Η ακρίβεια αποτελεί το κυριότερο πρόβλημα που απασχολεί σήμερα την ελληνική κοινωνία, ωστόσο το ζήτημα για τη διαχείριση του οποίου απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση και σοβαρές πρωτοβουλίες από τις κυβερνήσεις τα επόμενα χρόνια είναι το δημογραφικό. Η γήρανση του ελληνικού πληθυσμού με ταχύτατους ρυθμούς απειλεί να τινάξει κυριολεκτικά στον αέρα το ασφαλιστικό σύστημα και το ΑΕΠ της χώρας, κυρίως λόγω της τεράστιας έλλειψης εργατικού δυναμικού.
Συγκεκριμένα, πρόσφατη μελέτη που δημοσιοποίησε το Κέντρο Κρήτης του ΟΟΣΑ αποτυπώνει πλήρως την κρισιμότητα της κατάστασης, φτάνοντας στη διαπίστωση ότι περίπου 1,9 εκατομμύρια δυνητικά εργαζόμενοι σε βάθος χρόνου θα προκαλέσουν ένα τεράστιο κενό από εργατικά χέρια, το οποίο η Ελλάδα θα πρέπει να βρει τον τρόπο να καλύψει τις επόμενες τρεις δεκαετίες. Η πιο αρνητική επίπτωση χαρακτηρίζεται η μείωση του ΑΕΠ, το οποίο μπορεί να κάνει “βουτιά” έως και 15%.
Οι δυσοίωνες αυτές προβλέψεις ενισχύονται και από τα έως τώρα δεδομένα που προκύπτουν στο ασφαλιστικό σύστημα, τα οποία αναμένεται να ενταθούν, καθώς παρατηρείται μαζική φυγή από τον ενεργό εργασιακό βίο για χιλιάδες ασφαλισμένους που έχουν ή σκοπεύουν να καταθέσουν αίτηση για συνταξιοδότηση. Υπενθυμίζεται ότι μόνο το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατατέθηκαν συνολικά 58.213 αιτήσεις συνταξιοδότησης. Η βασική αιτία γι’ αυτό το φαινόμενο είναι η ανασφάλεια των πολιτών γύρω από τη διατήρηση ή μη των ορίων ηλικίας.
Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου, Στέλιος Βοργιάς, μίλησε στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr για το επίμαχο θέμα, τονίζοντας ότι «το δημογραφικό είναι ένα εθνικό πρόβλημα που επηρεάζει άμεσα τον χώρο της εργασίας. Έρευνες σαν κι αυτές του ΟΟΣΑ απλά αποτυπώνουν την κατάσταση, ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση χρειάζονται δραστικές πολιτικές παρεμβάσεις πριν το πρόβλημα τεθεί εκτός ελέγχου. Εμείς ως Εργατικές Ενώσεις έχουμε πει αρκετές φορές και εξακολουθούμε να λέμε ότι οι νέοι εργαζόμενοι και τα νέα ζευγάρια που δυσκολεύονται να φτιάξουν στις μέρες μας τη δική τους οικογένεια πρέπει να στηριχθούν έμπρακτα. Οι νέοι μας είναι τα μεγαλύτερα θύματα της ακρίβειας και της στεγαστικής κρίσης. Μόνο μέσα από την ενίσχυση των εισοδημάτων και τη θεσμοθέτηση μέτρων στήριξης προς τις οικογένειες μπορεί να αντιμετωπιστεί το δημογραφικό. Ήδη πολλοί κλάδοι παρουσιάζουν τεράστια κενά από εργατικά χέρια στην Κρήτη και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αν δεν υπάρξουν λοιπόν λύσεις είναι σίγουρο ότι το φαινόμενο θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια».
Οι επιπτώσεις της γήρανσης του εργατικού κόσμου
Τις επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού στην αγορά εργασίας καταγράφει και αναλύει σε πρόσφατη μελέτη του (Μάρτιος 2026) το Κέντρο Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη Δυναμική των Πληθυσμών:
1. Ο πληθυσμός σε παραγωγική ηλικία (15-64) στην Ελλάδα ήταν 6,6 εκατ. το 2024 και αναμένεται να πέσει στα 4,7 εκατ. το 2050, σημειώνοντας μείωση κατά σχεδόν 30% ή κατά 1,9 εκατ. άτομα.
2. Η μείωση του εργατικού δυναμικού έχει αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ. Αν δε ληφθούν μέτρα για να ανακοπεί η πτώση του εργατικού δυναμικού, τότε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 8% μέχρι το 2050 σε σχέση με το 2021, ενώ στην Ελλάδα η μείωσή του αναμένεται να είναι σχεδόν διπλάσια, πλησιάζοντας το 15%.
3. Μετά το 2019 υπάρχει στην Ελλάδα δυσκολία στην κάλυψη των κενών θέσεων εργασίας. Για κάθε έναν άνεργο αντιστοιχούν 10 κενές θέσεις, ενώ παλαιότερα η αναλογία αυτή ήταν 1 προς 1, γιατί το εργατικό δυναμικό αποτελούνταν από νέους, που ήταν και περισσότεροι από τους ηλικιωμένους.
