Τρόμο και δέος προκαλούν τα στατιστικά της απώλειας παιδιών και εφήβων από αυτοκτονίες για την Ελλάδα την τελευταία τετραετία. Με φόντο την πρόσφατη απώλεια ενός κοριτσιού από την Ηλιούπολη, τα νούμερα μεγαλώνουν σταθερά.
Τη συζήτηση άνοιξε το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών “ΚΛΙΜΑΚΑ”, με τους ειδικούς να παρατηρούν μία διαχρονικότητα στις απώλειες σε πανελλαδικό επίπεδο, καθώς πίσω από τις αυτοκτονίες αυτές βρίσκονται κωλυσιεργίες, αδράνεια και ταμπού απέναντι στην ψυχολογία των εφήβων, που πρέπει να σχολιαστούν.
Για σταθερά ποσοστά απωλειών κάνει λόγο το Παρατηρητήριο, καθώς μέσα μόλις στα τελευταία 4 χρόνια έχουν καταγραφεί συνολικά 47 αυτοκτονίες σε ηλικίες 12-19 ετών, με τη μεγαλύτερη πλειοψηφία να παρατηρείται στο “γηραιότερο” άκρο της κλίμακας, καθώς 37 από τα θύματα ήταν παιδιά 15-19 ετών, ενώ τα υπόλοιπα 10 καταγράφηκαν στην ηλικιακή ομάδα 12-15 ετών.
Αυτά τα “νούμερα” ομολογουμένως μπορεί να μη φαίνονται εντυπωσιακά, πίσω τους όμως βρίσκονται οικογένειες οι οποίες έχασαν τα παιδιά τους και ζωές οι οποίες “κόπηκαν” πρόωρα, την ίδια περίοδο που θα έπρεπε να κάνουν μια νέα αρχή. Όλα αυτά με φόντο την πιο πρόσφατη απώλεια, όταν δύο κορίτσια από την Ηλιούπολη έπεσαν στο κενό από την ταράτσα σπιτιού, με αποτέλεσμα το ένα να χάσει τη ζωή του και το άλλο να νοσηλεύεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση.
Στο σημείωμα που άφησε ένα από τα κορίτσια αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Είμαι σε κατάσταση βαθιάς κατάθλιψης εδώ και τρία χρόνια» και «δεν πιστεύω ότι θα τα καταφέρω στις πανελλήνιες», ίσως όμως το πιο νοσηρό από τα τελευταία λόγια του κοριτσιού ήταν το: «Μαμά, μπαμπά, δεν αντέχω άλλο».
9 παιδιά έφτασαν στο «δεν αντέχω άλλο» το 2026
Αυτό που αναδεικνύει το μήνυμα του κοριτσιού, αν μπορούσε κανείς να το αναλύσει χωρίς συναισθηματική φόρτιση, είναι ότι αυτό το παιδί, όπως πολλοί άλλοι έφηβοι στην ηλικία της, έφτασε στο σημείο να αφαιρέσει τη ζωή της μετά από αρκετό καιρό πάλης με την επιβαρυμένη ψυχολογία της. Με αφορμή την ασφυκτική πίεση της δοκιμασίας των πανελλαδικών εξετάσεων, φαίνεται πως ένα ακόμη παιδί θεώρησε πως το να δώσει ένα τέλος στη ζωή του ήταν καλύτερη επιλογή από το να συνεχίσει να προσπαθεί.
«Ακόμη κι αν περάσω κάπου, θα βρω δουλειά και δε θα με πληρώνουν καλά», γράφει επίσης η κοπέλα. Δε χρειάζεται να διαβάσει κανείς περαιτέρω για να καταλάβει την ψυχολογική κατάσταση στην οποία έφτασε αυτό το κορίτσι, αλλά και η φίλη της. Η “αιτιολογία” της δεν είναι προϊόν κάποιου εφηβικού καπρίτσιου, αλλά βάσιμες ανησυχίες που έχει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, ανεξαρτήτου ηλικίας, που μπαίνει για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά εργασίας και καλείται να ανταπεξέλθει. Το ερώτημα όμως εδώ είναι ένα: τι φέρνει ένα παιδί στο σημείο να πει «δεν αντέχω άλλο»;
Όπως τονίζει η “ΚΛΙΜΑΚΑ”, αυτό που έγινε στην Ηλιούπολη δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μία σταθερά, που παρατηρείται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια:
Το 2022 αυτοκτόνησαν 4 παιδιά ηλικίας 12-14 ετών και 7 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών.
