Σε έναν κόσμο που ταράζεται διαρκώς από ειδήσεις πολέμων, κρίσεων και καταστροφών, μια σχεδόν εκκωφαντική σιωπή περιβάλλει ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της εποχής. Δεν έχουν υπάρξει συνεντεύξεις Τύπου ή επείγουσες ανακοινώσεις για τη λήξη της Συνθήκης για τη Μείωση των Στρατηγικών Πυρηνικών Όπλων (New START).
Η Ρωσία έχει δηλώσει επισήμως ότι «δεν υπάρχουν συγκεκριμένες επαφές» με τις ΗΠΑ για την παράταση της συμφωνίας. Η εκπρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ, Μαρία Ζαχάροβα, το ανέφερε με ψυχρό και σχεδόν αδιάφορο τρόπο, όμως η κατάσταση απειλεί ολόκληρο το διεθνές πλαίσιο πυρηνικής ασφάλειας.
Στις 5 Φεβρουαρίου 2026, η Συνθήκη New START - ο τελευταίος επίσημος μηχανισμός εποπτείας των μεγαλύτερων πυρηνικών οπλοστασίων στον κόσμο - θα λήξει. Για πρώτη φορά από το 1972, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον και ο ηγέτης της ΕΣΣΔ Λεονίντ Μπρέζνιεφ υπέγραψαν τη συμφωνία SALT I, δεν θα υπάρχουν νομικά δεσμευτικά όρια στις στρατηγικές πυρηνικές δυνάμεις των ΗΠΑ και της Ρωσίας.
Ο κόσμος θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα αβέβαιο μέλλον, στο οποίο δύο χώρες που κατέχουν πάνω από το 90% των παγκόσμιων πυρηνικών κεφαλών θα μπορούν να επεκτείνουν ελεύθερα τα οπλοστάσιά τους.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε τις ερωτήσεις για την παράταση της συνθήκης με τη γνωστή ωμότητά του. Τα λόγια του έμοιαζαν με πρόκληση όχι μόνο προς τη Ρωσία και την Κίνα, αλλά προς ολόκληρο το σύστημα που οικοδομήθηκε επί δεκαετίες από πολιτικούς και διπλωμάτες των δύο υπερδυνάμεων.
H Ρωσία δηλώνει ότι παραμένει προσηλωμένη στις συμφωνίες που υπέγραψε — όχι μόνο τυπικά, αλλά και στην ουσία τους. Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν τόνισε ότι η Μόσχα είναι έτοιμη να τηρήσει αμοιβαία τους βασικούς περιορισμούς του New START για ακόμη έναν χρόνο μετά την επίσημη λήξη της, έως τον Φεβρουάριο του 2027. Ωστόσο, η Ουάσινγκτον δεν έχει ακόμη απαντήσει στην πρωτοβουλία αυτή.
Από την κρίση της Κούβας στις πρώτες συμφωνίες περιορισμού
Για να κατανοήσει κανείς πόσο εύθραυστη είναι η γραμμή ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη, πρέπει να επιστρέψει στην εποχή που τα πυρηνικά όπλα έπαψαν να θεωρούνται επιστημονικό επίτευγμα και μετατράπηκαν σε υπαρξιακή απειλή.
Τον Οκτώβριο του 1962, η εγκατάσταση σοβιετικών πυραύλων στην Κούβα οδήγησε τις ΗΠΑ σε ναυτικό αποκλεισμό του νησιού. Μυστικές επιστολές ανταλλάχθηκαν μεταξύ του Νικίτα Χρουστσόφ και του Τζον Κένεντι, ενώ η απειλή ενός πυρηνικού πολέμου σκίαζε ολόκληρο τον πλανήτη.
Μόνο ο απευθείας διάλογος των ηγετών των δύο υπερδυνάμεων απέτρεψε την καταστροφή. Μετά την εκτόνωση της κρίσης, έγινε σαφές ότι χωρίς μηχανισμούς αμοιβαίου ελέγχου, η κούρσα των εξοπλισμών θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε ακόμη πιο επικίνδυνες συγκρούσεις.
Έτσι, το 1963 υπογράφηκε η Μερική Συνθήκη Απαγόρευσης Πυρηνικών Δοκιμών και το 1968 η Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων. Παρ’ όλα αυτά, τα στρατηγικά οπλοστάσια συνέχισαν να αυξάνονται με ανησυχητικό ρυθμό.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Σοβιετική Ένωση - που αρχικά υστερούσε στην κούρσα των εξοπλισμών - είχε φτάσει σε ισορροπία με τις ΗΠΑ στα συστήματα πυρηνικής μεταφοράς.