4. Ο πληθυσμός σε ηλικία 55-64 το 2024 ήταν 1,5 εκατ., αντιστοιχώντας στο 23% του συνολικού πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία (6,6 εκατ.). Στην αγορά εργασίας συμμετείχαν μόλις 800.000 από αυτούς, αφήνοντας 700.000 εκτός αγοράς εργασίας (ποσοστό 44% αναξιοποίητο).
5. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολία στην εύρεση ανθρώπινου δυναμικού, και σε ορισμένους τομείς, όπως η υγεία, οι τεχνολογίες πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών (ICT), οι κατασκευές και η βιομηχανία, οι ελλείψεις είναι πιο έντονες.
Τη λύση θα δώσουν οι γυναίκες, οι μετανάστες και οι άνω των 55
Η ανάσχεση της τάσης μείωσης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μπορεί να επιτευχθεί με την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής στην αγορά εργασίας των γυναικών, αλλά και του εργατικού δυναμικού της ηλικιακής ομάδας 55-64 ετών.
Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών σε παραγωγική ηλικία στην Ελλάδα το 2024 ήταν μόλις 55%, έναντι 72% του αντίστοιχου των ανδρών, που σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια αύξησης της συμμετοχής των γυναικών στην απασχόληση, ενώ το 44% των ανθρώπων ηλικίας 55-64 ετών είναι εκτός αγοράς εργασίας.
Χρειάζονται, επομένως, προγράμματα που θα στοχεύσουν στην ενίσχυση της απασχόλησης γι’ αυτές τις δύο κατηγορίες.
Επιπρόσθετα, οι γυναίκες θα πρέπει να υποστηριχθούν ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές στην αγορά εργασίας μετά την τεκνοποίηση, με αμοιβές αντίστοιχες των ανδρών. Μία από τις προϋποθέσεις για να συμβεί αυτό είναι να υπάρχει και ένα στιβαρό και καλά οργανωμένο κοινωνικό κράτος, το οποίο θα παρέχει στους γονείς πρόσβαση σε σταθερά διαθέσιμες ποιοτικές υπηρεσίες βρεφονηπιακής φροντίδας, προσχολικής αγωγής και εκπαίδευσης, ώστε να επιτυγχάνεται η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, που έχει κομβικό ρόλο στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Άλλη μία “δεξαμενή” εργατικού δυναμικού είναι η στοχευμένη απασχόληση μεταναστών, αναφέρεται στη μελέτη του Κέντρου, δίδοντας έμφαση σε προγράμματα μετακλήσεων εργαζομένων από τρίτες χώρες για τόνωση της απασχόλησης σε τομείς που πλήττονται περισσότερο από χαμηλή ζήτηση εργασίας ή από αναντιστοιχία δεξιοτήτων, όπως η υγεία, οι τεχνολογίες πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών (ICT), οι κατασκευές, η βιομηχανία και ο πρωτογενής τομέας.
Συζήτηση στο Φόρουμ των Δελφών - Έως 1,5 εκατομμύριο η συρρίκνωση του πληθυσμού ως το 2050
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών για το δημογραφικό πρόβλημα σε εκδήλωση του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα βρίσκεται από τη δεκαετία του 1980 σε καθεστώς χαμηλής γονιμότητας, με δείκτη 1,35 παιδιά ανά γυναίκα το 2024, έναν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Η τάση αυτή οδηγεί σε ταχεία γήρανση και μείωση του πληθυσμού, ο οποίος από περίπου 10 εκατομμύρια σήμερα εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στα 8,5 εκατομμύρια έως το 2050, με σημαντική μεταβολή της ηλικιακής σύνθεσης και αύξηση της αναλογίας των άνω των 45 ετών.
Ο καθηγητής Άρης Αλεξόπουλος, επικεφαλής του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ στα πλαίσια της συζήτησης στο Φόρουμ των Δελφών. Χαρακτήρισε την Ελλάδα ως μια «κοινωνία μεσηλίκων», όπου οι νέοι αποτελούν πλέον μειοψηφία, επισημαίνοντας ότι η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αλλάζει ριζικά την οργάνωση της εργασίας, της υγείας, της πρόνοιας και της διαγενεακής αλληλεγγύης.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις οικονομικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ, έως το 2050 το παραγωγικό δυναμικό της χώρας θα έχει μειωθεί κατά περίπου 2 εκατομμύρια άτομα.
Ο Arnstein Aassve, καθηγητής Δημογραφίας και Κοινωνικής Στατιστικής στο Bocconi University, επισήμανε πως «η νεότερη γενιά είναι σημαντικά μικρότερη σε μέγεθος από τη γενιά X, γεγονός που επηρεάζει όχι μόνο την οικονομία, αλλά και τη δημοκρατική της εκπροσώπηση. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τις κυβερνήσεις κατά τον σχεδιασμό των πολιτικών. Το κοινωνικό κράτος σχεδιάστηκε για να υπηρετεί μια εντελώς διαφορετική δημογραφική δομή, η οποία πλέον δεν υφίσταται. Στον σχεδιασμό των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχών κρίσεων, θα πρέπει να ενσωματωθεί ο παράγοντας της ανθεκτικότητας, τόσο για την ανάσχεση της πληθυσμιακής μείωσης, όσο και την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την ενδυνάμωση της αγοράς εργασίας».