Η ομοσπονδιακή εισαγγελέας της Ουάσινγκτον, Τζανίν Πίρο, αποκάλυψε ότι οι δύο στρατιώτες είχαν ορκιστεί στην Εθνοφρουρά της Δυτικής Βιρτζίνια μόλις λίγες ημέρες πριν από την επίθεση.
Οι στρατιώτες έπεσαν σε ενέδρα την Τετάρτη, ενώ περιπολούσαν στο πλαίσιο της προσπάθειας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να «καθαρίσει» τους δρόμους της αμερικανικής πρωτεύουσας.
Ως φερόμενος δράστης κατονομάστηκε ο Αφγανός Ραχμανουλάχ Λακανουάλ, 29 ετών, ο οποίος συνελήφθη μετά την ένοπλη επίθεση.
Ο Λακανουάλ μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ το 2021 στο πλαίσιο της επιχείρησης του Τζο Μπάιντεν «Operation Allies Welcome», που προέβλεπε την παραχώρηση προσωρινών βίζων σε Αφγανούς που είχαν συνεργαστεί με τις αμερικανικές ειδικές δυνάμεις κατά την αποχώρηση από το Αφγανιστάν.
Εικόνες από τη συνέντευξη Τύπου δείχνουν τη Πίρο να κρατά σημειώσεις στις οποίες αποδίδει ευθύνες στην κυβέρνηση Μπάιντεν για την είσοδο του Λακανουάλ στη χώρα, με τις φράσεις «Operation Allies Welcome» και «Biden Legislation» υπογραμμισμένες.
Οι αξιωματούχοι δήλωσαν ότι ο Λακανουάλ οδήγησε επί 40 ώρες από το σπίτι του στο Μπέλινγκχαμ της Ουάσινγκτον έως την Ουάσινγκτον D.C., πριν ανοίξει πυρ εναντίον των στρατιωτών το μεσημέρι της Τετάρτης με ένα περίστροφο .357.

Τραυματίστηκε στην ανταλλαγή πυρών κατά το χάος που ακολούθησε την επίθεση και παραμένει επίσης στο νοσοκομείο.
Σύμφωνα με την Πίρο, θα του απαγγελθούν κατηγορίες για τρεις απόπειρες ανθρωποκτονίας με πρόθεση φόνου και οπλισμό, καθώς και για κατοχή πυροβόλου όπλου κατά τη διάπραξη βίαιου εγκλήματος.
Όπως και ο πρόεδρος Τραμπ, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζον Ράτκλιφ επέκρινε σφοδρά τις «καταστροφικές» ενέργειες της προηγούμενης κυβέρνησης κατά την αποχώρηση από το Αφγανιστάν, οι οποίες, όπως είπε, επέτρεψαν την είσοδο ανεπαρκώς ελεγμένων αλλοδαπών στις ΗΠΑ.

«Το συγκεκριμένο άτομο — και τόσοι άλλοι — δεν θα έπρεπε ποτέ να είχαν επιτραπεί να έρθουν εδώ», είπε.
«Οι πολίτες μας και οι στρατιωτικοί μας αξίζουν πολύ περισσότερα από το να πληρώνουν το τίμημα των αποτυχιών της κυβέρνησης Μπάιντεν.»
Σε διάγγελμά του μετά την επίθεση, ο πρόεδρος Τραμπ επέρριψε ευθύνες αποκλειστικά στον προκάτοχό του, τον Τζο Μπάιντεν, λέγοντας ότι «καμία χώρα δεν μπορεί να ανεχθεί έναν τέτοιο κίνδυνο για την ίδια της την επιβίωση».
«Ο ύποπτος είναι αλλοδαπός που ήρθε στη χώρα μας από το Αφγανιστάν, μια κόλαση επί της Γης», είπε.
«Μεταφέρθηκε με αεροπλάνο στις ΗΠΑ από την κυβέρνηση Μπάιντεν τον Σεπτέμβριο του 2021, σε εκείνες τις διαβόητες πτήσεις για τις οποίες όλοι μιλούσαν. Κανείς δεν ήξερε ποιος έμπαινε στη χώρα.»

Ο Τραμπ προειδοποίησε ότι οι αρχές «πρέπει τώρα να επανεξετάσουν κάθε αλλοδαπό που εισήλθε στη χώρα από το Αφγανιστάν επί Μπάιντεν» και να λάβουν «όλα τα απαραίτητα μέτρα για την απομάκρυνση οποιουδήποτε αλλοδαπού από οποιαδήποτε χώρα που δεν ανήκει εδώ ή δεν προσφέρει όφελος στις ΗΠΑ».
«Αυτή η ειδεχθής επίθεση ήταν πράξη κακού, μίσους και τρομοκρατίας», είπε.
«Ήταν έγκλημα κατά ολόκληρου του έθνους μας. Ήταν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.»
Λίγο μετά την ομιλία του, η Υπηρεσία Υπηκοότητας και Μετανάστευσης των ΗΠΑ ανακοίνωσε την άμεση και επ’ αόριστον παύση επεξεργασίας όλων των αιτημάτων που σχετίζονται με Αφγανούς υπηκόους, εν αναμονή επανεξέτασης των πρωτοκόλλων ασφαλείας.

«Η προστασία της πατρίδας μας και του αμερικανικού λαού παραμένει η μοναδική μας αποστολή», ανέφερε η ανακοίνωση.
Ο Τραμπ δεσμεύτηκε ότι «το κτήνος» που πυροβόλησε τους στρατιώτες «θα πληρώσει βαρύ τίμημα», ενώ εξήρε «κάθε μέλος των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων που υπηρετεί απόψε, εντός και εκτός συνόρων».
Κάλεσε όλες τις οικογένειες «να προσευχηθούν για τους δύο σπουδαίους ήρωες που τραυματίστηκαν τόσο σοβαρά».