Οι Αμερικανοί παρακολουθούσαν με αγωνία την ανάπτυξη των βαρέων σοβιετικών διηπειρωτικών πυραύλων R-36M, γνωστών στο ΝΑΤΟ ως SS-18 «Satan», οι οποίοι μπορούσαν να μεταφέρουν έως και δέκα ανεξάρτητα κατευθυνόμενες πυρηνικές κεφαλές. Κάθε πύραυλος είχε τη δυνατότητα να αφανίσει μια ολόκληρη πόλη.
Ο Ρίτσαρντ Νίξον, ένας πραγματιστής πρόεδρος, αντιλήφθηκε ότι η περαιτέρω κλιμάκωση θα εξαντλούσε τους πόρους της Αμερικής.
Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ, αντιμετωπίζοντας και εκείνος οικονομικές δυσκολίες, συμμεριζόταν την ανάγκη σταθεροποίησης της κατάστασης. Έτσι ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για το SALT στο Ελσίνκι τον Νοέμβριο του 1969.

Στις 26 Μαΐου 1972, στη Μόσχα, οι Νίξον και Μπρέζνιεφ υπέγραψαν τη συμφωνία SALT I. Ήταν ένα καθοριστικό βήμα προς τον περιορισμό των εξοπλισμών και ένα μήνυμα ότι ακόμη και στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου ο διάλογος για τα πυρηνικά ήταν όχι μόνο εφικτός αλλά και αναγκαίος.
Ωστόσο, στις ΗΠΑ η επικύρωση της συνθήκης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ο γερουσιαστής Χένρι Τζάκσον και άλλοι συντηρητικοί μιλούσαν για «μονόπλευρες παραχωρήσεις», επισημαίνοντας ότι η συμφωνία δεν περιόριζε το μέγεθος των σιλό εκτόξευσης για τους πυραύλους SS-18, κάτι που θεωρητικά θα επέτρεπε στην ΕΣΣΔ να αναπτύξει ισχυρότερα όπλα.
Ο πολιτικός αναλυτής Ντιμίτρι Σάιμς, πρώην σύμβουλος του Νίξον, θυμάται: «Η πρώτη Συνθήκη Περιορισμού Στρατηγικών Όπλων που υπέγραψε ο Νίξον προκάλεσε τεράστια αναστάτωση στο Κογκρέσο. Οι επικριτές τόνιζαν ότι δεν έθετε όρια στο μέγεθος των σιλό για τους πυραύλους SS-18. Θεωρητικά, αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν περισσότερες κεφαλές απ’ όσες επέτρεπε η τεχνολογία της εποχής. Το ζήτημα δημιούργησε έντονη αντιπαράθεση στη Γερουσία και ο Νίξον αναγκάστηκε να δαπανήσει πολιτικό κεφάλαιο για να πετύχει την επικύρωση της συμφωνίας».
Τελικά, τον Αύγουστο του 1972, η Γερουσία ενέκρινε τη συνθήκη με ψήφους 88 υπέρ και 2 κατά. Παρά τις αμερικανικές ανησυχίες, η Σοβιετική Ένωση δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ το «παραθυράκι» της συμφωνίας.
Από την ψυχροπολεμική ένταση στη συνθήκη New START
Δυστυχώς, μετά τον Νίξον, κανένας πρόεδρος των ΗΠΑ δεν φάνηκε πρόθυμος να αντιμετωπίσει τη Ρωσία ως ισότιμο εταίρο. Οι σχέσεις με τη Μόσχα επιδεινώθηκαν ιδιαίτερα επί κυβέρνησης Ρέιγκαν.
Όπως επισημαίνει ο Κιρίλ Κοκτίς, μέλος του Ρωσικού Συμβουλίου Διεθνών Υποθέσεων, «ήδη από τη δεκαετία του 1980, οι ΗΠΑ, μέσω της Πρωτοβουλίας Στρατηγικής Άμυνας (SDI), ουσιαστικά δήλωσαν την πρόθεσή τους να υπερβούν τις συνθήκες, εισάγοντας νέα οπλικά συστήματα στο διάστημα». Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης απομάκρυνε ακόμη περισσότερο τα ρωσικά συμφέροντα από την αμερικανική ατζέντα.