Το 2023, αυτοκτόνησε 1 παιδί ηλικίας 12-14 ετών και 9 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών.
Το 2024, αυτοκτόνησαν 3 παιδιά ηλικίας 12-14 ετών και 7 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών.
Το 2025, αυτοκτόνησε 1 παιδί ηλικίας 12-14 ετών και 6 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών.
Ενώ το 2026 έχουν αυτοκτονήσει 1 παιδί ηλικίας 12-14 ετών, 8 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών, συμπεριλαμβανομένου του ενός κοριτσιού, και δεν έχει τελειώσει ακόμη ο χρόνος.
Στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr μίλησε για το θέμα ο ψυχολόγος κ. Νίκος Παπανικολάου, ο οποίος έδωσε μία ανθρώπινη πτυχή στα δεδομένα αυτά, η οποία όπως είπε μένει «κρυφή», όπως ακριβώς μένουν αόρατα και τα προβλήματα των παιδιών που φτάνουν σε αυτό το σημείο: «Η αυτοκτονικότητα, θα έλεγε κανείς, δεν είναι ένα “ξαφνικό γεγονός”: ένας έφηβος, όπως και κάθε άλλος άνθρωπος, κατά κανόνα δεν αφαιρεί τη ζωή του χωρίς να υπάρχει κάποια βάσιμη αιτία, συνήθως χρόνια όπου η ψυχολογία ενός παιδιού δοκιμάζεται μέσα σε πληθώρα από διάφορα θέματα. Η πίεση του σχολείου, των συνομήλικών τους, του οικογενειακού τους περιβάλλοντος έρχεται να ενταθεί με φόντο την ιλιγγιώδη ταχύτητα με την οποία κινείται ο κόσμος γύρω τους. Το πρόβλημα είναι ότι σε αυτήν την ευαίσθητη περίοδο της ζωής τους τα παιδιά πλέον βλέπουν σε ζωντανή μετάδοση τις παθογένειες της κοινωνίας. Ακόμη κι αν δεν τις ζήσουν μέσα από τους γονείς τους, μπορούν μέσω της πληροφόρησης να υποθέσουν πως μπορεί να δυσκολευτούν, να μην έχουν αποδοχές, να αποτύχουν. Για κάποια παιδιά αυτό το συναίσθημα είναι αφόρητο και για όλα τα παιδιά που φτάνουν σε αυτό το σημείο, αν δε ζητήσουν βοήθεια, μπορεί να έχει βαριές επιπτώσεις στην πορεία της ψυχικής τους υγείας».
Ένας σχολικός ψυχολόγος στο Ηράκλειο - Στιγματισμένη και αόρατη η ψυχική υγεία
Εύλογο είναι εδώ το ερώτημα: «Γιατί δε ζητούν οι έφηβοι βοήθεια;» και η απάντηση είναι, όπως τονίζει ο κ. Παπανικολάου, ιδιαίτερα “λεπτή”.
«Η πρόληψη των νοσηρών επιπτώσεων των πιέσεων στην ηλικία τους δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά και τη δημιουργία “ασφαλών” οικογενειακών, σχολικών και κοινωνικών περιβαλλόντων, που επιτρέπουν στο παιδί να εκφράσει εγκαίρως τον ψυχικό του πόνο», σημείωσε.
