Η Ρουμανία και η Βουλγαρία αγωνίζονται ενάντια στον χρόνο για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο παύσης λειτουργίας των κρίσιμων πετρελαϊκών διυλιστηρίων τους, πριν τεθούν σε ισχύ αργότερα μέσα στον μήνα οι αμερικανικές κυρώσεις που στοχεύουν τους Ρώσους ιδιοκτήτες τους.
Η απόφαση της Ουάσιγκτον να εντάξει στη λίστα κυρώσεων τις εταιρείες Lukoil και Rosneft έχει προκαλέσει αναστάτωση σε ευρωπαϊκές χώρες όπου δραστηριοποιούνται οι δύο μεγαλύτερες ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες, καθώς προσπαθούν να αποτρέψουν διακοπές στην προμήθεια καυσίμων πριν την έναρξη εφαρμογής των κυρώσεων στις 21 Νοεμβρίου.
Την Παρασκευή, το κοινοβούλιο της Βουλγαρίας ενέκρινε νέο νομοσχέδιο που επιτρέπει στην κυβέρνηση να διορίσει διαχειριστή στο μεγάλο διυλιστήριο Burgas της Lukoil, παρέχοντάς του εκτεταμένες αρμοδιότητες για επιχειρησιακό έλεγχο, έγκριση πώλησης ή ακόμη και εθνικοποίηση της μονάδας, εφόσον απαιτηθεί. Παράλληλα, η χώρα εξετάζει το ενδεχόμενο αίτησης εξαίρεσης από τις κυρώσεις.
Η Ρουμανία, όπου λειτουργεί το διυλιστήριο Petrotel της Lukoil, δεν έχει ακόμη λάβει επίσημη απόφαση.
Ωστόσο, σύμφωνα με ανώτερο κυβερνητικό αξιωματούχο που μίλησε ανώνυμα, το Βουκουρέστι εξετάζει αίτημα για «παράταση κυρώσεων», καθώς διαμορφώνει την τελική του στάση. Η εθνικοποίηση θεωρείται «τελευταία επιλογή», πρόσθεσε.
Ο υπουργός Ενέργειας της Ρουμανίας, Mπόγκνταν Γρούια Ιβάν, δήλωσε πως η χώρα είναι «προετοιμασμένη» επιχειρησιακά για κάθε ενδεχόμενο.
Το κυβερνητικό σχέδιο, είπε, θα διασφαλίσει «τη συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας της Ρουμανίας, σταματώντας ταυτόχρονα τη χρηματοδότηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας».
Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνήθηκαν να σχολιάσουν.
Εντωμεταξύ, οι προσπάθειες εύρεσης νέου ιδιοκτήτη για τα διυλιστήρια δέχθηκαν νέο πλήγμα, καθώς η ελβετική εταιρεία εμπορίας Gunvor απέσυρε την Πέμπτη την πρότασή της για αγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil, μετά από έντονη αντίδραση του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών.

Οι νέες κυρώσεις επηρεάζουν και άλλες χώρες της ΕΕ. Η Γερμανία εξασφάλισε εξαίρεση έξι μηνών για το διυλιστήριο Schwedt της Rosneft, που βρίσκεται υπό κρατικό έλεγχο από το 2022.
Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, ταξίδεψε την Παρασκευή στην Ουάσιγκτον με στόχο την επίτευξη εξαίρεσης για τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου μέσω αγωγών για τη χώρα του και τη Σλοβακία.
Οι κυρώσεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται όλο και πιο δυσαρεστημένος με την έλλειψη προόδου σε μια πιθανή κατάπαυση πυρός στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, η ΕΕ εντείνει την προσπάθειά της να τερματίσει την ενεργειακή εξάρτησή της από τη Μόσχα.
Μεταβατικές δυσκολίες
Τεχνικά, η εξασφάλιση εξαιρέσεων ή ο διορισμός κρατικού διαχειριστή δεν θα έπρεπε να αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα. Ωστόσο, το χειρότερο σενάριο — η παύση λειτουργίας των διυλιστηρίων — θα είχε πολύ διαφορετικές συνέπειες για τις δύο χώρες.
Στη Βουλγαρία, όπου το διυλιστήριο της Lukoil καλύπτει έως και το 80% των αναγκών της χώρας σε καύσιμα, η παύση λειτουργίας θα άφηνε τη Σόφια χωρίς επαρκείς προμήθειες «μέχρι το τέλος του έτους», σύμφωνα με τον αναλυτή Μαρτίν Βλαντιμίροβ .
Στη Ρουμανία, το Petrotel καλύπτει περίπου «20%» των εθνικών αναγκών σε καύσιμα, σύμφωνα με την αναλύτρια ενέργειας Άννα Οτίλια Νούτου. Επομένως, μια διακοπή λειτουργίας θα προκαλούσε «ήπιες αυξήσεις τιμών για μερικούς μήνες», όσο η χώρα θα αναζητούσε νέες εισαγωγές.