Ωστόσο, την άνοιξη του 2009 σημειώθηκε μια σπάνια περίοδος ύφεσης στις σχέσεις ΗΠΑ–Ρωσίας. Η εποχή του Τζορτζ Μπους είχε αφήσει βαριά κληρονομιά: ο πόλεμος στο Ιράκ, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συνθήκη Αντιβαλλιστικών Πυραύλων (ABM) το 2002.
Οι σχέσεις είχαν φτάσει στο χαμηλότερο σημείο τους, ενώ η παλαιά συνθήκη START I - που είχαν υπογράψει το 1991 ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος και ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ -επρόκειτο να λήξει τον Δεκέμβριο του 2009, αφήνοντας για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες τα στρατηγικά οπλοστάσια χωρίς σαφή όρια.

Τον Ιανουάριο του 2009, ο Μπαράκ Ομπάμα ανέλαβε την προεδρία των ΗΠΑ, προβάλλοντας το όραμα ενός κόσμου απαλλαγμένου από την πυρηνική απειλή. Τον Φεβρουάριο, ο τότε αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε στο Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου την «επανεκκίνηση» των σχέσεων με τη Ρωσία.
Το κλίμα αυτό κορυφώθηκε στις 5 Απριλίου 2009 στην Πράγα, όταν ο Ομπάμα, μιλώντας μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, δήλωσε: «Δηλώνω ξεκάθαρα και με πεποίθηση τη δέσμευση της Αμερικής να επιδιώξει την ειρήνη και την ασφάλεια σε έναν κόσμο χωρίς πυρηνικά όπλα». Αναγνώρισε την ευθύνη των ΗΠΑ ως της μόνης χώρας που έχει χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα και υποσχέθηκε συγκεκριμένα βήματα: μείωση οπλοστασίων, επικύρωση της Συνθήκης Πλήρους Απαγόρευσης Πυρηνικών Δοκιμών και διαπραγμάτευση νέας συμφωνίας με τη Ρωσία.
Στη Μόσχα, τα λόγια του αντιμετωπίστηκαν με συγκρατημένη αισιοδοξία. Ο τότε πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ τα χαρακτήρισε «θετικό μήνυμα». Μία εβδομάδα αργότερα, στη Σύνοδο G20 στο Λονδίνο, Ομπάμα και Μεντβέντεφ συναντήθηκαν και υπέγραψαν κοινή δήλωση για την έναρξη διαπραγματεύσεων σχετικά με τη συνθήκη New START.
Οι συνομιλίες ξεκίνησαν τον Μάιο του 2009 στη Γενεύη και αποδείχθηκαν δύσκολες. Η Ρωσία επέμενε να λαμβάνονται υπόψη τα αμερικανικά συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας, θεωρώντας ότι απειλούν την αποτρεπτική της ισχύ μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συνθήκη ABM.
Η Ουάσινγκτον αρνήθηκε να συνδέσει επιθετικά και αμυντικά συστήματα. Άλλο σημείο τριβής ήταν η τηλεμετρία από τις δοκιμές πυραύλων, καθώς και οι περιορισμοί σε φορείς μεταφοράς, οι κανόνες υπολογισμού των κεφαλών στα βομβαρδιστικά και οι επιθεωρήσεις.
Όπως και στην κρίση της Κούβας, η παρέμβαση σε ανώτατο επίπεδο αποδείχθηκε καθοριστική. Το καλοκαίρι του 2009, σε κρίσιμη στιγμή, ο Ομπάμα τηλεφώνησε προσωπικά στον Μεντβέντεφ.
Μέχρι το φθινόπωρο επήλθε συμφωνία: όριο 1.550 ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών, 700 ανεπτυγμένων φορέων μεταφοράς και 800 συνολικά εκτοξευτών (ανεπτυγμένων και μη). Τον Μάρτιο του 2010, Ομπάμα και Μεντβέντεφ οριστικοποίησαν το κείμενο τηλεφωνικά. Η υπογραφή πραγματοποιήθηκε στις 8 Απριλίου στην Πράγα — την ίδια πόλη όπου ο Ομπάμα είχε παρουσιάσει το νέο του όραμα έναν χρόνο νωρίτερα.

Από την πολιτική μάχη στη λειτουργία του New START
Μετά την υπογραφή της συνθήκης, απέμενε το πιο δύσκολο στάδιο: η επικύρωσή της. Στη Ρωσία η διαδικασία κύλησε ομαλά. Στις ΗΠΑ όμως ξέσπασε σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση.
