Η ένταση στο Ιράν κλιμακώνεται ραγδαία, καθώς οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις επεκτείνονται καθημερινά σε νέες πόλεις. Πληροφορίες από κρατικά μέσα κάνουν λόγο για δεκάδες νεκρούς, ανάμεσά τους και στελέχη των εγκληματολογικών υπηρεσιών της Τεχεράνης, που έχασαν τη ζωή τους στη διάρκεια νυχτερινών επεισοδίων.
Το πρακτορείο Tasnim υποστηρίζει ότι αξιωματικοί των Αρχών σκοτώθηκαν έπειτα από επιθέσεις που αποδίδονται σε «ένοπλους διαδηλωτές». Την ίδια ώρα, η ιρανική ηγεσία ανεβάζει κατακόρυφα τους τόνους: ο εισαγγελέας της πρωτεύουσας προειδοποίησε ότι εμπρησμοί και πράξεις σαμποτάζ θα τιμωρούνται ακόμη και με τη θανατική ποινή.
Παράλληλα, οι Αρχές προχώρησαν σε εκτεταμένο αποκλεισμό του διαδικτύου, επιχειρώντας να ανακόψουν τη διάδοση των κινητοποιήσεων. Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, διαδηλώσεις καταγράφονται πλέον σε περίπου 300 πόλεις, ενώ ανεπιβεβαίωτες αναφορές κάνουν λόγο για περιοχές που έχουν περάσει προσωρινά στον έλεγχο των διαμαρτυρόμενων.
Οπτικό υλικό που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα δείχνει εικόνες εκτεταμένων καταστροφών: φλεγόμενα οχήματα, κατεστραμμένες υποδομές, πυρκαγιές σε σταθμούς μετρό και τραπεζικά καταστήματα. Η κρατική τηλεόραση μετέδωσε πλάνα από καμένα λεωφορεία και μοτοσικλέτες, αποδίδοντας τα επεισόδια στην αντικαθεστωτική Οργάνωση των Μουτζαχεντίν του Λαού (MKO).
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από μια απλή αφήγηση «αγώνα για δημοκρατία δυτικού τύπου». Η οργή στους δρόμους στρέφεται τόσο κατά της εσωτερικής καταπίεσης όσο και κατά της μακράς ιστορίας εξωτερικής παρέμβασης που βαραίνει τη χώρα.
Η ρίζα αυτής της δυσπιστίας προς τη Δύση ανάγεται στο 1953, όταν ο τότε πρωθυπουργός Μοχάμαντ Μοσαντέκ προχώρησε στην εθνικοποίηση της Anglo-Iranian Oil Company, προκαλώντας την οργή των δυτικών δυνάμεων. Η ανατροπή του, μέσω της Επιχείρησης Ajax που οργάνωσαν η CIA και η MI6, άνοιξε τον δρόμο για τη δικτατορία του Σάχη και διέλυσε κάθε προοπτική κοσμικής δημοκρατίας.
Η καταστολή εκείνης της περιόδου ενίσχυσε τον θρησκευτικό ριζοσπαστισμό και δημιούργησε ένα διαχρονικό «σύνδρομο παρέμβασης», το οποίο το σημερινό καθεστώς επικαλείται για να αποδίδει κάθε διαμαρτυρία σε ξένους δάκτυλους, ακόμη και όταν τα αιτήματα προέρχονται από την ίδια την κοινωνία.
Σήμερα, η πίεση δεν ασκείται με πραξικοπήματα, αλλά με οικονομικά εργαλεία. Οι διεθνείς κυρώσεις έχουν διαβρώσει την κοινωνική συνοχή: το ιρανικό ριάλ έχει καταρρεύσει, η αγοραστική δύναμη των πολιτών έχει συρρικνωθεί δραματικά και η πρόσβαση σε φάρμακα και βασικά αγαθά γίνεται ολοένα δυσκολότερη, παρά τις ανθρωπιστικές εξαιρέσεις.
Αυτή η αντίφαση –στήριξη των διαδηλωτών από τη Δύση, αλλά ταυτόχρονη διατήρηση κυρώσεων που πλήττουν τον απλό πληθυσμό– ενισχύει τη ρητορική του καθεστώτος περί «οικονομικής πολιορκίας».
Οι Ιρανοί διαδηλωτές βρίσκονται έτσι παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο πιέσεις: από τη μία, ένα θεοκρατικό κράτος που απαντά με βία και απειλές εκτελέσεων· από την άλλη, μια διεθνή σκηνή που αντιμετωπίζεται με καχυποψία, λόγω ενός παρελθόντος επεμβάσεων που δεν ξεχάστηκε ποτέ.
Η σημερινή έκρηξη οργής στους δρόμους του Ιράν δεν είναι στιγμιαία. Είναι το αποτέλεσμα μιας ιστορίας δεκαετιών, μιας πληγής που παραμένει ανοιχτή και συνεχίζει να καθορίζει το παρόν της χώρας.
