνεται, αποτελεί «νέο σύνορο» στον τεχνολογικό μετασχηματισμό της αστυνόμευσης, με στόχο την ενίσχυση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας, της ασφάλειας των αστυνομικών και – τελικά – της δημόσιας ασφάλειας.
Ο καθηγητής παρουσίασε την έρευνά του στο συνέδριο της Αμερικανικής Ένωσης για την Πρόοδο της Επιστήμης (AAAS) στο Φοίνιξ της Αριζόνα, υποστηρίζοντας ότι τα ρομπότ θα μπορούσαν «να κάνουν τη δουλειά τριών αστυνομικών» χωρίς διαλείμματα ή ανάγκη για ξεκούραση – μια προοπτική που ανοίγει μεγάλες δυνατότητες, αλλά και εξίσου μεγάλες συζητήσεις.
