Οι δημιουργοί εφαρμογών για κινητά που βοηθούν τους καταναλωτές να αναγνωρίζουν και να αποφεύγουν αμερικανικά προϊόντα δηλώνουν ότι κατέγραψαν απότομη αύξηση του ενδιαφέροντος στη Δανία και αλλού, μετά την πρόσφατη όξυνση των εντάσεων γύρω από τις βλέψεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για τη Γροιλανδία.
Ο δημιουργός της εφαρμογής «Made O’Meter», Ίαν Ρόζενφελντ, ανέφερε ότι στο αποκορύφωμα της διατλαντικής διπλωματικής κρίσης, στα τέλη Ιανουαρίου, καταγράφηκαν περίπου 30.000 λήψεις της δωρεάν εφαρμογής μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, από ένα σύνολο άνω των 100.000 λήψεων από τον Μάρτιο, όταν και κυκλοφόρησε.
Οι εφαρμογές προσφέρουν πρακτική βοήθεια
Ο Ρόζενφελντ, που ζει στην Κοπεγχάγη και εργάζεται στον χώρο του ψηφιακού μάρκετινγκ, αποφάσισε να δημιουργήσει την εφαρμογή πριν από έναν χρόνο, αφού εντάχθηκε σε ομάδα στο Facebook με Δανούς που επιθυμούσαν να μποϊκοτάρουν αμερικανικά προϊόντα.
«Πολλοί άνθρωποι ήταν απογοητευμένοι και αναρωτιόνταν: “πώς το κάνουμε αυτό στην πράξη;”», θυμάται ο 53χρονος.
«Ακόμη κι αν χρησιμοποιείς σαρωτή barcode, είναι δύσκολο να καταλάβεις αν ένα προϊόν είναι πραγματικά αμερικανικό ή δανέζικο. Κι αν δεν το γνωρίζεις αυτό, δεν μπορείς να κάνεις συνειδητή επιλογή».

Η πιο πρόσφατη έκδοση του Made O’Meter χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για να αναγνωρίζει και να αναλύει ταυτόχρονα πολλά προϊόντα, προτείνοντας αντίστοιχες ευρωπαϊκές εναλλακτικές.
Οι χρήστες μπορούν να ορίζουν προτιμήσεις, όπως «καμία μάρκα αμερικανικής ιδιοκτησίας» ή «μόνο μάρκες με έδρα την ΕΕ». Η εφαρμογή ισχυρίζεται ότι έχει ακρίβεια άνω του 95%.
«Με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, μπορείς να τραβήξεις μια φωτογραφία ενός προϊόντος και το σύστημα να κάνει εις βάθος έλεγχο για να εντοπίσει σωστές πληροφορίες σε πολλά επίπεδα», δήλωσε ο Ρόζενφελντ στο ΑP , κατά τη διάρκεια επίδειξης σε σούπερ μάρκετ της Κοπεγχάγης. «Έτσι αποκτάς δεδομένα που σου επιτρέπουν να αποφασίσεις τι θεωρείς σωστό».
«Απώλεια συμμάχου»
Μετά το αρχικό κύμα ενδιαφέροντος κατά την κυκλοφορία της εφαρμογής, η χρήση της μειώθηκε. Μέχρι τον περασμένο μήνα, όταν ο Τραμπ ενέτεινε τη ρητορική του περί ανάγκης απόκτησης της Γροιλανδίας - ενός στρατηγικής σημασίας και πλούσιου σε ορυκτά αρκτικού νησιού, που αποτελεί ημιαυτόνομη περιοχή της Δανίας.
Η χρήση κορυφώθηκε στις 23 Ιανουαρίου, όταν καταγράφηκαν σχεδόν 40.000 σαρώσεις προϊόντων σε μία ημέρα, έναντι περίπου 500 ημερησίως το περασμένο καλοκαίρι.
Έκτοτε μειώθηκε, ωστόσο παρέμεναν περίπου 5.000 σαρώσεις την ημέρα αυτή την εβδομάδα, σύμφωνα με τον Ρόζενφελντ, ο οποίος σημείωσε ότι η εφαρμογή χρησιμοποιείται από περισσότερους από 20.000 ανθρώπους στη Δανία, αλλά και από χρήστες στη Γερμανία, την Ισπανία, την Ιταλία και ακόμη και τη Βενεζουέλα.

