Στις έγγραφες εξηγήσεις της στη δικαιοσύνη αναφέρει ότι στις 5 Αυγούστου η Φωτεινή, φίλη της Πόπης, ζήτησε επίμονα να την μεταφέρει στο ΚΤΕΛ στα Λεχαινά, με αποτέλεσμα να φύγει για λίγο από το σπίτι. Την ώρα της απουσίας της, ο μικρός Παναγιωτάκης έμεινε με την Πόπη.
Η Μουρτζούκου περιγράφει ότι όταν ξύπνησε το παιδί, η Πόπη προσπάθησε να τον ταΐσει και εκνευρίστηκε όταν εκείνος δεν έδειξε όρεξη. Η Πόπη φέρεται να είχε κουραστεί από τις ευθύνες φροντίδας του παιδιού και ζητούσε «την ελευθερία της», ενώ η Μουρτζούκου υποστηρίζει ότι της είχε πει πως θα αναλάμβανε αυτή το παιδί αν η Πόπη δεν το ήθελε. Όταν γύρισε από το μπάνιο, είδε την Πόπη πάνω από το καρότσι και άρχισε να κάνει μαλάξεις στο παιδί, καθώς φαινόταν ότι δεν ήταν καλά.
Η κατηγορούμενη τονίζει ότι έπεσε θύμα χειραγώγησης, λέγοντας ότι είπε όσα της είχαν υποδείξει ώστε να μην επηρεαστεί η επιμέλεια του άλλου παιδιού της Πόπης. Σημειώνει ότι πίστευε πως το παιδί ήταν ζωντανό καθώς ήταν ζεστό και έκανε εμετό με κόκκινο χρώμα, ενώ δεν είχε οπτική επαφή με τον Παναγιωτάκη για 5 έως 10 λεπτά και δεν γνώριζε τι συνέβαινε στον χώρο. Υποστηρίζει ότι η Πόπη και η Φωτεινή της υπέδειξαν τι να πει στις αρχές, ώστε να καλύψει την Πόπη.
Ο δικηγόρος της, Νίκος Αλεξανδρής, τονίζει ότι η κατάθεση της Ειρήνης αντικατοπτρίζει τη μοναδική αλήθεια και επισημαίνει ότι υπάρχουν 590 τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ της Ειρήνης, της Πόπης και της μητέρας της. «Θα φανεί ποιος λέει την αλήθεια και ποιοι θα καταστούν κατηγορούμενοι», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι τώρα ξεκινά η ανάκριση για τον θάνατο του μικρού Παναγιωτάκη.
