Νέα δεδομένα εξετάζουν οι Αρχές σχετικά με τη γυναικοκτονία της 39χρονης στην Καλαμάτα, καθώς στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται πλέον το γεγονός ότι τα δύο ανήλικα παιδιά του ζευγαριού δεν αντιλήφθηκαν όσα συνέβησαν τη νύχτα του εγκλήματος.
Οι αστυνομικοί διερευνούν το ενδεχόμενο ο 41χρονος, ο οποίος έχει ήδη παραδεχθεί τη δολοφονία της συζύγου του, να χορήγησε κάποια ουσία στα δύο κορίτσια ηλικίας 6 και 10 ετών πριν από την επίθεση. Το σενάριο αυτό εξετάζεται μετά τον εντοπισμό συσκευασίας ηρεμιστικών φαρμάκων στο σπίτι της οικογένειας.
Σύμφωνα με πληροφορίες από το protothema.gr, τα παιδιά βρίσκονταν σε διπλανό δωμάτιο την ώρα που εκτυλισσόταν η τραγωδία, χωρίς να ξυπνήσουν παρά τις εκκλήσεις της μητέρας τους για βοήθεια. Όταν έφτασαν οι αστυνομικές δυνάμεις στο σημείο, φέρεται να ήταν εκείνες που τα ξύπνησαν, φροντίζοντας παράλληλα να μην έρθουν αντιμέτωπα με τις σοκαριστικές εικόνες που επικρατούσαν στο σπίτι.
Τα δύο κορίτσια μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Καλαμάτας, όπου σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες παρέμεναν σε κατάσταση έντονης υπνηλίας για αρκετές ώρες. Παράλληλα, εξετάζεται και ένα δεύτερο ενδεχόμενο, σύμφωνα με το οποίο τα παιδιά ενδέχεται να είχαν προηγουμένως βιώσει τον έντονο καβγά των γονιών τους, να αποσύρθηκαν φοβισμένα στο δωμάτιό τους και να αποκοιμήθηκαν βαθιά.
Για τη διερεύνηση όλων των πιθανών σεναρίων έχουν ήδη πραγματοποιηθεί αιματολογικές και άλλες ιατρικές εξετάσεις, ενώ αναμένεται να εξεταστεί και η ανάγκη διενέργειας τοξικολογικού ελέγχου. Τα παιδιά εξακολουθούν να βρίσκονται υπό ιατρική παρακολούθηση και να λαμβάνουν ψυχολογική υποστήριξη από ειδικούς.
►Διαβάστε επίσης: ΕΛ.ΑΣ. για τη δολοφονία της 39χρονης στην Καλαμάτα: «Δεν υπήρξε ποτέ καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία»
Την ίδια στιγμή συνεχίζονται οι έρευνες γύρω από το οικογενειακό περιβάλλον της 39χρονης. Ο 41χρονος κατηγορούμενος, που αναμένεται να απολογηθεί την Πέμπτη 4 Ιουνίου, υποστηρίζει ότι προηγήθηκε συμπλοκή με τη σύζυγό του και προσκόμισε φωτογραφίες με τραύματα και μώλωπες, ισχυριζόμενος ότι προήλθαν από τη μεταξύ τους σύγκρουση.
Ωστόσο, καταθέσεις ατόμων που γνώριζαν το ζευγάρι περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η 39χρονη βρισκόταν υπό συνεχή έλεγχο, ενώ φέρεται να αντιμετώπιζε περιορισμούς στις κοινωνικές της επαφές και στις μετακινήσεις της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι αναφορές ότι η γυναίκα σκεφτόταν να αποχωρήσει από το σπίτι μαζί με τα παιδιά. Φίλη της οικογένειας κατέθεσε ότι το μεγαλύτερο παιδί είχε αναφερθεί σε πρόθεση της μητέρας του να χωρίσει.
Η ίδια μάρτυρας υποστήριξε ακόμη ότι είχε ζητήσει τη συνδρομή της Αστυνομίας όταν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τη 39χρονη, ενώ αποκάλυψε πως είχε λάβει μήνυμα από το θύμα, στο οποίο της ζητούσε να μην αποκαλύψει ότι γνώριζε περιστατικά βίας μέσα στο σπίτι.
Μετά τη δολοφονία, ο κατηγορούμενος φέρεται αρχικά να προσπάθησε να παρουσιάσει διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, υποστηρίζοντας ότι η σύζυγός του αυτοτραυματίστηκε. Ωστόσο, τα ευρήματα των ερευνών οδήγησαν τελικά στην ομολογία του.
Παράλληλα, πρόσωπα από το περιβάλλον της 39χρονης αναφέρουν ότι η γυναίκα χρησιμοποιούσε λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με διαφορετικά στοιχεία, προκειμένου να επικοινωνεί με φίλους και γνωστούς χωρίς να δημιουργούνται εντάσεις στο οικογενειακό περιβάλλον.
Συγκίνηση έχει προκαλέσει και η στάση τριών πολιτών, οι οποίοι, σύμφωνα με πληροφορίες, ανέλαβαν το κόστος της κηδείας της 39χρονης χωρίς να επιθυμούν τη δημοσιοποίηση των στοιχείων τους, προσφέροντας στήριξη στην οικογένεια σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή.
Σε ό,τι αφορά τις αναφορές περί παλαιότερων καταγγελιών για ενδοοικογενειακή βία, η Ελληνική Αστυνομία διευκρίνισε ότι από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει επίσημη καταγγελία σε βάρος του κατηγορούμενου. Όπως επισημαίνεται, σε προηγούμενο περιστατικό αστυνομικής παρέμβασης η γυναίκα είχε εντοπιστεί καλά στην υγεία της και δεν είχε αναφέρει περιστατικά κακοποίησης ή απειλών.
Η έρευνα για την υπόθεση συνεχίζεται, με τις αρμόδιες αρχές να αξιολογούν κάθε νέο στοιχείο που μπορεί να συμβάλει στην πλήρη διαλεύκανση της τραγωδίας.
