Η Ανεξάρτητη Αρχή παρενέβη επισήμως, αποστέλλοντας έγγραφο-καταπέλτη προς την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, ζητώντας ενημέρωση από τον Υφυπουργό Παιδείας για την αποκατάσταση της αδικίας και την ανομοιομορφία που προκλήθηκε.
Το χρονικό της αδικίας και το θεσμικό κενό
Όπως είχε αναδείξει με ρεπορτάζ και το neakriti.gr εκατοντάδες υποψήφιοι-ανάμεσά τους άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, εργαζόμενοι και γονείς που κατέβαλαν τεράστια προσπάθεια για να επανενταχθούν στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση-βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα παράλογο καθεστώς. Παρά το γεγονός ότι συγκέντρωσαν τη συνολική βάση των 30 μονάδων, αποκλείστηκαν επειδή σε ένα από τα τρία μαθήματα δεν έπιασαν τη βάση του 10, την ώρα που δεκάδες θέσεις στα τμήματα προτίμησής τους παρέμεναν παντελώς κενές.
Η παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη (με έγγραφο προς τον Υφυπουργό Παιδείας, Νικόλαο Παπαϊωάννου) έρχεται να αποδομήσει τους χειρισμούς του Υπουργείου, αποκαλύπτοντας σοβαρότατα νομικά και διοικητικά «ατοπήματα». Όπως αναφέρει εξαιτίας των ασαφών οδηγιών, άλλα πανεπιστημιακά τμήματα στην επικράτεια κάλυψαν τις κενές θέσεις με υποψηφίους άνω των 30 μορίων (ανεξαρτήτως επίδοσης ανά μάθημα) και άλλα τους απέκλεισαν. Η Αρχή επισημαίνει ότι παρατηρήθηκε το φαινόμενο εντός του ίδιου Ιδρύματος, άλλα τμήματα να εισάγουν υποψηφίους με κάτω από 10 σε ένα μάθημα και άλλα να τους απορρίπτουν!
Παράλληλα σημειώνει πως καταγράφηκαν περιπτώσεις τμημάτων που αρχικά ανακοίνωσαν υποψηφίους ως επιτυχόντες και στη συνέχεια τους διέγραψαν, ισχυριζόμενα εκ των υστέρων ότι εισήχθησαν... «εκ παραδρομής»!
Καθυστερημένες οδηγίες και παραβίαση της νομολογίας του ΣτΕ
Σύμφωνα με τον Συνήγορο του Πολίτη, το Υπουργείο Παιδείας απέστειλε διευκρινιστικές εγκυκλίους κατόπιν εορτής (τον Φεβρουάριο του 2026), ενώ η διορθωτική Υπουργική Απόφαση εκδόθηκε μόλις τον Απρίλιο του 2026.
Η Ανεξάρτητη Αρχή θυμίζει στο Υπουργείο τη πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), σύμφωνα με την οποία οι κανόνες των εξετάσεων πρέπει να ορίζονται σαφώς πριν από την προκήρυξή τους για να μην αιφνιδιάζονται οι πολίτες. Υπογραμμίζει δε ότι τίθενται εγείρονται σοβαροί προβληματισμοί για τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης των υποψηφίων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και ζητά την επίσημη τοποθέτηση του Υπουργείου.
«Δεν το έκανα για μια θέση, αλλά για να εξελιχθώ»
Πίσω από τα νομικά επιχειρήματα και τις διοικητικές αγκυλώσεις βρίσκονται άνθρωποι που κατέβαλαν τεράστια προσπάθεια για να επιστρέψουν στα πανεπιστημιακά έδρανα ύστερα από πολλά χρόνια.
«Για πολλά χρόνια δεν μπορούσα να προχωρήσω στις σπουδές μου. Η καθημερινότητα και κυρίως η ανατροφή των παιδιών μου δεν μου άφηναν περιθώρια. Όταν όμως οι συνθήκες το επέτρεψαν, αποφάσισα να δοκιμάσω ξανά.», δηλώνει μιλώντας στο neakriti.gr και στην εφημερίδα Νέα Κρήτη μία εκ των υποψηφίων που συμμετείχε στις κατατακτήριες εξετάσεις, χωρίς να μπορεί να κρύψει την απογοήτευσή της. Όπως εξηγεί, η απόφασή της δεν συνδέεται με επαγγελματική αποκατάσταση αλλά με την ανάγκη για προσωπική εξέλιξη.
«Δεν το έκανα για να πάρω κάποιο πτυχίο που θα μου εξασφαλίσει μια θέση. Το έκανα γιατί ήθελα να εξελιχθώ, να διευρύνω τις γνώσεις μου και να πετύχω έναν προσωπικό στόχο.»
Η ίδια περιγράφει την προετοιμασία ως μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, καθώς χρειάστηκε να συνδυάσει εργασία, οικογενειακές υποχρεώσεις και πολύωρο διάβασμα: «Δεν είναι εύκολο να επιστρέφεις στη μαθησιακή διαδικασία μετά από τόσα χρόνια. Θέλει μεγάλη προσπάθεια, πειθαρχία και προσωπικές θυσίες. Παρ' όλα αυτά, το προσπάθησα γιατί πίστευα ότι άξιζε.»
Η απογοήτευσή της δεν αφορά μόνο το προσωπικό της αποτέλεσμα, αλλά την ίδια τη λειτουργία του κράτους και την αδικία των άδειων εδράνων: «Είναι παράλογο να υπάρχουν κενές θέσεις στα πανεπιστήμια, όταν υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν πραγματικά να σπουδάσουν, έχουν προσπαθήσει και μπορούν να τις καλύψουν.»
Αναμένοντας την απάντηση του Υπουργείου
Πλέον, οι υποψήφιοι αναμένουν με ενδιαφέρον την επίσημη απάντηση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας προς τον Συνήγορο του Πολίτη. Εκφράζουν δε την ελπίδα ότι θα υπάρξει διοικητική θεραπεία και αποκατάσταση για ένα ζήτημα που αφορά την ίση μεταχείριση όλων των πολιτών που επιδιώκουν μια δεύτερη ευκαιρία στην εκπαίδευση.