«Έχει γίνει πολύ πιο προσωπικό», ανέφερε, μιλώντας για την αίσθηση «απώλειας ενός συμμάχου και φίλου».
Ο Τραμπ ανακοίνωσε τον Ιανουάριο ότι θα επέβαλλε νέους δασμούς στη Δανία και σε επτά ακόμη ευρωπαϊκές χώρες που αντιτάχθηκαν στις δηλώσεις του για την εξαγορά της Γροιλανδίας, για να αποσύρει ωστόσο αιφνιδιαστικά τις απειλές, λέγοντας ότι επετεύχθη ένα «πλαίσιο συμφωνίας» για την πρόσβαση στα ορυκτά του νησιού, με τη μεσολάβηση του ΝΑΤΟ.
Λεπτομέρειες της συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστές.
Στα τέλη Ιανουαρίου, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τεχνικές συνομιλίες για μια συμφωνία ασφάλειας στην Αρκτική με τη Δανία και τη Γροιλανδία, οι οποίες τονίζουν ότι η κυριαρχία δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση.
Ο Ρόζενφελντ παραδέχεται ότι τέτοια μποϊκοτάζ δεν πρόκειται να πλήξουν ουσιαστικά την αμερικανική οικονομία, ωστόσο ελπίζει ότι θα σταλεί ένα μήνυμα προς τα σούπερ μάρκετ και θα ενισχυθεί η στροφή σε ευρωπαϊκούς παραγωγούς.
«Ίσως μπορέσουμε να στείλουμε ένα σήμα, να ακουστούμε και να αλλάξει κάτι», πρόσθεσε.
Μια διαμαρτυρία κυρίως συμβολικού χαρακτήρα
Μια άλλη δανέζικη εφαρμογή, το «NonUSA», ξεπέρασε τις 100.000 λήψεις στις αρχές Φεβρουαρίου.
Ένας από τους δημιουργούς της, ο 21χρονος Γιόνας Πίπερ, δήλωσε ότι μόνο στις 21 Ιανουαρίου καταγράφηκαν πάνω από 25.000 λήψεις, ενώ κάποια στιγμή πραγματοποιούνταν 526 σαρώσεις προϊόντων το λεπτό. Περίπου 46.000 χρήστες βρίσκονται στη Δανία και γύρω στους 10.000 στη Γερμανία.
«Παρατηρήσαμε ότι ορισμένοι χρήστες ένιωσαν πως έφυγε από πάνω τους ένα μέρος της πίεσης», είπε ο Πίπερ. «Ένιωσαν ότι ανέκτησαν, έστω και λίγο, τον έλεγχο της κατάστασης».
Το κατά πόσο τέτοιες εφαρμογές μπορούν να έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο παραμένει αμφίβολο.
Η Χριστίνα Γκράβερτ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, σημείωσε ότι στα δανέζικα σούπερ μάρκετ υπάρχουν στην πραγματικότητα λίγα αμερικανικά προϊόντα, «περίπου 1% έως 3%», όπως ξηροί καρποί, κρασιά και γλυκίσματα.
Αντίθετα, η χρήση αμερικανικής τεχνολογίας είναι εκτεταμένη, από τα iPhone της Apple μέχρι τα εργαλεία της Microsoft.
«Αν θέλει κανείς πραγματικά να έχει αντίκτυπο, από εκεί θα έπρεπε να ξεκινήσει», είπε.
Άλλωστε, ακόμη και οι εφαρμογές Made O’Meter και NonUSA διατίθενται μέσω του App Store της Apple και του Play Store της Google.
Η Γκράβερτ, που ειδικεύεται στη συμπεριφορική οικονομία, σημείωσε ότι τέτοιες εκστρατείες μποϊκοτάζ είναι συνήθως βραχύβιες και ότι η πραγματική αλλαγή απαιτεί συχνά οργανωμένες πρωτοβουλίες και όχι μεμονωμένες καταναλωτικές επιλογές.

«Θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον αν μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ αποφάσιζαν να σταματήσουν τη διάθεση συγκεκριμένων προϊόντων, επειδή οι καταναλωτές δεν τα θέλουν», είπε. «Σε επίπεδο μεγάλων εταιρειών, αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τις εισαγωγές».
Σε πρόσφατη επίσκεψη σε σούπερ μάρκετ της Κοπεγχάγης, οι απόψεις των καταναλωτών διίσταντο.
«Μποϊκοτάρουμε, αλλά δεν γνωρίζουμε όλα τα αμερικανικά προϊόντα. Οπότε περιοριζόμαστε κυρίως στα γνωστά σήματα», είπε ο 68χρονος συνταξιούχος αξιωματικός του ναυτικού, Μόρτεν Νίλσεν. «Είναι περισσότερο ένα προσωπικό συναίσθημα… νιώθουμε ότι κάνουμε κάτι, αν και ξέρουμε πως δεν κάνουμε πολλά».
Αντίθετα, η 63χρονη συνταξιούχος Σαρλότ Φούγκλσανγκ δήλωσε: «Αγαπώ την Αμερική, μου αρέσει να ταξιδεύω εκεί. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να διαμαρτυρόμαστε με αυτόν τον τρόπο».