Ωστόσο, η παύση θα επηρέαζε και τις εξαγωγές προς τη Μολδαβία. «Εάν η Μολδαβία πληγεί σοβαρά, αυτό θα αποτελέσει μια ακόμη τεράστια ευκαιρία προπαγάνδας για τη Ρωσία», σημείωσε η Νούτου.
Η Μολδαβία κατέθεσε την Παρασκευή πρόταση αγοράς των περιουσιακών στοιχείων της Lukoil στη χώρα, συμπεριλαμβανομένης αποθήκης καυσίμων αεροσκαφών, ενώ ζήτησε επίσης από τις ΗΠΑ καθυστέρηση εφαρμογής των κυρώσεων.
Ο ειδικός ενέργειας Μιχαήλ Κρουτίκιν εκτίμησε ότι τα διυλιστήρια θα μπορούσαν να «συνεχίσουν να λειτουργούν» με ασφάλεια, εφόσον ο νέος ιδιοκτήτης διατηρήσει το υπάρχον προσωπικό και προσλάβει επιπλέον ειδικούς.
Δύσκολη πώληση
Το πραγματικό πρόβλημα, ωστόσο, είναι η επόμενη μέρα. Η εξεύρεση αγοραστή δεν θα είναι εύκολη. Και τα δύο διυλιστήρια είναι «καλά οργανωμένα», σύμφωνα με πρώην στέλεχος της Lukoil.
Όμως η ανάληψη νομικών κινδύνων λόγω κυρώσεων, το υψηλό κόστος μεταφορών, τα ασφάλιστρα και η ανάγκη συνεχών επενδύσεων καθιστούν τη συμφωνία δύσκολη.
Ο Βλαντιμίροφ υπολογίζει την αξία του βουλγαρικού διυλιστηρίου στα 1,5 δισ. δολάρια. Αντίθετα, το Petrotel της Ρουμανίας θεωρείται λιγότερο ελκυστικό, καθώς είναι επιβαρυμένο με χρέη και «χρειάζεται πολύ μεγάλες επενδύσεις», σύμφωνα με τη Νούτου.
Παράλληλα, η πιθανότητα μελλοντικών δικαστικών διεκδικήσεων αυξάνεται, ειδικά σε περίπτωση κρατικής παρέμβασης.

Ο βουλευτής της αντιπολίτευσης Ιβάιλο Μίρτσεφ χαρακτήρισε την ταχεία ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλγαρία ως διαδικασία που «ενέχει τον κίνδυνο σοβαρών λαθών». Όπως τόνισε, η Lukoil ενδέχεται να κινηθεί νομικά κατά της Βουλγαρίας, με τελικό κερδισμένο τη Ρωσία.
Η Βουλγαρική κυβέρνηση δεν σχολίασε.
Η Νούτου υπογράμμισε ότι η πώληση των διυλιστηρίων πρέπει να συντονιστεί «σε επίπεδο ΕΕ», για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο παράκαμψης των αμερικανικών κυρώσεων.
Ο υπουργός ενέργειας της Λιθουανίας, Ζουγκιμάντας Βαϊτσιούνας, συμφώνησε, ζητώντας προέλεγχο πιθανών αγοραστών από τις Βρυξέλλες, καθώς υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ρωσικής επιρροής.
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δικαιώματα εποπτείας», δήλωσε. «Σε αυτή την περίπτωση, όλες οι πιθανότητες πρέπει να εξεταστούν».