Την παρέμβασή του για το θέμα έκανε στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr και ο πρόεδρος της ΕΛΜΕ Ηρακλείου κ. Ζαχαρίας Ρηγάκης, εκφράζοντας την πλευρά ενός εκπαιδευτικού, που βλέπει σε πραγματικό χρόνο την ψυχολογία των παιδιών σε αυτές τις ηλικίες.
«Αυτό το ζήτημα απαιτεί την ενίσχυση των δομών Υγείας για παιδιά και εφήβους, την εκπαίδευση των οικογενειών, αλλά και της σχολικής κοινότητας, καθώς καλείται όλη η Πολιτεία να αποστιγματοποιήσει αυτά τα ζητήματα, συγκεκριμένα την αναζήτηση βοήθειας από τα παιδιά για θέματα της ψυχικής τους υγείας. Πώς μπορεί βέβαια να συνδράμει ακόμη και το σχολείο σε αυτές τις καταστάσεις όταν υπάρχει ένας και μοναδικός σχολικός ψυχολόγος για το Ηράκλειο, που καλείται να πηγαίνει από το ένα σχολείο στο άλλο; Όσο και να το προσπαθούσε, δε θα μπορούσε να δώσει έμφαση σε όλα τα παιδιά που υπάρχουν στο σχολείο, ούτε θα μπορούσε να διαμορφώσει την κατάλληλη σχέση για να μπορεί να “ανοιχτεί” κάθε παιδί σε αυτόν όταν βρίσκεται σε μία τέτοια ψυχολογική κατάσταση», σχολίασε χαρακτηριστικά ο κ. Ρηγάκης.
Αυτοκτονία: Η ευθύνη της ενημέρωσης χωρίς φόβο και υπερβολές
Η αυτοκτονία και γενικότερα οι σοβαρές ψυχικές κρίσεις αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα και ευαίσθητα ζητήματα δημόσιας υγείας, το οποίο απαιτεί υπεύθυνη ενημέρωση, επιστημονική τεκμηρίωση και κοινωνική ευαισθησία, αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κυριάκος Κατσαδώρος, ψυχίατρος, επιστημονικός διευθυντής της «ΚΛΙΜΑΚΑ», εθνικός αντιπρόσωπος στη Διεθνή Ένωση για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας (IASP).
«Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο τρόπος με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης προσεγγίζουν τέτοια περιστατικά αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ενημέρωση δεν οφείλει να δραματοποιεί ή να απλουστεύει, αλλά να συμβάλλει στην κατανόηση, την πρόληψη και την ενίσχυση της κοινωνικής ευαισθητοποίησης», αναφέρει ο κ. Κατσαδώρος.
Εξηγεί ότι η αυτοκτονία και γενικότερα οι σοβαρές ψυχικές κρίσεις δεν εμφανίζονται συνήθως «ξαφνικά» και δεν προκαλούνται από ένα μόνο γεγονός. Πίσω από αυτές τις καταστάσεις υπάρχει συχνά μια προ υπάρχουσα ευαλωτότητα, η οποία διαμορφώνεται σταδιακά μέσα στη ζωή του ανθρώπου. Η ουσία της πρόληψης, προσθέτει, βρίσκεται ακριβώς εδώ: στην έγκαιρη αναγνώριση της ευαλωτότητας πριν αυτή μετατραπεί σε κρίση.
Παράλληλα, τονίζει ότι η κοινωνία χρειάζεται να αντιμετωπίζει την αυτοκτονικότητα με κατανόηση και όχι με απλοϊκές ερμηνείες ή στιγματισμό, καθώς πρόκειται για ένα σύνθετο ζήτημα ψυχικής υγείας που μπορεί να προληφθεί με ουσιαστική στήριξη και έγκαιρη παρέμβαση.
«Η κοινωνία, οι επαγγελματίες υγείας, οι οικογένειες και τα μέσα ενημέρωσης χρειάζεται να σταματήσουν να αναζητούν μία μόνο «αιτία» για κάθε αυτοκτονία. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η αυτοκτονικότητα δεν είναι απλή επιλογή ούτε αποτέλεσμα ενός στιγμιαίου γεγονότος. Είναι συνήθως η έκφραση μιας βαθύτερης και συχνά μακροχρόνιας ψυχικής επιβάρυνσης, η οποία όμως μπορεί να αναγνωριστεί, να αντιμετωπιστεί και πολλές φορές να προληφθεί ουσιαστικά», τονίζει ο κ. Κατσαδώρος.