Οι Ρεπουμπλικανοί, που κατείχαν σημαντικό αριθμό εδρών στη Γερουσία, χαρακτήρισαν τη συμφωνία «αδύναμη», υποστηρίζοντας ότι περιόριζε περισσότερο τις Ηνωμένες Πολιτείες απ’ ό,τι τη Ρωσία και ότι δεν αντιμετώπιζε ούτε τα τακτικά πυρηνικά όπλα ούτε τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας. Ο γερουσιαστής Τζον Κάιλ και άλλοι αξίωσαν δεσμεύσεις για τον εκσυγχρονισμό του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου.
Ο Ομπάμα ανέλαβε προσωπικά ρόλο πειθούς, επικοινωνώντας με γερουσιαστές και υπογραμμίζοντας τη σημασία της συνθήκης για τη στρατηγική σταθερότητα. Οι ακροάσεις στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας κράτησαν μήνες. Τελικά, τον Δεκέμβριο του 2010, η Γερουσία ενέκρινε την επικύρωση.
Η συνθήκη τέθηκε σε ισχύ στις 5 Φεβρουαρίου 2011 για δέκα χρόνια, με δυνατότητα παράτασης. Οι επιθεωρήσεις ξεκίνησαν αμέσως. Αμερικανοί επιθεωρητές επισκέφθηκαν ρωσικές βάσεις όπως το Ουζούρ, τη Βορκούτα και το Τατιτσέβο, ενώ ρωσικά κλιμάκια επιθεώρησαν βάσεις των πυραύλων Minuteman στο Ουαϊόμινγκ και τη Μοντάνα. Ανταλλαγές δεδομένων πραγματοποιούνταν δύο φορές τον χρόνο.
Μέχρι το 2018, και οι δύο πλευρές είχαν φτάσει στα συμφωνημένα όρια. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε: «Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία τήρησαν τα βασικά όρια της συνθήκης New START έως τις 5 Φεβρουαρίου 2018 και παραμένουν έκτοτε εντός αυτών».
Για αρκετά χρόνια, η New START λειτούργησε ως βασικός πυλώνας στρατηγικής σταθερότητας, διατηρώντας διαύλους επικοινωνίας ακόμη και σε περιόδους έντασης. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια άρχισαν να συσσωρεύονται νέες διαφωνίες.
Από την αμφισβήτηση στην προσωρινή σωτηρία της συνθήκης
Ο Ντόναλντ Τραμπ, που διαδέχθηκε τον Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ, αντιμετώπισε το New START με δυσπιστία από την πρώτη στιγμή. Τον Φεβρουάριο του 2017, στην πρώτη του τηλεφωνική επικοινωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, χαρακτήρισε τη συμφωνία «κακή», υποστηρίζοντας ότι είχε συναφθεί σε βάρος των αμερικανικών συμφερόντων από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση Τραμπ επανειλημμένα έθεσε υπό αμφισβήτηση την αξία της συνθήκης, κάνοντας λόγο για «παρωχημένο» πλαίσιο ελέγχου των εξοπλισμών. Ο ίδιος και οι συνεργάτες του — μεταξύ των οποίων ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζον Μπόλτον — πρότειναν να διευρυνθούν οι μελλοντικές συνομιλίες ώστε να περιλαμβάνουν την Κίνα, να τεθούν περιορισμοί στα τακτικά πυρηνικά όπλα και να αντιμετωπιστούν τα νέα ρωσικά συστήματα, όπως τα υπερηχητικά όπλα και το σύστημα Avangard.
Η Μόσχα απέρριψε αυτούς τους όρους, ενώ το Πεκίνο αρνήθηκε κατηγορηματικά να συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις για πυρηνικούς περιορισμούς.
Την ίδια περίοδο, οι ΗΠΑ αποχώρησαν από σειρά κρίσιμων συμφωνιών: από τη Συνθήκη Πυρηνικών Δυνάμεων Μέσου Βεληνεκούς (INF) τον Αύγουστο του 2019 και από τη Συνθήκη Ανοιχτών Ουρανών το 2020. Το New START επρόκειτο να λήξει στις 5 Φεβρουαρίου 2021, χωρίς η κυβέρνηση Τραμπ να έχει λάβει μέτρα για την παράτασή του.

