Καθώς η κοινή γνώμη στη χώρα στρέφεται ολοένα περισσότερο εναντίον του Αμερικανού προέδρου λόγω των απειλών του να καταλάβει τη Γροιλανδία, το AfD διαπιστώνει και το κόστος της στενής του ταύτισης μαζί του.
Το ακροδεξιό γερμανικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) επιδίωκε επί μακρόν στενούς δεσμούς με την κυβέρνηση Τραμπ, στο πλαίσιο της αναζήτησης ισχυρών διεθνών συμμάχων και μιας προσπάθειας να τερματίσει την πολιτική απομόνωση που αντιμετωπίζει στο εσωτερικό.
Ωστόσο, καθώς το δημόσιο αίσθημα στη Γερμανία στρέφεται ολοένα και περισσότερο κατά του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του εξωτερικού παρεμβατισμού του -ιδίως λόγω των δηλώσεών του για ανάληψη ελέγχου της Γροιλανδίας και της κίνησής του να θέσει υπό τον έλεγχό του τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο- οι ηγετικές φυσιογνωμίες του AfD προχωρούν σε αναπροσαρμογές, κρατώντας αποστάσεις από έναν πρόεδρο τον οποίο μέχρι πρότινος αγκάλιαζαν πολιτικά.
«Παραβίασε μια θεμελιώδη προεκλογική υπόσχεση, δηλαδή να μην παρεμβαίνει σε άλλες χώρες, και αυτό πρέπει να το εξηγήσει στους δικούς του ψηφοφόρους», δήλωσε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα η Άλις Βάιντελ, μία από τις επικεφαλής του AfD σε εθνικό επίπεδο.
Στο πλευρό της Βάιντελ, ο έτερος συμπρόεδρος του κόμματος, Τίνο Κρουπάλα, υπερασπίστηκε εν μέρει τον Τραμπ, λέγοντας ότι επιδιώκει αυτό που θεωρεί αμερικανικό συμφέρον εντός της «σφαίρας επιρροής» των ΗΠΑ.
Παράλληλα, ωστόσο, καταδίκασε και την προσέγγιση που ακολουθεί ο Αμερικανός πρόεδρος.
«Οι μέθοδοι της Άγριας Δύσης πρέπει να απορρίπτονται εδώ, και ο σκοπός δεν αγιάζει πάντοτε τα μέσα».
Με το να κρατούν αποστάσεις από τον Τραμπ, οι ηγετικές μορφές του AfD ακολουθούν την πορεία της Μαρίν Λεπέν και του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία, όπου λόγω της έντονης αντιδημοτικότητας του Αμερικανού προέδρου, οι ηγέτες του κόμματος έχουν υπάρξει πολύ πιο επικριτικοί απέναντί του και βλέπουν τα ανοίγματα της κυβέρνησής του προς τους Ευρωπαίους εθνικιστές ως πολιτικό βάρος.
Ως απάντηση στις θέσεις του Τραμπ για τη Γροιλανδία και τη Βενεζουέλα, ο πρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού Ζορντάν Μπαρντελά κατηγόρησε πρόσφατα τον Αμερικανό ηγέτη ότι τρέφει «ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες».

Η κριτική του AfD αυτή την εβδομάδα, αντίθετα, ήταν συγκρατημένη· όμως ακόμη και αυτή η ήπια αποδοκιμασία υπήρξε σπάνια από στελέχη της ηγεσίας του κόμματος. Από τη στιγμή που ο Τραμπ ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του, η γερμανική ακροδεξιά έβλεπε την ιδεολογική στήριξη από τις ΗΠΑ —μεταξύ άλλων από τον δισεκατομμυριούχο τεχνολογικό παράγοντα Ίλον Μασκ και τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς— ως κλειδί για την ενίσχυση της εσωτερικής νομιμοποίησης του AfD και για το «σπάσιμο» του λεγόμενου τείχους προστασίας που τα παραδοσιακά κόμματα έχουν επιβάλει ιστορικά για να κρατούν το AfD μακριά από την εξουσία.
Όμως οι πολιτικοί κίνδυνοι που ενέχει η προσπάθεια του AfD να ευθυγραμμιστεί με τον Τραμπ γίνονται πλέον πιο εμφανείς. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των Γερμανών αντιτίθεται έντονα σε όσα έχει πει ο Τραμπ για τη Γροιλανδία και σε όσα έχει κάνει στη Βενεζουέλα.

Μόνο το 12% των Γερμανών βλέπει θετικά την απόδοσή του, σύμφωνα με το ARD-DeutschlandTrend -τη δημοσκόπηση-βαρόμετρο της Γερμανίας- που δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα, ενώ μόλις το 15% θεωρεί τις ΗΠΑ αξιόπιστο εταίρο, ποσοστό που αποτελεί νέο ιστορικό χαμηλό.
Η αντιδημοτικότητα του Τραμπ αναγκάζει τους ηγέτες του AfD σε μια άβολη ισορροπία: να ασκούν κριτική στον πρόεδρο, χωρίς να υπονομεύουν τη σημαντική προσπάθεια που έχει κάνει το κόμμα για να χτίσει δεσμούς με τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Οι ηγεσίες του AfD έχουν στηριχθεί έντονα στην κυβέρνηση Τραμπ για να σπάσουν την πολιτική απομόνωσή τους στο εσωτερικό.
Η στρατηγική φαίνεται ότι απέδωσε: όταν η εγχώρια υπηρεσία πληροφοριών της Γερμανίας χαρακτήρισε το AfD ως εξτρεμιστικό κόμμα πέρυσι, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε την ετικέτα «τυραννία με άλλο προσωπείο».

Στο περσινό Συνέδριο Ασφάλειας του Μονάχου, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς προέτρεψε τους Ευρωπαίους πολιτικούς του κέντρου να καταργήσουν τα «τείχη προστασίας» που εδώ και δεκαετίες αποκλείουν τα ακροδεξιά κόμματα.
Οι πολιτικοί του AfD χάρηκαν και στις δύο περιπτώσεις, κάτι που εξηγεί γιατί η κριτική τους προς τον Τραμπ αυτή την εβδομάδα συνοδεύτηκε από λόγια επαίνου.
Μάλιστα, η Βάιντελ και ο Κρουπάλα παρουσίασαν την επιδίωξη του Τραμπ για αυτό που ο ίδιος θεωρεί εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ ως κάτι σαν πρότυπο.
Η γερμανική κυβέρνηση, υπαινίχθηκε η Βάιντελ, θα μπορούσε να διδαχθεί πώς να θέτει το εθνικό συμφέρον πάνω από άλλες παραμέτρους.
Οι πρόσφατες ενέργειες του Τραμπ βασίζονταν σε «γεωστρατηγικούς λόγους», δήλωσε η Βάιντελ. «Θα ήθελα να δω επιτέλους τη γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση να κάνει πολιτική για τον γερμανικό λαό, προς το συμφέρον της Γερμανίας».