Η προσέγγιση αυτοκτονιών
«Η δημοσιογραφική προσέγγιση της αυτοκτονίας αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα πεδία της ενημέρωσης και απαιτεί ιδιαίτερη επιστημονική, ηθική και κοινωνική ευθύνη. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται ένα περιστατικό δεν επηρεάζει μόνο την ενημέρωση του κοινού, αλλά μπορεί να επηρεάσει βαθιά ευάλωτα άτομα, οικογένειες και συνολικά τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται την ψυχική υγεία και την αυτοκτονικότητα», υπογραμμίζει ο κ. Κατσαδώρος.
Οι διεθνείς οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και άλλων επιστημονικών φορέων επισημαίνουν ότι τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να αποφεύγουν τη λεπτομερή περιγραφή της μεθόδου, τη δραματοποίηση ή εξιδανίκευση, τους απλουστευτικούς τίτλους, τη σύνδεση της αυτοκτονίας με μία μόνο «αιτία», καθώς και την παρουσίασή της ως λύσης ή αναπόφευκτης κατάληξης.
Παράλληλα, προσθέτει, η δημόσια συζήτηση δεν πρέπει να εγκλωβίζεται στην αναζήτηση μιας απλής «αιτίας». «Όταν παρουσιάζουμε την αυτοκτονία ως αποτέλεσμα ενός στιγμιαίου αδιεξόδου, δημιουργούμε μια παραπλανητική εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην επιστημονική πραγματικότητα και μπορεί να ενισχύσει επικίνδυνες ταυτίσεις σε άτομα που ήδη βρίσκονται σε κρίση. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και απαιτεί προσεκτική ερμηνεία».
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος διαχείρισης του υλικού που συνοδεύει τέτοια περιστατικά, επισημαίνει ο κ. Κατσαδώρος. «Η δημοσιοποίηση προσωπικών σημειωμάτων, λεπτομερειών ή στοιχείων που επιχειρούν να «εξηγήσουν» το γιατί μιας αυτοκτονίας, δεν συμβάλλει στην κατανόηση, αλλά συχνά οδηγεί σε απλουστεύσεις και μπορεί να παραβιάσει την αξιοπρέπεια των εμπλεκομένων, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνει περαιτέρω ευάλωτους αναγνώστες».
Συνεχίζει ότι η αυτοκτονία δεν θα πρέπει να μετατρέπεται σε δημόσια «ανακριτική διαδικασία». Αντίθετα, η ενημέρωση οφείλει να εστιάζει στην πρόληψη, στην κατανόηση των παραγόντων κινδύνου και στην ανάδειξη των δυνατοτήτων υποστήριξης και θεραπείας.
Καταλήγει ότι η συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία παραμένει συχνά επηρεασμένη από το στίγμα και τις προκαταλήψεις. «Η υπέρβασή του δεν επιτυγχάνεται με σιωπή, αλλά με ενημέρωση που αποφεύγει τον φόβο και τη δραματοποίηση και ενισχύει την κατανόηση ότι πολλές ψυχικές διαταραχές είναι αντιμετωπίσιμες καταστάσεις. Η υπεύθυνη ενημέρωση δεν αποκρύπτει την πραγματικότητα. Αντίθετα, βοηθά την κοινωνία να την κατανοήσει βαθύτερα, χωρίς φόβο, χωρίς δραματοποίηση και χωρίς να αναπαράγει το ίδιο το στίγμα που για χρόνια εμπόδιζε τους ανθρώπους να μιλήσουν, να ζητήσουν βοήθεια και να λάβουν έγκαιρη υποστήριξη» υπογραμμίζει ο κ. Κατσαδώρος.