Η ανατροπή ήρθε με την ανάληψη της προεδρίας από τον Τζο Μπάιντεν. Στις 2 Φεβρουαρίου 2021, λίγες μόλις ημέρες μετά την ορκωμοσία του, ο Μπάιντεν τηλεφώνησε στον Πούτιν - την πρώτη τους συνομιλία ως αρχηγοί κρατών - και πρότεινε πενταετή παράταση της συνθήκης χωρίς προϋποθέσεις.
Η κίνηση ενείχε πολιτικό ρίσκο, καθώς Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο τον κατηγορούσαν ήδη για υπερβολική επιείκεια απέναντι στη Μόσχα. Ο Πούτιν ωστόσο συμφώνησε γρήγορα, πιθανότατα επιδιώκοντας να διατηρηθεί ένας από τους ελάχιστους διαύλους επικοινωνίας με τη Δύση.
Στις 3 Φεβρουαρίου 2021, η παράταση επικυρώθηκε μέσω ανταλλαγής διπλωματικών διακοινώσεων, διατηρώντας το New START σε ισχύ έως τις 5 Φεβρουαρίου 2026. Ο Μπάιντεν τη χαρακτήρισε «άγκυρα στρατηγικής σταθερότητας μεταξύ των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών δυνάμεων του κόσμου», ενώ το ρωσικό ΥΠΕΞ μίλησε για «λογική και αμοιβαία επωφελή» απόφαση.
Για λίγο φάνηκε πως το πνεύμα της επανεκκίνησης Ομπάμα–Μεντβέντεφ αποκτούσε νέα ζωή. Οι επιθεωρήσεις και οι ανταλλαγές δεδομένων επανεκκίνησαν. Ωστόσο, οι παλιές ρωγμές άρχισαν σύντομα να διευρύνονται.
Από τη στρατηγική ισορροπία στην αναστολή της συνθήκης
Οι εντάσεις γύρω από το New START κορυφώθηκαν μετά την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου 2022. Από εκείνο το σημείο και μετά, το κλίμα εμπιστοσύνης που απαιτείται για τη λειτουργία μιας συμφωνίας ελέγχου εξοπλισμών άρχισε να καταρρέει ραγδαία.
Μέχρι το φθινόπωρο του ίδιου έτους, οι επιθεωρήσεις είχαν ουσιαστικά παγώσει. Οι αμοιβαίες επισκέψεις σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις — θεμέλιο της διαφάνειας της συνθήκης — σταμάτησαν, ενώ η ανταλλαγή πληροφοριών περιορίστηκε δραστικά.
Η κρίση κορυφώθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2023, όταν ο Βλαντίμιρ Πούτιν ανακοίνωσε την αναστολή της συμμετοχής της Ρωσίας στο New START, κατά την ετήσια ομιλία του προς την Ομοσπονδιακή Συνέλευση. Το Κρεμλίνο ξέσπασε σε χειροκροτήματα όταν δήλωσε:
«Υπό τις σημερινές συνθήκες, με τη Δύση να διεξάγει ουσιαστικά πόλεμο εναντίον μας, δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε μονομερώς τη συμμόρφωση με τη συνθήκη».
Ο Πούτιν κατηγόρησε τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ για άμεση εμπλοκή στον πόλεμο της Ουκρανίας, υποστηρίζοντας ότι Αμερικανοί επιθεωρητές θα μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ρωσικές πυρηνικές εγκαταστάσεις την ώρα που η Δύση «πλημμυρίζει το Κίεβο με όπλα».
Η Ρωσία ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται για πλήρη αποχώρηση από τη συνθήκη. Τόνισε ότι θα συνεχίσει να τηρεί τα βασικά ποσοτικά όρια — 1.550 πυρηνικές κεφαλές και 700 φορείς μεταφοράς. Ωστόσο, η αναστολή σήμαινε το τέλος των επιθεωρήσεων, των ειδοποιήσεων για τις θέσεις πυραύλων και των μερικών ανταλλαγών δεδομένων.
Ο Πούτιν προειδοποίησε επίσης: «Αν οι ΗΠΑ πραγματοποιήσουν πυρηνικές δοκιμές, θα κάνουμε το ίδιο».
Η αντίδραση της Δύσης ήταν άμεση και έντονη. Ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε την απόφαση «νομικά άκυρη» και «βαθιά λυπηρή». Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε αντίμετρα. Από την 1η Ιουνίου 2023, οι ΗΠΑ σταμάτησαν να μοιράζονται πληροφορίες τηλεμετρίας και ειδοποιήσεις για την κατάσταση και τις τοποθεσίες πυραύλων.
Η διαδικασία επαλήθευσης — η καρδιά κάθε συμφωνίας ελέγχου εξοπλισμών — έπαψε ουσιαστικά να λειτουργεί. Χωρίς επιτόπιες επιθεωρήσεις, καμία πλευρά δεν μπορούσε πλέον να επιβεβαιώσει άμεσα τη συμμόρφωση της άλλης.
Μέχρι το 2024–2025 διαμορφώθηκε μια εύθραυστη ισορροπία. Και οι δύο χώρες συνέχιζαν να δηλώνουν ότι τηρούν τα βασικά όρια, όμως η Διμερής Επιτροπή δεν συνεδρίαζε και οι επιθεωρήσεις δεν επανεκκινούσαν. Παράλληλα, νέα πυραυλικά συστήματα — όπως το αμερικανικό Sentinel και το ρωσικό Sarmat — αναπτύσσονταν χωρίς τις επιδείξεις που προέβλεπε η συνθήκη.
Το αβέβαιο αύριο της πυρηνικής ασφάλειας
Ο κόσμος βρίσκεται πλέον σε μια κατάσταση σιωπηλής αναμονής, καθώς η συνθήκη New START — που για 15 χρόνια συγκρατούσε την ανεξέλεγκτη πυρηνική κλιμάκωση — περνά στην ιστορία. Δύσκολα θα βρεθεί άνθρωπος που να αντιμετωπίζει ελαφρά τη σημασία των πυρηνικών όπλων. Κι όμως, ιδίως για όσους δεν έζησαν τον τρόμο του Ψυχρού Πολέμου, γεννιέται αναπόφευκτα ένα ερώτημα: παραμένει άραγε το New START επίκαιρο στον σημερινό κόσμο;
Όπως επισημαίνει ο Κιρίλ Κοκτίς, «η προβλεψιμότητα είναι καλύτερη από την απουσία της». Ωστόσο, ακόμη και αν η σημερινή συνθήκη παρατεινόταν, η πραγματική προβλεψιμότητα θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί.
Η παγκόσμια ισορροπία ισχύος έχει μεταβληθεί, η Κίνα έχει αναδειχθεί σε κρίσιμο παράγοντα και νέα οπλικά συστήματα - εκτός των παλαιών συμφωνιών - αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς.

Οι νέες τεχνολογίες, όπως οι υπερηχητικοί πύραυλοι, τα κυβερνοόπλα και τα διαστημικά συστήματα, θολώνουν τα όρια των παλαιών συνθηκών.
Αυτό ίσχυε ήδη από την εποχή του Ρέιγκαν με την Πρωτοβουλία Στρατηγικής Άμυνας και είναι ακόμη πιο έντονο σήμερα. Συστήματα όπως τα Sarmat, Poseidon και Oreshnik ενδέχεται να ανατρέψουν τις ισορροπίες υπέρ της Ρωσίας — οπότε γιατί να συνεχίσουν οι συμφωνίες;
Κι όμως, η ιστορία υπενθυμίζει πόσο κοντά έχει βρεθεί η ανθρωπότητα στην πυρηνική καταστροφή: το 1962 στην κρίση της Κούβας και το 1983, όταν ένα ψευδές σήμα στο σοβιετικό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης παραλίγο να προκαλέσει αντίποινα.
Όπως και στο παρελθόν, απαντήσεις μπορούν να δοθούν μόνο στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Ο Πούτιν εμφανίζεται ανοικτός σε διαπραγματεύσεις, όμως πολλά θα εξαρτηθούν από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με τον Ντιμίτρι Σάιμς, ο Τραμπ «διατηρεί γενικά μια επιφυλακτική στάση απέναντι στις συνθήκες ελέγχου των πυρηνικών όπλων».
Παρ’ όλα αυτά, Μόσχα και Ουάσινγκτον ιστορικά αναγνώρισαν την ανάγκη λογικής αυτοσυγκράτησης. Γνωρίζουν ότι η ανεξέλεγκτη συσσώρευση όπλων οδηγεί συχνά σε επικίνδυνες και ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: είναι έτοιμος ο Τραμπ να δείξει αυτοσυγκράτηση; Κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει.
Πηγή: RT.
